Του Kevin Featherstone*

Ελληνικά πανεπιστήμια: η νέα Ολυμπιακή;

ΑΡΧΕΙΟ ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ

Λόγω της παρακαταθήκης που άφησε το φοιτητικό κίνημα στον αντιδικτατορικό αγώνα, το πανεπιστήμιο καταλαμβάνει μία εξαιρετική θέση στην ελληνική κουλτούρα, η οποία εκτείνεται πολύ πέρα από τον επιμορφωτικό του ρόλο, όπως συμβαίνει σε άλλες χώρες. Πολλοί από εκείνους που βρίσκονται μέσα στο εκπαιδευτικό σύστημα επιθυμούν να διατηρήσουν αυτήν την ιδιαιτερότητα: στην ουσία, απαιτούν να απολαμβάνουν ασυλία από την υπόλοιπη κοινωνία. «Δεν μπορούμε να εμπιστευτούμε στους ξένους το αγαπημένο μας σύστημα», υποστηρίζουν. «Οσοι είναι έξω από αυτό δεν μπορούν να το καταλάβουν, δεν συμμερίζονται τις αξίες μας».

Το πρόβλημα είναι ότι ο κόσμος έχει αλλάξει. Ολοι οι δείκτες συγκλίνουν στο συμπέρασμα ότι το ελληνικό πανεπιστήμιο δεν είναι αποτελεσματικό. Ολο και περισσότεροι γονείς που έχουν την οικονομική δυνατότητα αποφασίζουν να στείλουν τα παιδιά τους στο εξωτερικό, ενώ όλο και περισσότεροι Ελληνες ακαδημαϊκοί επιλέγουν να διδάξουν στο εξωτερικό, επίσης. Η υπόλοιπη κοινωνία δεν συμμερίζεται την αντίληψη των εκπροσώπων του συστήματος ότι τα πανεπιστήμια της χώρας οφείλουν να διατηρήσουν την ιδιαιτερότητά τους. Εξάλλου, είναι χαρακτηριστικό ότι οι ελληνικές οικογένειες πληρώνουν στον ιδιωτικό τομέα περισσότερα από όλες τις άλλες ευρωπαϊκές για την εκπαίδευση των παιδιών τους.

Μέχρι σήμερα, δεν έχω γνωρίσει ούτε έναν Ελληνα πανεπιστημιακό που να υποστηρίζει ότι το μοναδικό πρόβλημα είναι η υποχρηματοδότηση του συστήματος από το κράτος. Οι ηγεσίες των πανεπιστημίων υπονομεύουν το έργο τους, λόγω της εσωτερικής πολιτικοποίησης στην οποία τους σπρώχνουν οι κομματικές νεολαίες. Ο πύργος της εξουσίας τους είναι χτισμένος στην άμμο: δεν μπορούν καν να αποτρέψουν τους βανδαλισμούς και τις κλοπές στον χώρο του πανεπιστημίου, πόσω μάλλον να ενθαρρύνουν την ακαδημαϊκή προκοπή. Στο παρελθόν, το υπουργείο Παιδείας προσπάθησε να διορθώσει αυτήν την αδυναμία ενισχύοντας τον έλεγχο που ασκεί στο σύστημα, με αποτέλεσμα όμως να επιδεινώσει την αναποτελεσματικότητα και να συνθλίψει τη διάθεση για καινοτομία.

Η υπόθεση μου θυμίζει σε πολλές όψεις της την παλιά Ολυμπιακή Αεροπορία. Και εκείνη θεωρούνταν «πέραν των ορίων» της μεταρρύθμισης. Οι διοικήσεις της δεν μπορούσαν να διοικήσουν, λόγω των πελατειακών σχέσεων και των υπουργικών παρεμβάσεων. Η διαχείριση των πόρων ήταν αστεία και ακόμη και σήμερα κανείς δεν ξέρει τι να κάνει με το πλεονάζον προσωπικό από εκείνη την εταιρεία.

Οι προτάσεις της κυβέρνησης, λοιπόν, για τη μεταρρύθμιση της ανώτατης παιδείας αξίζουν σοβαρής μελέτης, καθώς ανοίγουν προς συζήτηση μείζονα ζητήματα. Υποστηρίζω με θέρμη την πρόταση να επιλέγουν μόνοι τους οι ακαδημαϊκοί τα θέματα που θα διδάξουν και το πρόγραμμα διδασκαλίας. Ως εκπαιδευμένοι ειδικοί, αξίζουν να έχουν και την αυτονομία τους. Με το προνόμιο της αυτονομίας, όμως, έρχεται και η ευθύνη της λογοδοσίας στην υπόλοιπη κοινωνία. Η ιδέα της σύστασης «διοικητικών συμβουλίων» με μέλη και ειδικούς από την ευρύτερη κοινωνία είναι επομένως σωστή. Οι προτάσεις αυτές αντανακλούν την πραγματικότητα που συναντά κανείς στα πανεπιστήμια των ΗΠΑ και του Ηνωμένου Βασιλείου: τα πανεπιστήμια δηλαδή όπου τόσο πολλοί Ελληνες πηγαίνουν για να σπουδάσουν. Εχοντας περάσει πάνω από 30 χρόνια σε αυτά τα συστήματα, μπορώ να διαβεβαιώσω ότι ουδέποτε ένιωσα να απειλούμαι ως ακαδημαϊκός από τα συμβούλια, στα οποία συμμετέχουν και άνθρωποι που δεν είναι καθηγητές. Εξάλλου, ποτέ δεν ένιωσα ότι οι πανεπιστημιακοί είναι οι μοναδικοί με γνώσεις επάνω σε θέματα στρατηγικού σχδιασμού, διαχείρισης οικονομικών θεμάτων και ανάπτυξης.

Τα ελληνικά πανεπιστήμια όμως χρειάζονται και άλλες αλλαγές. Ως πανεπιστημιακός στο Ηνωμένο Βασίλειο, υπόκειμαι σε αξιολόγηση για τη διδασκαλία μου, ενώ υποχρεούμαι να μετεκπαιδευόμαι συνεχώς, ούτως ώστε να είμαι αρκούντως αποτελεσματικός στην άσκηση των καθηκόντων μου. Την ίδια στιγμή, η ποιότητα της έρευνάς μου επίσης αξιολογείται και από τα αποτελέσματα αυτής της αξιολόγησης εξαρτάται το πόσα χρήματα θα πάρει το πανεπιστήμιό μου από το κράτος. Δέχομαι να με αξιολογούν, ως αντάλλαγμα για το προνόμιο μιας μόνιμης θέσης. Δυστυχώς, οι πρωτοβουλίες που έχει πάρει και προς αυτήν την κατεύθυνση η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια είναι ανεπαρκείς.

Στον σημερινό κόσμο δεν έχουμε την πολυτέλεια να διατηρούμε αποκλεισμένα πανεπιστημιακά συστήματα. Η διαδικασία πρόσληψης και προαγωγής του προσωπικού τους πρέπει να ανοίξει, ώστε οι αποφάσεις να λαμβάνονται με παγκοσμίως αποδεκτά κριτήρια. Στην Κοπεγχάγη μιλούν συχνά για τον κίνδυνο να είναι κάποιος «παγκοσμίως διάσημος στη Δανία», έκφραση που αναφέρεται στους τοπικούς αστέρες, των οποίων η ποιότητα δεν αποδεικνύεται αλλά θεωρείται δεδομένη. Και σε αυτήν την περίπτωση, τα αμερικανικά και τα βρετανικά πανεπιστήμια προσλαμβάνουν και προάγουν, λαμβάνοντας υπόψη τα διεθνώς παραδεδεγμένα κριτήρια. Η ενίσχυση της ποιότητας των σπουδών εξαρτάται επίσης από τον ανταγωνισμό. Οι πόροι που διατίθενται για την έρευνα πρέπει να διανέμονται μέσω ενός ανοικτού αξιοκρατικού συστήματος.

Υπάρχουν πολλοί Ελληνες πανεπιστημιακοί που θαυμάζω. Αλλά τα πανεπιστήμια δεν είναι κτήμα ούτε των καθηγητών ούτε των φοιτητών. Οι οικογένειες, οι φορολογούμενοι, η οικονομία και η κοινωνία έχουν επίσης έννομο συμφέρον στο πώς διοικούνται. Ο νέος διάλογος που ξεκίνησε για τη μεταρρύθμιση της Ανώτατης Παιδείας δεν μπορεί να τορπιλιστεί από τους φοιτητές που διαμαρτύρονται ή από τους πρυτάνεις που αρνούνται να συζητήσουν. Οι ενέργειές τους τους χαρίζουν δημοσιότητα στα μίντια, αλλά είναι βλαπτικές προς το εθνικό συμφέρον.

* Ο κ. Kevin Featherstone είναι καθηγητής στο London School of Economics, όπου διευθύνει το Ελληνικό Παρατηρητήριο, και μέλος του Εθνικού Συμβουλίου Ερευνας και Τεχνολογίας της Ελλάδας.

Έντυπη

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ