Του Kevin Featherstone*

Λαϊκισμός και ρηχή πολιτική

ΑΡΧΕΙΟ ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ

O αξιοσέβαστος Αμερικανός οικονομολόγος, Τζον Κένεθ Γκαλμπρέιθ, έγραψε κάποτε ότι είχε άδικο ο Μπίσμαρκ· η πολιτική δεν είναι η τέχνη του εφικτού. Είναι η επιλογή μεταξύ του δυσάρεστου και του καταστροφικού. Οι υπουργοί της ελληνικής κυβέρνησης είναι βέβαιο ότι καταλαβαίνουν πλέον τι εννοούσε ο Γκαλμπρέιθ. Πώς μπορεί, όμως, το δυσάρεστο να γίνει ευχάριστο;

Υπό μία σημαντική έννοια, οι κυβερνήσεις έχουν τους λαούς που τους αξίζουν. Δηλαδή, η τέχνη της δημιουργίας περισσότερων πολιτικών επιλογών εξαρτάται από το πόσο ενημερώνονται οι πολίτες για τα οφέλη της κάθε επιλογής. Στη σύγχρονη εποχή, δεν μπορούμε βέβαια να περιμένουμε από τους ηγέτες μας να φτάσουν στο επίπεδο του Αριστοτέλη. Αλλά θα πρέπει να μπορούμε να συζητάμε πιο σοβαρά για τις διαθέσιμες πολιτικές επιλογές που υπάρχουν.

Εντούτοις, η ευθύνη για τη διεξαγωγή σοβαρού διαλόγου δεν πρέπει να επαφίεται μόνο στους πολιτικούς, αλλά και στην ευρύτερη κοινωνία των πολιτών και εξαρτάται από το κατά πόσον η τελευταία συμμετέχει στις δημοκρατικές διαδικασίες. Αν το κάνει επαρκώς, τότε μπορεί να αναπληρώσει το κενό των πολιτικών: τα φθηνά λαϊκιστικά επιχειρήματα δεν συναντούν ευήκοα ώτα όταν αντιμετωπίζονται με ακαδημαϊκό σκεπτικισμό και εξετάζονται οι συνέπειές τους.

Οι αποτυχίες των μεταρρυθμιστικών προσπαθειών από διαδοχικές κυβερνήσεις στην Ελλάδα, οφείλονται, εν μέρει, στον τρόπο με τον οποίο το σύστημα αντιλαμβάνεται και αποπειράται να υλοποιήσει συγκεκριμένες ενέργειες. Εξ ου και οι μεταρρυθμίσεις είναι συχνά ρηχές και στερούνται εύρους. Η επικρατούσα άποψη υπήρξε ότι μία μεταρρύθμιση αρχίζει και τελειώνει με ένα νόμο. Το σύστημα υποφέρει έτσι από πολυνομία και μάχεται να βγάλει άκρη για να καταλάβει πώς ο ένας νόμος σχετίζεται με τον άλλον. Επιπλέον, η κύρια ενασχόληση των κυβερνήσεων δεν είναι η σωστή εφαρμογή πολιτικών και η αξιολόγησή τους, αλλά η εμμονή με τον καθορισμό της κάθε λεπτομέρειας, σε αυστηρά ιεραρχική σειρά. Για τα πάντα σχεδόν, απαιτείται υπουργική υπογραφή. Η αδράνεια των ελληνικών κυβερνήσεων χρονολογείται από την εποχή της Ανεξαρτησίας.

Τα υπουργεία καθηλώνονται, λόγω των αναγκών τους σε προσωπικό, το οποίο απαιτείται για να φέρει εις πέρας ακόμη και τις πιο ανούσιες λειτουργίες. Αντιθέτως, λίγοι πόροι διοχετεύονται στην παροχή υπηρεσιών συμβουλευτικής. Τέτοιες συμβουλές παρέχονται μόνο σε ad hoc βάση, από προσωπικούς συμβούλους, χωρίς καμία συστηματοποίηση. Ετσι, η διαδικασία παραγωγής πολιτικής αποδεικνύεται εκ των πραγμάτων ρηχή. Πώς μπορεί μία χούφτα συμβούλων να παράξει ολοκληρωμένες προτάσεις και -κυρίως- να αξιολογήσει τα αποτελέσματα συγκεκριμένων πολιτικών μετά την εφαρμογή τους;

Κάποιοι πιο ανοιχτόμυαλοι υπουργοί ανοίγουν τη διαδικασία της υλοποίησης πολιτικών σε ευρύτερη διαβούλευση με ειδικούς. Αυτό είναι φυσικά θετικό στοιχείο, αλλά το αποτέλεσμα είναι ότι τους παρέχονται σχόλια, αντί για σοβαρές και εμπεριστατωμένες μελέτες.

Η ευρύτερη κοινωνία των πολιτών απέτυχε, λοιπόν, να αναπληρώσει το κενό των εσωτερικών αδυναμιών της διακυβέρνησης. Η Ελλάδα, βέβαια, έχει μία πληθώρα οργανισμών που αυτοπροσδιορίζονται ως «δεξαμενές σκέψης», αλλά στη συντριπτική τους πλειοψηφία δεν διαθέτουν ούτε πολιτική ανεξαρτησία ούτε επαρκείς πόρους. Το ΕΛΙΑΜΕΠ αποτελεί μία ευχάριστη εξαίρεση, καθώς παράγει σοβαρές μελέτες στον χώρο της εξωτερικής πολιτικής, συνθέτοντας πολλές και διαφορετικές πολιτικές απόψεις.

Ισως η πιο χρήσιμη συνεισφορά που θα μπορούσαν να κάνουν στην ελληνική κοινωνία οι φιλανθρωπικοί οργανισμοί της χώρας, στο μέσον αυτής της οικονομικής κρίσης, θα ήταν να σκεφτούν πώς θα μπορούσαν να αναπροσδιορίσουν τους όρους του πολιτικού διαλόγου. Πιο συγκεκριμένα, θα μπορούσαν να δημιουργήσουν μία νέα και ανεξάρτητη δεξαμενή σκέψης, επιφορτισμένη με τη μελέτη των οικονομικο-κοινωνικών προβλημάτων της Ελλάδας και την παραγωγή προτάσεων για λύσεις σε αυτά. Η συνεργασία μεταξύ των Ιδρυμάτων θα διασφάλιζε και την πολιτική ανεξαρτησία του φορέα.

Μια τέτοια δεξαμενή σκέψης θα ήλεγχε τις πολιτικές της κάθε κυβέρνησης και, κυρίως, το κατά πόσον τα λόγια επιβεβαιώνονται από στοιχεία, θα ταυτοποιούσε προβλήματα που ζητούν λύση, θα συνέκρινε τις επιδόσεις των κρατικών υπηρεσιών στην Ελλάδα με τις καλές πρακτικές που ακολουθούνται στο εξωτερικό και θα πρότεινε πολιτικές προς υλοποίηση. Παράδειγμα τέτοιου είδους δεξαμενής σκέψης είναι το Ινστιτούτο Δημοσιονομικών Μελετών στο Ηνωμένο Βασίλειο (Institute for Fiscal Studies), το οποίο συν-διευθύνεται από έναν Ελληνα, τον Κώστα Μεγήρ.

Σήμερα, στην Ελλάδα δεν λείπουν οι ιδέες -πολλοί από εσάς μάλιστα έχετε την ευγένεια και μου τις μεταφέρετε απευθείας- αλλά λείπει η τεκμηρίωσή τους και η παραγωγή εναλλακτικών προτάσεων. Είναι αλήθεια ότι μπορεί να βρει κανείς και στο Ιντερνετ κείμενα και απόψεις υψηλού επιπέδου. Το καλύτερο ίσως παράδειγμα είναι η ιστοσελίδα «Greek Economists for Reform.com», όπου ορισμένοι από τους καλύτερους οικονομολόγους της χώρας συζητούν για τις μεταρρυθμίσεις. Αλλά ένα δίκτυο ανθρώπων σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να υποκαταστήσει μία καλά οργανωμένη δεξαμενή σκέψης, με επαρκείς πόρους. Ενας τέτοιος φορέας θα προσέφερε τεχνική βοήθεια και ανεξάρτητη νομιμοποίηση σε νέες πολιτικές επιλογές. Η φωνή του θα ακουγόταν αναγκαστικά από κυβέρνηση και αντιπολίτευση, από τους ψηφοφόρους και, ναι, και από την τρόικα. Μόνο τότε η πολιτική στη χώρα θα ξαναγινόταν η τέχνη του εφικτού και ο δημόσιος διάλογος θα αναβαθμιζόταν.

* Ο κ. Kevin Featherstone είναι καθηγητής στην Εδρα «Ελευθέριος Βενιζέλος» του London School of Economics, όπου και διευθύνει το Ελληνικό Παρατηρητήριο.

Έντυπη

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ