Του Kevin Featherstone*

«Των οικιών υμών εμπιπραμένων...»

ΑΡΧΕΙΟ ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ

Καθώς το καλοκαίρι φτάνει στο τέλος του, η κρίση της Ευρωζώνης γίνεται όλο και χειρότερη. Οι αγορές δεν είναι αισιόδοξες ότι θα βρεθεί λύση, ενώ οι βασικοί πρωταγωνιστές έχουν εγκλωβιστεί σε θέσεις και επιχειρήματα εσωτερικής κατανάλωσης, τα οποία είναι αλληλοαντικρουόμενα. Ευρωπαϊκή ηγεσία δεν υπάρχει: μόνο εθνικές πολιτικές, οι οποίες βασίζονται στον λαϊκισμό και την ανικανότητα. Σε μία τέτοια κατάσταση, διαφέρει ακόμη και ο τρόπος με τον οποίο ο καθένας ορίζει την «επιτυχία» και την «αποτυχία» των προσπαθειών διάσωσης της Ευρωζώνης. Οι επικριτές του ενιαίου νομίσματος υποστηρίζουν ότι το ευρώ είναι τελειωμένο, ενώ τα διεθνή μέσα ενημέρωσης είναι έτοιμα να ανακοινώσουν από στιγμή σε στιγμή την πτώχευση της Ελλάδας. Το σύστημα βρίσκεται στα όρια της κατάρρευσης: περιμένουμε από τα εθνικά κοινοβούλια να επικυρώσουν τις αποφάσεις της 21ης Ιουλίου, οι οποίες θεωρούνται πλέον ανεπαρκείς από τις αγορές.

Οι επιλογές έρχονται και παρέρχονται. Σε μία λογική νομισματική ένωση, θα υπήρχε μία ενιαία δημοσιονομική αρχή, η οποία θα εξέδιδε ευρωπαϊκά ομόλογα και μία ευρωπαϊκή εκδοχή του ΔΝΤ, με ένα επαρκές αποθεματικό κεφαλαίων. Αλλά στην προκειμένη περίπτωση, η καγκελάριος Μέρκελ λέει «όχι» στα ευρωομόλογα και το Γερμανικό Ομοσπονδιακό Δικαστήριο περιόρισε σημαντικά το εύρος των ελιγμών που θα μπορούσαν να γίνουν. Η ψηφοφορία στην Bundestag την περασμένη Πέμπτη, ελάχιστα βελτιώνει την εικόνα των πραγμάτων.

Ο λόγος που βρεθήκαμε σε αυτή τη χαοτική κατάσταση είναι ότι οι εμπλεκόμενοι δεν μπορούν να συμφωνήσουν στο ποιοι θα είναι οι κερδισμένοι και ποιοι θα χάσουν σε μία ενδεχόμενη λύση. Για να συμφωνήσουν σε κάτι τέτοιο θα πρέπει πρώτα να εγείρουν σημαντικά ερωτήματα για τον ρόλο και τον σκοπό της Ευρωπαϊκής Ενωσης: για το μελλοντικό οικονομικό μοντέλο που θα ακολουθήσει και τον ρόλο του χρηματοπιστωτικού τομέα σε αυτό και για το τι θα γίνεται με τις χώρες που αποτυγχάνουν.

Την ίδια ώρα που η Ευρώπη έχει παραλύσει, στην Ελλάδα κυριαρχεί ο πόνος και η διάλυση. Οι πολίτες περιμένουν ότι η χώρα θα χρεοκοπήσει και δεν έχουν εμπιστοσύνη σε κανένα από τα μεγάλα κόμματα για να τη βγάλει από την κρίση. Σε πρόσφατες δημοσκοπήσεις, το ποσοστό των αναποφάσιστων ήταν σχεδόν ίδιο με το συνολικό ποσοστό των προτιμήσεων που συγκέντρωναν μαζί το ΠΑΣΟΚ και η Νέα Δημοκρατία. Η ικανότητα του κράτους να κάνει τη δουλειά του και να συλλέξει τους αναλογούντες φόρους, αμφισβητείται ακόμη περισσότερο.

Η ευρωπαϊκή και η ελληνική διάσταση του προβλήματος φυσικά συνδέονται. Η Ελλάδα υποφέρει λόγω των όρων που επιβλήθηκαν στο πακέτο διάσωσης, ενώ η αίσθηση ότι κάτι γίνεται προς τη σωστή κατεύθυνση εξαρτάται απολύτως από την ύπαρξη ενός κοινού στόχου και μιας συναντίληψης για την πορεία των πραγμάτων. Αλλά η Ευρώπη δεν έχει προσφέρει στην Ελλάδα μία τέτοια σιγουριά.

Το εκκρεμές άνοιξε ακόμη περισσότερο από τη στιγμή που ο ένας μετά τον άλλον, οι Ευρωπαίοι πολιτικοί συνέστησαν στην Ελλάδα να κάνει αυτά που πρέπει να κάνει χωρίς διαμαρτυρίες. Η έμφαση πλέον είναι στην προστασία των τραπεζών από μία ενδεχόμενη μόλυνση από τον ιό της ελληνικής χρεοκοπίας. Στον διαγωνισμό για το αν θα δοθεί η βοήθεια στους «τεμπέληδες» Ελληνες και τους «ασύδοτους» τραπεζίτες, αυτοί που προηγούνται είναι οι δεύτεροι.

Αν και η αιτιολογία για την περυσινή διάσωση της Ελλάδας ήταν ότι δεν νοείται χρεοκοπημένη χώρα στην Ευρωζώνη, τώρα η συζήτηση έχει μετατοπιστεί προς το σενάριο της (μερικής) ελληνικής χρεοκοπίας μέσα στο κοινό νόμισμα. Είναι βέβαιο ότι μία ανεξέλεγκτη χρεοκοπία θα ισοδυναμούσε με ταξίδι προς την οικονομική καταστροφή και κανένας νουνεχής Ελληνας δεν θα πρέπει να προτείνει την έξοδο από το ευρώ.

Η αύξηση των απωλειών που θα πρέπει να δεχθούν οι δανειστές της Ελλάδας -μέσω ενός κουρέματος της τάξης του 50%- θα βοηθούσε σημαντικά στο να δοθεί οικονομική ανάσα στη χώρα. Με αυτό τον τρόπο, δεν θα χρειαστεί να δανείζεται τόσο πολύ και θα μπορέσει να χαλαρώσει τα μέτρα λιτότητας. Αλλά το μεγάλο ερώτημα είναι τι κινδύνους θα συνεπαγόταν αυτό για τις ελληνικές και ξένες τράπεζες που είναι εκτεθειμένες στο ελληνικό χρέος. Εξυπακούεται ότι σε κάθε περίπτωση, οι καταθέσεις των απλών πολιτών στις τράπεζες θα πρέπει να προστατευθούν. Ο κανόνας στην Ευρώπη είναι ότι οι καταθέσεις έως 100.000 ευρώ είναι εγγυημένες. Πέρα από αυτό όμως, οι ευρύτερες συνέπειες μιας ελληνικής χρεοκοπίας είναι πολύ δύσκολο να προβλεφθούν, πόσω μάλλον να ελεγχθούν. Σε πόσες τράπεζες μπορούμε να επιτρέψουμε να χρεοκοπήσουν; Και όλοι ξέρουμε πού μπορούν να οδηγήσουν οι τραπεζικές κρίσεις.

Ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο, έχει εξοργιστεί με την ακαμψία της Μέρκελ. Την περασμένη Τετάρτη, τάχθηκε υπέρ της επιβολής του φόρου «Τόμπιν» στις χρηματοπιστωτικές συναλλαγές, ώστε να συγκεντρωθούν τα κεφάλαια που χρειάζεται η Ευρωζώνη, μία ιδέα την οποία συμμερίζονται ο Σαρκοζί και ο Σόιμπλε. Το ποσό που θα συγκεντρωνόταν από μία τέτοια εισφορά εκτιμάται ότι θα ανέλθει σε 57 δισεκατομμύρια ευρώ μέχρι το 2014. Δυστυχώς, σε αυτή την ενδιαφέρουσα ιδέα αναμένεται να βάλει βέτο ο Κάμερον.

Το πρόβλημα όμως δεν είναι αν θα εφαρμοστεί το Σχέδιο Α ή το Σχέδιο Β. Το πρόβλημα είναι ότι οι αγορές πιστεύουν πως η Ευρώπη δεν έχει οποιοδήποτε σχέδιο. Η αναγκαία γενναιότητα λείπει, ενώ η αλληλεγγύη δεν θεωρείται της μόδας και η UBS στο Λονδίνο εκτίμησε ότι το κόστος της διάλυσης του ευρώ θα είναι αβάσταχτο ακόμη και για τη Γερμανία.

Παραδόξως, οι Αγγλοσάξονες είναι εκείνοι που πιέζουν για αποφασιστική δράση, ενώ οι ηγέτες της ηπειρωτικής Ευρώπης αρκούνται σε μερεμέτια και αποφεύγουν τις δεσμεύσεις. Η κωλυσιεργία της Μέρκελ μέχρι στιγμής δεν έχει βοηθήσει. Οι εταίροι της δεν πρέπει να νιώθουν και πολύ σίγουροι για την ηγέτιδά τους.

* Ο καθηγητής Kevin Featherstone είναι πρόεδρος του Ινστιτούτου Ευρωπαϊκών Σπουδών στο London School of Economics.

Έντυπη

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ