Του Kevin Featherstone*

Πώς υπολογίζεται το πολιτικό κόστος;

ΑΡΧΕΙΟ ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ

Υπολογίζουν άραγε οι Ελληνες πολιτικοί το «πολιτικό κόστος» με τρόπο διαφορετικό από εκείνον των Ευρωπαίων συναδέλφων τους; Το ερώτημα αυτό είναι ιδιαίτερα επίκαιρο, καθώς η οικονομική κρίση, που διέρχεται η χώρα, επανέφερε τη συζήτηση για τις αποτυχίες και τις καθυστερήσεις του παρελθόντος. Πολλοί ξένοι αναλυτές κατηγόρησαν τις ελληνικές πολιτικές ηγεσίες ότι υπήρξαν πολύ άτολμες και πολύ φοβισμένες για να εφαρμόσουν τις μεταρρυθμίσεις που είχε ανάγκη η πατρίδα τους. Εχει επίσης υποστηριχθεί ότι οι Ελληνες πολιτικοί υπήρξαν συνήθως προσκολλημένοι σε μικροκομματικούς υπολογισμούς. Είναι δίκαιη αυτή η κριτική;

Η αλήθεια είναι ότι δεν μπορεί να πει κανένας πως δεν έγιναν μεταρρυθμιστικές προσπάθειες στην Ελλάδα, τις τελευταίες δεκαετίες. Τουναντίον, υπήρξε σειρά πρωτοβουλιών σε ευαίσθητους τομείς, όπως οι αποκρατικοποιήσεις, η παιδεία, η αγορά εργασίας και το ασφαλιστικό σύστημα. Σε πολλές περιπτώσεις, οι αρμόδιοι υπουργοί υπέστησαν μεγάλο πολιτικό κόστος. Αλήθεια, πόσοι υπουργοί Παιδείας επιβίωσαν πολιτικά μετά τις αλλαγές που προώθησαν στο σύστημα; Αρκεί να θυμηθεί κανείς τα παραδείγματα του Κοντογιαννόπουλου, του Αρσένη και της Γιαννάκου. Ανάλογη τύχη είχαν και όσοι προσπάθησαν να αλλάξουν ριζικά το συνταξιοδοτικό σύστημα. Σήμερα, ο Λοβέρδος πρέπει να γνωρίζει καλά πόσο ευάλωτος έχει γίνει. Θάρρος όμως ενάντια στη βούληση της κοινής γνώμης δεν έδειξαν μόνον υπουργοί, αλλά και αρκετοί πρωθυπουργοί στη σύγχρονη ιστορία της χώρας. Ανάμεσα στους μεταρρυθμιστές, θα μπορούσε να συμπεριλάβει κανείς τον Μητσοτάκη, τον Σημίτη και τώρα τον Παπανδρέου. Μάλιστα, είναι αξιοσημείωτο ότι η χρήση του όρου «πολιτικό κόστος» άρχισε να γενικεύεται τη δεκαετία του 1990, παράλληλα δηλαδή με την ένταση των προσπαθειών να καταπολεμηθούν τα προνόμια συντεχνιών και κατεστημένων συμφερόντων.

Δεν είναι λοιπόν ότι οι Ελληνες πολιτικοί έχουν μεγαλύτερους ενδοιασμούς. Η διαφορά έγκειται στο ευρύτερο κοινωνικο-πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ορίζεται η έννοια του πολιτικού κόστους. Με τον τρόπο που λειτουργεί η πολιτική στην Ελλάδα, όσοι την ασκούν είναι αναγκασμένοι να ελίσσονται μέσα σε έναν κόσμο ρουσφετιού και πελατειακών σχέσεων, τον οποίο ορισμένοι εξ αυτών συνέβαλαν ώστε να δημιουργηθεί. Κάποτε, η πολιτική κοινωνιολόγος Αδαμαντία Πόλις είχε παρατηρήσει ότι, στην Ελλάδα, η λέξη «άφιλος» αναφέρεται στον άνθρωπο που προσπαθεί να αποστασιοποιηθεί από τέτοιες συμπεριφορές. Η άρνηση να ικανοποιήσεις μία χάρη επιφέρει πολύ μεγαλύτερο κόστος στην Ελλάδα απ' ό, τι αλλού.

Επίσης, πρέπει να επισημανθεί ότι η εμπλοκή σε υποθέσεις διαφθοράς στην Ελλάδα συνδέεται άμεσα με τους υπολογισμούς που γίνονται για το ρίσκο που ενέχουν τέτοιες δραστηριότητες. Οπως διεφάνη και από την έκθεση του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη διαφθορά στην Ελλάδα, που δόθηκε στη δημοσιότητα τον Ιούλιο, τα οικονομικά των κομμάτων βρίθουν τέτοιων περιπτώσεων. Αυτό συμβαίνει εν μέρει διότι οι πιθανότητες να γλιτώσει κάποιος τις κυρώσεις είναι αυξημένες. Ενδεικτικές είναι οι περιπτώσεις του Θόδωρου Τσουκάτου και του Τάσου Μαντέλη, σε σχέση με το σκάνδαλο της Siemens, των ατόμων που ενεπλάκησαν στις ανταλλαγές ακινήτων με τη Μονή Βατοπεδίου, ακόμη και εκείνων που συμμετείχαν στο σκάνδαλο Κοσκωτά παλαιότερα. Πόσοι εξ αυτών έχουν καταδικαστεί; Γιατί φυλακίστηκε στη Βρετανία ο πρώην πρόεδρος της De Puy και στην Ελλάδα δεν έχει πάει κανένας φυλακή από εκείνους που δέχθηκαν μίζες για τις προμήθειες των νοσοκομείων; Πρόσφατα, ένας υψηλόβαθμος Ελληνας αξιωματούχος μού είπε ότι ο μεγαλύτερος φόβος για έναν Ελληνα πολιτικό είναι να ανακαλύψει ότι κάποιος από τους συνεργάτες του είναι διεφθαρμένος. Αλήθεια; Και τότε, γιατί τόσο πολλοί πολιτικοί ανέχονται τα βρώμικα παιχνίδια που παίζονται γύρω τους, για όσο καιρό θεωρούν ότι αυτό  δεν θα τους κοστίσει;

Επομένως, είναι αλήθεια ότι η τέχνη της πολιτικής ασκείται στην Ελλάδα με λάθος τρόπο. Οι λόγοι όμως που εμποδίζουν τις μεταρρυθμίσεις είναι πολύ βαθύτεροι. Η ιδεολογία που πάντοτε υπερίσχυε ήταν εκείνη του συντηρητισμού και της προάσπισης συντεχνιακών συμφερόντων, όπως συνέβαινε μέχρι τώρα με τους ιδιοκτήτες φορτηγών Δ. Χ. Οι Ελληνες ψηφοφόροι δηλαδή δεν αντέμειβαν τους μεταρρυθμιστές. Αντιθέτως, φοβούνταν ότι οι αλλαγές που εκείνοι φέρνουν θα υποβαθμίσουν τις ήδη προβληματικές δημόσιες υπηρεσίες της χώρας.

Πώς μπορεί λοιπόν να αλλάξει η προσέγγιση στο πολιτικό κόστος; Μία λύση είναι να αναζητήσει κανείς νομιμοποίηση από εξωτερικούς παράγοντες. Για παράδειγμα, ο στόχος της ένταξης στο ευρώ, η διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 και ενδεχομένως σήμερα το Μνημόνιο συνέβαλαν ώστε να νομιμοποιηθούν κινήσεις που υπό άλλες συνθήκες θα είχαν πολύ μεγάλο κόστος. Ακόμη και έτσι όμως, ο Παπανδρέου και ο Παπακωνσταντίνου επωμίζονται αυτήν τη στιγμή μεγάλο ρίσκο. Θα μπορούσε βέβαια να πει κάποιος, ότι στριμώχτηκαν και υποχρεώθηκαν να προχωρήσουν σε αλλαγές, καθώς η χώρα τέθηκε υπό την κηδεμονία της Ε. Ε και του ΔΝΤ, τα στελέχη των οποίων αντιμετωπίζονται από την ελληνική κοινή γνώμη όπως η Ιερά Εξέταση. Από την άλλη, όμως, ποιος θα μπορούσε να προσάψει στον Παπανδρέου και τον Παπακωνσταντίνου ότι δρουν με γνώμονα το μικροκομματικό συμφέρον;

Συμπερασματικά, θα λέγαμε ότι οι Ελληνες πολιτικοί δεν είναι πιο φοβητσιάρηδες απέναντι στο πολιτικό κόστος από άλλους συναδέλφους τους. Ταυτόχρονα όμως, ο τρόπος που υπολογίζονται το κόστος και οι κίνδυνοι για τους πολιτικούς στην Ελλάδα είναι διαφορετικός. Σε άλλες χώρες, τα παράθυρα για την υιοθέτηση μεταρρυθμίσεων είναι λιγότερο στενά. Η κρίση που διέρχεται η χώρα αυτόν τον καιρό μπορεί να είναι σημείο καμπής και επιτέλους οι μεταρρυθμιστές να αποκομίσουν τους καρπούς των κόπων τους.

* O Kevin Featherstone είναι καθηγητής στο London School of Economics, όπου διευθύνει το Ελληνικό Παρατηρητήριο.

Έντυπη

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ