Γραμματα Αναγνωστων

ΑΡΧΕΙΟ ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ

Θωρηκτό Αβέρωφ και σχολικές εκδρομές

Κύριε διευθυντά

Αυτές τις ημέρες πολλά κροκοδείλια δάκρυα χύνονται από πολλούς για τη βεβήλωση του θρυλικού θωρηκτού «Αβέρωφ», από την κοσμική εκδήλωση, για την οποία όμως, και ορθώς, επιβλήθηκαν οι ανάλογες κυρώσεις.

Το θέμα αυτό θα ήθελα να το συνδέσω με ένα άλλο διαχρονικό πρόβλημα που υπάρχει σχετικά με τις εκδρομές των σχολείων της χώρας, για τις οποίες όμως καμιά ευαισθησία δεν εκδηλώνεται από τους κατά τα άλλα υπερευαίσθητους εκφραστές και διαμορφωτές της κοινής γνώμης.

Οι περιβόητες πενθήμερες εκδρομές των Λυκείων έχουν κατά κανόνα προορισμούς το εξωτερικό ή τουριστικά θέρετρα της ημεδαπής, δηλαδή Ρόδο, Κέρκυρα κ.λπ. Σε αυτές τις εκδρομές και με αυτά που συμβαίνουν κατά τη διάρκειά τους ακυρώνεται όλη η παιδευτική διαδικασία σε εθνικά και ηθικά θέματα που έγινε στους μαθητές κατά τα προηγούμενα χρόνια. Είναι δύσκολο, άραγε, το υπουργείο Παιδείας να έχει έναν κατάλογο με μερικούς προορισμούς εντός Ελλάδος π.χ. Ακρόπολη, Δελφούς, Ολυμπία, Ρούπελ, Αβέρωφ κ.λπ. και σε αυτούς μόνο τους προορισμούς να δίνεται έγκριση για εκδρομές του σχολείου; Εάν οι μαθητές θέλουν να πάνε σε άλλα μέρη, ας οργανώνουν οι Σύλλογοι Γονέων εκδρομές εκτός όμως σχολικής διαδικασίας.

Από τη στιγμή, λοιπόν, που η πολιτεία και η κοινωνία ανέχεται και επιτρέπει να γίνονται καταλήψεις από μαθητές και να γίνονται επίσης εκδρομές τέτοιους είδους, η απόσταση να συμβαίνουν αργότερα όσα έγιναν στο «Αβέρωφ», ή και χειρότερα, δεν είναι μεγάλη. Και γι' αυτό νομίζω ότι είναι μάλλον υποκριτικά τα δάκρυα που χύνονται.

Γιαννης Κουφακης

Το νόμιμο και το ηθικό

Κύριε διευθυντά

Στον επιτάφιο λόγο του Περικλέους, όπως μας τον διέσωσε ο Θουκυδίδης (σε μετάφραση Ε. Βενιζέλου), αναφέρεται μεταξύ άλλων: «εις τον δημόσιον μας βίον αποφεύγομεν την παρανομίαν, από ευλάβειαν προ πάντων προς τας επιταγάς των εκάστοτε αρχόντων και των νόμων, εκείνων ιδίως εξ αυτών, όσοι έχουν τεθεί είτε προς υπεράσπισιν των αδικουμένων, είτε μολονότι άγραφοι, φέρουν αναμφισβήτητον όνειδος εις τους παραβάτας των».

Η αρχή της συμμόρφωσης όχι μόνον απέναντι στους νόμους, αλλά και στους άγραφους εξ αυτών, δηλαδή σε ηθικούς κανόνες, χαρακτηρίζει σε κάθε εποχή το επίπεδο της πολιτικής ζωής κάθε χώρας.

Οι κατέχοντες μεγάλα ή μικρά δημόσια αξιώματα πρέπει πάντα να λειτουργούν «ως λυχνία επί όρους κειμένη» με την έννοια της συμμόρφωσης όχι μόνο στους ισχύοντες νόμους, αλλά κυρίως να επιδεικνύουν υψηλό ήθος συμμορφούμενοι και με τους ηθικούς κανόνες που πρέπει να διέπουν τη συμπεριφορά αυτών που φιλοδοξούν να εκπροσωπούν τον πολίτη.

Αυτή την αρχή συχνά την ξεχνούν κατά καιρούς κάποιοι πολιτικοί ή αξιωματούχοι σε διάφορα επίπεδα (δυστυχώς, λίγοι στάθηκαν στο ύψος τους, όπως προκύπτει από τις αποκαλύψεις στις υποθέσεις-σκάνδαλα Βατοπεδίου και Siemens), με δυσάρεστα επακόλουθα και με τραυματισμό της αξιοπιστίας του πολιτικού κόσμου και πτώση του επιπέδου της πολιτικής ζωής.

Ο Τζον Κένεντι πριν ακόμη εκλεγεί πρόεδρος των ΗΠΑ είχε γράψει ένα βιβλίο με τίτλο «Η σκιαγραφία των γενναίων», στο οποίο παρουσιάζει την προσωπικότητα Αμερικανών πολιτικών που σε κάποια φάση της πολιτικής τους ζωής δεν δίστασαν να πάρουν καίρια απόφαση κόντρα στο λαϊκό ρεύμα, που οδήγησε μερικούς και στην πολιτική καταστροφή. Υμνώντας το θάρρος αυτών των πολιτικών, που είπαν το μεγάλο «όχι» αγνοώντας το προσωπικό τους κόστος (συνιστώ το βιβλίο στους κάθε λογής αξιωματούχους), στην εισαγωγή διαπιστώνει: «στα ιδιωτικά επαγγέλματα όπως π.χ. στη βιομηχανία, το άτομο έχει το δικαίωμα να προωθεί τα ατομικά του συμφέροντα μέσα στο πλαίσιο του νόμου, για να φθάσει στην καθολική επιτυχία. Αλλά στον δημόσιο βίο απαιτούμε από το άτομο να θυσιάζει τα ατομικά του συμφέροντα για το γενικότερο καλό...».

Είναι σκληρό, αλλά όποιος φιλοδοξεί να υπηρετήσει τον πολίτη, προσφέρει πραγματικά μόνο όταν σέβεται πέρα από τους νόμους και κάποιους ηθικούς κανόνες. Γιατί πρέπει να ξέρει ότι πέρα από τους νόμους που ισχύουν για τους κοινούς πολίτες, αυτόν θα τον δεσμεύουν και κάποιοι άλλοι ηθικοί κανόνες. Και κυρίως να ξέρει ότι προσφέρει σημαντικό λιθαράκι στην αξιοπιστία του πολιτεύματος αν έχει έτοιμο μέσα του να πει το μεγάλο «όχι», όταν χρειαστεί, με όποιο κόστος.

Δημητρης Γαρουφας - πρώην πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης

Υπερβολικές προσδοκίες - μάταιες ελπίδες

Κύριε διευθυντά

Σε άρθρο τους (Κυριακάτικη «Καθημερινή» της 28/3 και 20/6 τ.έ., αντιστοίχως), οι κ. Χρ. Γιανναράς και Χαρ. Τσούκας εναποθέτουν την τελευταία και μόνη τους ελπίδα για κάθαρση της πολιτικής ζωής της χώρας στους δικαστές και στους εισαγγελείς. Ελπίδα που απηχεί γενική απαίτηση «του κόσμου», την οποία η ελληνική Δικαιοσύνη, καθ' όλη την κλίμακά της, πρέπει να ακούσει σοβαρά (αλλά και νηφάλια!), αν δεν θέλει να χάσει ό,τι απέμεινε από το πανταχόθεν βαλλόμενο -βασίμως ή αβασίμως, αδιάφορο- κύρος της.

Ωστόσο, με αφορμή και μόνο τα προμνησθέντα άρθρα είναι ευκαιρία να πούμε την πικρή αλήθεια. Οταν σε μια πολιτεία μόνη ελπίδα για ευνομία είναι οι δικαστές και οι εισαγγελείς, τότε στην πολιτεία αυτή πολλά έχουν φύγει εντελώς από τη θέση τους και άλλα τόσα είναι φαύλα και σαπρά. Τόσα πολλά, που μάταια προσδοκάται ή απαιτείται από τους κατασταλτικούς μηχανισμούς του κράτους να επαναφέρουν τίποτε λιγότερο από αυτή την ίδια την πολιτική της χώρας στον δρόμο της νομιμότητας. Τούτο σημαίνει, δεδομένης της κεντρικής θέσεως της πολιτικής και των πολιτικών στο σύνολο της κρατικά οργανωμένης κοινωνικής συμβίωσης, ότι μαζί με την πολιτική, στη νομιμότητα πρέπει να επανέλθει και όλη η κοινωνική και οικονομική ζωή, δηλαδή ολόκληρη η χώρα.

Πού, όμως, και πότε στη φιλελεύθερη Δύση κατορθώθηκε αυτό με δικαστικές αποφάσεις και ποινικό κολασμό; Πού και πότε εξυγιάνθηκαν από δικαστές και εισαγγελείς εκτεταμένα πεδία όλων -κυριολεκτικά όλων- των τομέων της κρατικής δράσης και της κοινωνικής συμβίωσης που έχουν ξωκείλει στην παρανομία; Πού και πότε με δικαστικές αποφάσεις σώθηκαν παρηκμασμένοι κοινωνικοί σχηματισμοί από τον αφανισμό και παραπαίουσες δημοκρατίες από την κατάρρευση; Πού και πότε βαθιές κοινωνικές δυσαρέσκειες διασκεδάστηκαν και κοινωνικές αναταραχές αποτράπηκαν με τη δικαστική ρομφαία; Πού και πότε δικαστές και εισαγγελείς αφύπνισαν χειμαζόμενους λαούς και αναστήλωσαν κατεστραμμένες οικονομίες; Οι απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά είναι προφανείς και όλες συνοψίζονται σε μία: ποτέ!

Οπου και όποτε οι δικαστικοί θεσμοί συνέβαλαν στην αποτροπή «του κακού» ή στην προαγωγή «του καλού», ποτέ δεν ήταν μόνοι και, πάντως, ποτέ δεν ήταν η τελευταία και μόνη ελπίδα για τα πάντα, όπως φαίνεται να συμβαίνει στην Ελλάδα, αν κρίνει κανείς από τις πολλές εκατοντάδες χιλιάδες νέων δικών κάθε χρόνο, σε όλα τα δικαστήρια της χώρας, για ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς. Οι δικαστικοί θεσμοί, όποτε έδρασαν μεταρρυθμιστικά σε μεγάλης κλίμακας πεδία της κρατικής δράσης και της κοινωνικής ζωής, ενθαρρύνθηκαν από έντιμους πολιτικούς, περιβλήθηκαν από υγιείς κοινωνικές δυνάμεις, υποστηρίχθηκαν από σθεναρούς κρατικούς θεσμούς, στηρίχθηκαν σε δυνατά, δικά τους πόδια και λειτούργησαν σε ένα κλίμα επαρκούς εμπιστοσύνης προς αυτούς. Τι από αυτά ισχύει στη χώρα μας; Ο χώρος δεν περισσεύει για παραδείγματα.

Ελπίδες σωτηρίας της Ελλάδος, πολλαπλασιασμένες τόσες φορές όσοι οι Ελληνες και τα απειράριθμα βαθιά, χρόνια και σκληρυμένα προβλήματα της χώρας, δεν πρέπει να επενδύονται μόνο, και πάντως όχι πρωτίστως, στους δικαστές και τους εισαγγελείς. Και τούτο γιατί, στη φιλελεύθερη Δύση ούτε οι δικαστικοί θεσμοί μπορούν να γίνουν σωτήρες λαών, ούτε οι λειτουργοί τους θεραπευτές άρρωστων κρατικών και κοινωνικών θεσμών. Σε καιρούς γενικευμένης κρίσης είναι και αυτοί, εκόντες - άκοντες, κομμάτια της κρίσης: συμπαραγωγοί και θύματά της.

Παναγιωτης Κ. Τσουκας - Πάρεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας

Έντυπη

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ