Τoυ Kevin Featherstone*

Οχι άλλες υπεκφυγές

ΑΡΧΕΙΟ ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ

Η εντύπωση που αποκόμισα μιλώντας με υψηλόβαθμα στελέχη του Σίτι του Λονδίνου, την εβδομάδα που πέρασε, είναι πως το μόνο πρόβλημα που έχουν με τη νέα κυβέρνηση της Ελλάδας, συνίσταται στο ότι αυτή δεν θα κρατήσει πολύ. Ο Λουκάς Παπαδήμος απολαμβάνει -και δικαίως- διεθνούς σεβασμού, τόσο ως τραπεζίτης όσο και ως οικονομολόγος. Και κάθε εχέφρων άνθρωπος θα πρέπει να εύχεται ότι η κυβέρνησή του θα πετύχει.

Τώρα που τέλειωσε λοιπόν η πολιτική αναταραχή, είναι ώρα επιστροφής στη δουλειά. Εάν στόχος παραμένει η παραμονή της Ελλάδας στο ευρώ -όπως ορθώς υποστηρίζει το 70% των Ελλήνων- τότε η ατζέντα της επόμενης μέρας είναι σαφής. Αυτό που δεν είναι σαφές, τουλάχιστον στους ξένους δανειστές και τους εταίρους της Ελλάδας, είναι η ικανότητα και η αποφασιστικότητα της χώρας να κάνει αυτό που πρέπει. Είναι βέβαια αλήθεια ότι οι ίδιοι οι δανειστές και οι ξένες κυβερνήσεις είναι εν μέρει συνυπεύθυνοι για την ελληνική κρίση. Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί καθυστέρησαν να παρέμβουν, με συνέπεια να αυξηθεί το κόστος διάσωσης της Ελλάδας. Οι βασικές επιλογές για το μέλλον θα εξαρτηθούν από την Αγκελα Μέρκελ, η οποία φαίνεται τώρα ότι μπορεί να εξασφαλίσει και τρίτη θητεία ως καγκελάριος της Γερμανίας. Θα συμφωνήσει η κυβέρνησή της ώστε να δράσει η ΕΚΤ ως «έσχατος δανειστής» στις κυβερνήσεις που αντιμετωπίζουν πρόβλημα; Υπό μία έννοια, με τις παρεμβάσεις της στις αγορές ομολόγων, η ΕΚΤ παίζει ήδη έναν ανάλογο ρόλο. Θα δεχτούν επίσης οι Γερμανοί την έκδοση ευρωομολόγων, όπως ζητά ο όψιμα αποφασιστικός πρόεδρος της Κομισιόν, Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο; Το πρόβλημα είναι ότι η Μέρκελ δεν είναι πολιτικός που παίρνει γενναίες αποφάσεις και ο Σαρκοζί έχει καταφέρει να περιθωριοποιήσει τον εαυτό του.

Σε κάθε περίπτωση όμως, το ευρωπαϊκό δράμα δεν αλλάζει την ελληνική ατζέντα. Οσο πολύπλοκα και αν είναι τα όσα αποφασίζονται σε ευρωπαϊκό επίπεδο για τα πακέτα διάσωσης, το κεντρικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας παραμένει ίδιο από την αρχή: είναι η έλλειψη ανταγωνιστικότητας. Η διόρθωση αυτού του προβλήματος είναι μείζονος σημασίας για την ανάκαμψη της οικονομίας, καθώς και για την εικόνα της χώρας στο εξωτερικό: για το αν, δηλαδή, οι δανειστές της θα ξαναρχίσουν να τη θεωρούν αξιόχρεη.

Η ατζέντα της αγωνιστικότητας έχει πολλές παραμέτρους. Οσοι υποστηρίζουν ότι η Ελλάδα είναι σε κρίση μόνο και μόνο λόγω της διαφθοράς των πολιτικών της ελίτ, υιοθετούν το πιο επιβλαβές είδος λαϊκισμού. Η ανελαστικότητα, τα ειδικά προνόμια, οι στρεβλώσεις και η διαφθορά που υπονόμευσαν την οικονομία δημιουργήθηκαν και διατηρήθηκαν από την ίδια την κοινωνία, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων και των συνδικάτων. Στις δημοκρατίες, η ευθύνη επιμερίζεται σε όλους και η πρόοδος εξαρτάται από την αναγνώριση αυτής της πραγματικότητας.

Η ατζέντα της ανταγωνιστικότητας χρειάζεται κοινωνική νομιμοποίηση, ώστε να δοθεί προς τα έξω η εικόνα ότι η Ελλάδα αλλάζει. Τα τελευταία δύο χρόνια, τα ελληνικά κόμματα δεν συναίνεσαν στα πακέτα διάσωσης και τους όρους τους. Υπό αυτή την έννοια, η ιδέα του δημοψηφίσματος είχε κάποια λογική: να διασφαλιστεί η υποστήριξη της κοινής γνώμης για ένα πακέτο μέτρων, το οποίο δεν μπορούσε να διαχειριστεί το πολιτικό σύστημα. Αν πραγματοποιούνταν το δημοψήφισμα, είμαι σίγουρος ότι η πλειοψηφία των Ελλήνων θα ψήφιζε «Ναι». Αντ' αυτού, ο φόβος ότι το δημοψήφισμα μπορεί να χαθεί οδήγησε και τα δύο μεγάλα κόμματα στην αποδοχή των ευρωπαϊκών αποφάσεων. Αλλά για τους επενδυτές, αυτό δεν είναι αρκετό: η αξιοπιστία θα αποκατασταθεί μόνο όταν προχωρήσουν οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.

Αν όμως και τα δύο κόμματα στηρίζουν τις ευρωπαϊκές αποφάσεις και τις οικονομικές πολιτικές που τις συνοδεύουν, γιατί να βιαστούν να πάνε σε εκλογές; Μία προεκλογική εκστρατεία είναι απίθανο να ενισχύσει τη συναίνεση. Το πιθανότερο είναι ότι θα ενισχύσει την πόλωση και θα επιβαρύνει έτσι την εικόνα της Ελλάδος στο εξωτερικό. Εξάλλου, οι δημοσκοπήσεις προβλέπουν ότι το αποτέλεσμα των εκλογών θα είναι και πάλι μία κυβέρνηση συνεργασίας.

Για τους ξένους παρατηρητές, η Ιταλία πήρε κεφάλι από την Ελλάδα, με μία κυβέρνηση συνεργασίας μακράς πνοής που πείθει περισσότερο. Τώρα που η Ελλάδα κατάφερε επιτέλους να φτάσει στη συναίνεση, θα πρέπει να δείξει ότι δεν πρόκειται για ένα εφήμερο διάλειμμα.

* Ο κ. Kevin Featherstone είναι διευθυντής του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου και του Ελληνικού Παρατηρητηρίου, στο LSE.

Έντυπη

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ