Της Ελισαβετ Κοτζια / ekotzia@yahoo.gr

Διακρινοντας

ΑΡΧΕΙΟ ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ

Ο Αλή πασάς αποτελεί μία εξαιρετικά αμφιλεγόμενη και ταυτόχρονα κυρίαρχη φυσιογνωμία της ελληνικής ιστορίας. Προφορική παράδοση, λογοτεχνικές αναπλάσεις και ιστοριογραφικές προσεγγίσεις τον έχουν εμφανίσει άλλοτε ως σκληρόκαρδο τύραννο, άλλοτε ως ριζοσπάστη ηγέτη, κι άλλοτε ως απλό Αλβανο-μουσουλμάνο πασά στα χρόνια της οθωμανικής αποδιοργάνωσης. Σήμερα βλέπει το φως το αρχείο του της Γενναδείου Βιβλιοθήκης, 1.500 ελληνικά έγγραφα της εβδομηκονταπενταετίας 1747 - 1821, σε ένα τετράτομο έργο το οποίο εκπόνησε ο ιστορικός Βασίλης Παναγιωτόπουλος σε συνεργασία με τους ιστορικούς Δημήτρη Δημητρόπουλο και Παναγιώτη Μιχαηλάρη (ΙΝΕ/ΕΙΕ). Το νέο υλικό αναμένεται πως θα φωτίσει αποφασιστικά τον βίο του ιδιοφυούς, νευρωτικού και ιδιοτελούς Τεπελενλή που μέσα από απερίγραπτα δαιδαλώδεις διαδρομές πέτυχε το ακατόρθωτο για τα οθωμανικά διοικητικά δεδομένα: να διατηρήσει την ολοκληρωτική ηγεμονία του στα Γιάννενα επί 33 συνεχή χρόνια.

Οπως προλογικά εξηγεί, οι λόγοι που οδήγησαν τον Βασίλη Παναγιωτόπουλο στην εκτέλεση του πολύπλοκου και πολύχρονου αυτού ιστοριογραφικού προγράμματος οφείλονται στην επιστημονική του μεταστροφή στα χρόνια της ωριμότητάς του. Στο ότι εγκατέλειψε, δηλαδή, την παραδοσιακή νεοελληνική προσέγγιση σύμφωνα με την οποία κάθε ερευνητής επιλέγει την έκδοση λίγων, καλά διαλεγμένων εγγράφων με στόχο να προσθέσει την δική του ψηφίδα σε μια ιδεατή μεν, αλλά εντέλει ανέφικτη ελληνική ιστοριογραφία. Και στη θέση της επέλεξε την «ιστορία πρόβλημα» της πανίσχυρής μεσοπολεμικής γαλλικής ιστοριογραφικής σχολής - σύμφωνα με την οποία ο μελετητής επεξεργάζεται και σχολιάζει μεγάλα αρχειακά σύνολα, με στόχο τη θεραπεία της θεματολογικής κατάτμησης και την επίτευξη μιας εικόνας ευρύτερου φάσματος και υψηλότερης συνθετικότητας. Τόποι, πρόσωπα, επαγγέλματα, αξιώματα, αντικείμενα, μουσουλμάνοι, χριστιανοί, μπέηδες, πασάδες, βαλήδες, σαράφηδες, γεμιτζήδες, καπετάνιοι, πληροφοριοδότες, προεστοί, κτηνοτρόφοι, παντοπώλες, γιατροί, δερβίσηδες, πρόξενοι, διοικητές, αρματολοί, εμπορικοί οίκοι, σφραγίδες, γρόσια, συναλλαγές, φιλοφρονήσεις, συγκρούσεις, λογαριασμοί, πολλές εκατοντάδες πρόσωπα, άλλα τόσα τοπωνύμια, χιλιάδες συνεννοήσεις, σε μια γλώσσα αδρή, άμεση, λαϊκή, προϊόν καθημερινών αναγκών μιας ζωής που βρίσκεται σε αναβρασμό στα κρίσιμα προεπαναστατικά χρόνια - και που γίνεται κατανοητή μόνον χάρη στο πολύτιμο Γλωσσάρι των 4.500 λέξεων που συνοδεύει το έργο.

Δεν είμαι ιστορικός για να μπορώ να κρίνω το εγχείρημα. Είμαι όμως σε θέση να πω δυο λόγια για τον βασικό του συντελεστή και το βαθύ χνάρι που έχει αφήσει μέσα μου, όπως και σε πολλούς άλλους. Διότι σεμνά και αθόρυβα, ο άοκνος και ενήμερος πρώην διευθυντής του Κέντρου Νεοελληνικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, Βασίλης Παναγιωτόπουλος, βρίσκεται πίσω από πλήθος συλλογικών δραστηριοτήτων. Παράλληλα, έτσι προς τα δημοσιεύματά του για την οικονομική και κοινωνική ιστορία του νέου ελληνισμού, παράλληλα προς την έκδοση του σημαντικού περιοδικού «Τα Ιστορικά» και της δεκάτομης «Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770 - 2000», παράλληλα προς τη συμμετοχή του σε πολυάριθμες επιστημονικές εταιρείες στην Ελλάδα και το εξωτερικό, υπήρξε από το 1985 ο εμπνευστής και ο διοργανωτής των περίφημων Σεμιναρίων της Ερμούπολης - ενός θεσμού που έχει αφήσει ανεξίτηλη σφραγίδα στους δεκάδες ανθρώπους που έχουν λάβει μέρος στις δεκαπενθήμερες διεπιστημονικές συναντήσεις που πραγματοποιούνται κάθε χρόνο στη Σύρο. Για λόγους που δεν είναι του παρόντος, πολύ συχνά έχουμε την αίσθηση πως από τον ελλαδικό χώρο απουσιάζουν οι ζωηρές πνευματικές κοινότητες που έχουν κατακτήσει τον τρόπο να συζητούν, που είναι σε θέση να συμφωνούν και να διαφωνούν χωρίς υπερβολικές εντάσεις, χωρίς περιττούς ανταγωνισμούς, χωρίς περίπλοκους υπολογισμούς προσωπικής κυριαρχίας. Με τη θερμή, γεμάτη ασφάλεια και ανιδιοτέλεια επιστημονική του προσωπικότητα, λειτουργώντας ως σπάνιος καταλύτης, ο Βασίλης Παναγιωτόπουλος διαθέτει το χάρισμα να δημιουργεί γύρω του παρόμοιες κοινότητες, αποφεύγοντας τους άχρηστους κατακερματισμούς, ρίχνοντας διαρκώς γέφυρες, κατασκευάζοντας την αναγκαία συνθήκη καλής πίστης χάρη στην εμπιστοσύνη, τον σεβασμό και την αγάπη που εντελώς αυθόρμητα δείχνει στον συνομιλητή του. Με τη σαφήνεια της έκφρασης, την πλαστικότητα της αφήγησης και την αξιοθαύμαστη μεταδοτικότητά του, ο Βασίλης Παναγιωτόπουλος είναι ένας ζωντανός δάσκαλος, γενναιόδωρος και αφιλοκερδής για τον οποίο μοναδική ανταμοιβή κάθε εργασίας του μοιάζει να είναι η χαρά του δημιουργημένου έργου. Κι εδώ σταματώ όντας βέβαιη πως με τα λόγια μου τον έχω φέρει σε δύσκολη θέση.

Έντυπη