Του Kevin Featherstone*

Παρακολουθώντας την πυρκαγιά

ΑΡΧΕΙΟ ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ

Ο,τι πέτυχε η Ευρωπαϊκή Ενωση τα τελευταία είκοσι χρόνια βρίσκεται σήμερα σε κίνδυνο. Η κρίση του 2010 θέτει εν αμφιβόλω τόσο τη δυνατότητα του ευρώ να επιβιώσει στην παρούσα μορφή του όσο την πολιτική βούληση να προστατευθεί το ενιαίο νόμισμα. Την περασμένη άνοιξη, η Ελλάδα χρειάστηκε απεγνωσμένα βοήθεια, αλλά αφέθηκε να περιμένει, με αποτέλεσμα να εκτοξευθεί και το κόστος της διάσωσης, αλλά και οι κοινωνικές θυσίες που απαιτούνται πλέον από τους πολίτες της. Την περασμένη εβδομάδα, η Ιρλανδία προσπάθησε να αρνηθεί τη βοήθεια, αλλά αναγκάστηκε τελικά να τη δεχθεί με το ζόρι, με αποτέλεσμα να αποσταθεροποιηθεί ακόμη περισσότερο το σύστημα. Η Πορτογαλία βρίσκεται επίσης σε ευάλωτη θέση, με ορισμένους να θεωρούν ότι πρόκειται για χειρότερη περίπτωση από την Ιρλανδία.

Η νομισματική ένωση παραβίασε φέτος τους κανόνες που η ίδια είχε θέσει: Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα παρενέβη για να χρηματοδοτήσει επί της ουσίας ελλείμματα για συγκεκριμένη χρονική περίοδο και οι διασώσεις κρατών αποτελούν πια αποδεκτή επιλογή. Εντούτοις, οι αγορές ακόμη αμφιβάλλουν τόσο για την αποφασιστικότητα της Ε.Ε., όσο και για την αποτελεσματικότητα των εργαλείων της. Οχι μόνο η διαχείριση της κρίσης του ευρώ υπήρξε αλλοπρόσαλλη και απογοητευτική, αλλά και η ατζέντα για τη μελλοντική μεταρρύθμιση του συστήματος μοιάζει εξαιρετικά ανεπαρκής μακροπρόθεσμα.

Τον Οκτώβριο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε ένα πακέτο έξι νομοθετικών προτάσεων: οι κυρώσεις σε χώρες που παραβαίνουν το σύμφωνο σταθερότητας να είναι αυτόματες· τα απείθαρχα κράτη να πληρώνουν πρόστιμα· η Κομισιόν να ασκεί πιο στενό έλεγχο στα ελλείμματα και τα χρέη· να θεσπιστούν νέοι πιο διαφανείς κανόνες για την επεξεργασία των στατιστικών στοιχείων· και να δημιουργηθεί ένας βαθμολογικός πίνακας που θα μετράει τη μακροοικονομική θέση του κάθε κράτους-μέλους. Την ίδια στιγμή, ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Χέρμαν βαν Ρομπέι, ένας άνθρωπος που έχει πολλούς λόγους να είναι μετριόφρων, ορίστηκε επικεφαλής μιας ομάδας δράσης που παρουσίασε τις δικές τις προτάσεις, οι οποίες ήταν όμως πιο ασαφείς. Στη Σύνοδο Κορυφής των Βρυξελλών, οι ηγέτες της Ε.Ε. αποφάσισαν να νερώσουν τις προτάσεις της Κομισιόν. Το πιο σημαντικό ήταν ότι οι κυρώσεις δεν θα είναι αυτόματες. Η Κομισιόν ήθελε να αποφύγει την αλλαγή των Συνθηκών, αλλά η Γερμανία επιμένει, κυρίως για συμβολικούς λόγους. Ετσι, οι πιο αδύναμες αλλαγές θα έχουν πιο ισχυρό νομικό έρεισμα και την ερχόμενη εβδομάδα το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο θα τις επικυρώσει υποτίθεται, ώστε να τεθούν σε ισχύ μετά το 2013.

Η συμφωνία όμως στην οποία κατέληξαν οι Ευρωπαίοι είναι μία από τα ίδια, παρά το γεγονός ότι οι πρόσφατες εξελίξεις απέδειξαν ότι το σύστημα δεν μπορεί να αποτρέψει σοβαρές κρίσεις. Οι κρίσεις του 2010 μας υποχρεώνουν να κοιτάξουμε ξανά τα λάθη που έγιναν στη δημιουργία του ενιαίου νομίσματος. Η οικονομική θεωρία λέει ότι τα απαραίτητα θεμέλιά του θα έπρεπε να είναι μία πραγματική κοινή αγορά (με πλήρη ελευθερία κίνησης) και, σύμφωνα με ορισμένους, καλός δημοσιονομικός συντονισμός. Η Γερμανία, αλλά και άλλοι, υποστήριξαν ότι και το πρώτο και το δεύτερο δεν είναι ρεαλιστικό να επιτευχθούν πλήρως. Το Βερολίνο τάχθηκε υπέρ της δημοσιονομικής πειθαρχίας, χωρίς όμως να δώσει τα απαραίτητα εργαλεία στους ευρωπαϊκούς θεσμούς ώστε να ελέγχουν και να παρεμβαίνουν στα εσωτερικά οικονομικά των κρατών-μελών. Καταλήξαμε, λοιπόν, με ένα ατελές σύστημα, ευάλωτο στις αποκλίσεις και στις διαφορές ανταγωνιστικότητας.

Δεν ξέρουμε αν το πακέτο στήριξης θα συνεχιστεί και μετά το 2013. Ωστόσο, οι εξελίξεις των τελευταίων εβδομάδων κάνουν πολλούς αναλυτές να αμφιβάλλουν κατά πόσον η Ελλάδα, η Ιρλανδία και άλλοι θα καταφέρουν να επιστρέψουν στη δημοσιονομική σταθερότητα, χωρίς παράταση της βοήθειας. Ο αποπληθωρισμός από μόνος του δεν αρκεί για να φέρει τη δημοσιονομική σύγκλιση. Χρειάζεται και ανάπτυξη και αυτό σημαίνει εξωτερική στήριξη. Οι αλλαγές που προτείνονται όμως είναι κάτι μεταξύ γερμανικού μαζοχισμού και γαλλικού συγκεντρωτισμού, χωρίς να κλίνουν αποφασιστικά προς κάποια πλευρά. Υποπτεύεται κανείς, λοιπόν, ότι οι αγορές θα απορρίψουν τις ευρωπαϊκές μωρολογίες.

Η κρίση όμως δεν αφορά τις δυνατότητες μόνο, αλλά και την πολιτική βούληση. Αν το κοινό νόμισμα είχε αμιγώς οικονομικό χαρακτήρα, δεν θα είχε καν δημιουργηθεί. Σκοπός του ήταν να ενισχύσει την αίσθηση αλληλεγγύης και να συμβάλλει στο χτίσιμο μιας πολιτικής Ε.Ε. Ο Κολ, ο Μιτεράν και ο Ντελόρ ξεπέρασαν τα εμπόδια και άλλαξαν την ατζέντα των καιρών τους. Σήμερα, ο Μπαρόζο βρίσκεται σε αυτήν τη θέση ακριβώς επειδή είναι αναποτελεσματικός, ο Σαρκοζί είναι ανίσχυρος και η Μέρκελ είναι μία πολιτικός εσωτερικής κατανάλωσης, χωρίς ευρύτερο όραμα.

Οι επόμενες εβδομάδες και μήνες θα καθορίσουν το μέλλον του ευρώ. Οι αγορές μπορεί να πιέσουν για την πλήρη διάλυσή του, αλλά αυτό δεν θα είναι εύκολο. Από την άλλη, μία μικρότερη Ευρωζώνη μοιάζει πιθανό σενάριο: στην ουσία θα πρόκειται για μία επιστροφή στη ζώνη του γερμανικού μάρκου, της δεκαετίας του 1980 και 1990 και μία όλο και πιο καχύποπτη κοινή αγορά. Σε αυτήν την περίπτωση, η «Ευρώπη» θα πάψει να έχει σημασία στη διεθνή σκηνή. Είναι άραγε λογικό από τους ηγέτες μας να κάθονται και να παρατηρούν την πυρκαγιά, χωρίς να οπλίζονται για να τη σβήσουν;

* Ο κ. Kevin Featherstone είναι καθηγητής στην Εδρα «Ελευθέριος Βενιζέλος» του London School of Economics, όπου διευθύνει το Ελληνικό Παρατηρητήριο.

Έντυπη

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ