Του Σταθη Ν. Καλυβα*

Επιστήμη και δημόσιος διάλογος

ΑΡΧΕΙΟ ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ

Για πολλούς πολιτικούς παρατηρητές, ο μεγάλος νικητής των αμερικανικών εκλογών δεν ήταν ο Μπαράκ Ομπάμα, αλλά ένας σχετικά άγνωστος μέχρι πρόσφατα δημοσιογράφος και πολιτικός αναλυτής, ο Νέιτ Σίλβερ. Πριν από τέσσερα χρόνια λίγοι ήταν αυτοί που γνώριζαν το όνομα του ντροπαλού αυτού νεαρού που είχε ως βασικά του χόμπι το μπέιζμπολ και το πόκερ. Αυτό όμως άλλαξε όταν, λίγο πριν από τις αμερικανικές εκλογές του 2008, άρχισε να αναλύει προσεκτικά δεκάδες δημοσκοπήσεις που προέρχονταν από κάθε γωνιά της Αμερικής. Σύντομα παρουσίασε ένα στατιστικό μοντέλο που στάθμιζε την αξία των δημοσκοπήσεων αυτών, καταλήγοντας στη διατύπωση προβλέψεων για το τελικό εκλογικό αποτέλεσμα, τις οποίες και ανανέωνε καθημερινά στην ιστοσελίδα του. Οταν το εκλογικό αποτέλεσμα επαλήθευσε τις προβλέψεις του, η ιστοσελίδα του πήρε μεταγραφή στους «Τάιμς της Νέας Υόρκης», που επεδίωκαν τη δυναμική επέκτασή τους στον χώρο της διαδικτυακής δημοσιογραφίας. Δεν εκπλήσσει επομένως το γεγονός πως οι πρόσφατες εκλογές αντιμετωπίστηκαν ως ένα κρίσιμο τεστ για τον Σίλβερ: θα αποδείκνυαν αν η επιτυχία του 2008 ήταν αποτέλεσμα τύχης ή ικανότητας. Η προσοχή των πάντων κορυφώθηκε όταν, αντίθετα από πολλούς δημοφιλείς τηλεοπτικούς αναλυτές που ισχυρίζονταν πως ο Ομπάμα και ο Ρόμνεϊ ήταν δημοσκοπικά τόσο κοντά ώστε κάθε πρόβλεψη να είναι ουσιαστική αδύνατη, ο Σίλβερ διατηρώντας τη χαρακτηριστική του ψυχραιμία πρόβλεψε πως οι πιθανότητες επανεκλογής του Ομπάμα υπερέβαιναν το 90%. Το εκλογικό αποτέλεσμα τον δικαίωσε απολύτως. Η συζήτηση που ακολούθησε την επιτυχία αυτή, επικεντρώθηκε στο αν έχουν κανένα νόημα οι πολιτικές αναλύσεις που δεν προέρχονται από ειδικούς επιστήμονες με πρόσβαση σε λεπτομερή στατιστικά στοιχεία και την ικανότητα της ανάλυσής τους μέσω της επιστημονικής μεθόδου.

Η συζήτηση αυτή εγείρει ένα γενικότερο ερώτημα: κατά πόσο είναι δυνατή η διεξαγωγή του δημόσιου διαλόγου αν δεν βασίζεται σε επιστημονικές μεθόδους; Τελικά τι αξία έχει ο λόγος του κάθε δημοσιολογούντος; Είναι αλήθεια πως ο πειρασμός του να πιστέψει κανείς πως η επιστήμη παρέχει όλες τις απαντήσεις είναι μεγάλος. Παράδειγμα του κινδύνου που ενέχει η αντίληψη αυτή αποτελεί η ιστορία ενός άλλου ανερχόμενου νεαρού Αμερικανού δημοσιογράφου και συγγραφέα, του Τζόνα Λέρερ. Με τρία πετυχημένα βιβλία στο ενεργητικό του, ο Λέρερ ειδικεύθηκε στην εκλαΐκευση της επιστημονικής έρευνας και στον τρόπο με τον οποίο μας επιτρέπει να κατανοήσουμε μια σειρά από περίπλοκες συμπεριφορές και φαινόμενα, όπως π.χ. η ανθρώπινη δημιουργικότητα. Πρόσφατα όμως αποδείχθηκε, πως για τον Λέρερ η επιστήμη λειτουργούσε ως ένα είδος μαγείας: στην προσπάθειά του να εξηγήσει επιστημονικά σύνθετες πτυχές της ανθρώπινης πραγματικότητας, κατασκεύασε κάποια από τα πορίσματα, χρησιμοποιώντας πρακτικές που απορρίπτονται τόσο από την επιστήμη όσο και την ποιοτική δημοσιογραφία. Το αποτέλεσμα ήταν η απόλυσή του από τα περιοδικά στα οποία δημοσιογραφούσε.

Παρά την προφανή επιτυχία του εγχειρήματος του Σίλβερ (και την αντίστοιχα παταγώδη αποτυχία των διαφόρων τηλεοπτικών δημοσιολογούντων), θεωρώ πως το ζήτημα της σχέσης επιστήμης και δημόσιου διαλόγου δεν επιδέχεται απόλυτες απαντήσεις. Η επιστημονική προσέγγιση είναι μεν ευκταία, αλλά δεν αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για τη δημόσια παρέμβαση. Από τη μία, τα ζητήματα που κυριαρχούν στη δημόσια σφαίρα είναι συνήθως πολύ πιο σύνθετα από την πρόβλεψη μιας εκλογικής αναμέτρησης: άλλο πράγμα είναι να σταθμίζεις δημοσκοπήσεις και άλλο να επιχειρείς την πρόβλεψη της έκβασης της ευρωπαϊκής οικονομικής κρίσης ή του Μεσανατολικού. Από την άλλη, οι πολιτικές διαφωνίες έχουν συνήθως περισσότερο αξιακή και λιγότερο εμπειρική βάση. Για να το πω διαφορετικά, διαφωνίες μπορεί να προκύπτουν ακόμη και όταν υπάρχει συμφωνία ως προς τα στοιχεία που προκύπτουν μέσω της επιστημονικής μεθόδου.

Δεν υποστηρίζω βέβαια πως ο δημόσιος διάλογος πρέπει να γίνεται ερήμην της επιστήμης. Θεωρώ όμως, πως δεν πρέπει να προσδίδουμε στην επιστήμη δυνατότητες που είτε εκ φύσεως δεν μπορεί να ικανοποιήσει, είτε δεν έχει κατορθώσει να καλύψει ακόμη.

Μπορώ να φανταστώ την αντίδραση ορισμένων ως προς το θέμα αυτό. Τι σημασία έχουν όλα αυτά για την Ελλάδα του σήμερα; Στη χώρα μας το πρόβλημα δεν είναι η σύγκρουση σοβαρών δημοσιολογούντων και επιστημόνων, αλλά η κυριαρχία τσαρλατάνων, δημαγωγών και απατεώνων. Τα ΜΜΕ (για να μην αναφερθώ στο Διαδίκτυο) καλλιεργούν τον φθηνό εντυπωσιασμό, τον ωμό λαϊκισμό και την πιο ακραία συνωμοσιολογία. Το θέαμα που παρουσιάζουν οι συζητήσεις στη Βουλή είναι αποκαρδιωτικό.

Και όμως, θεωρώ πως το θέμα της ποιότητας του δημόσιου διαλόγου έχει τεράστια σημασία γιατί αφορά κεντρικά πολιτικά ζητήματα, όπως είναι η δημόσια σφαίρα, η τεχνοκρατική προσέγγιση της πολιτικής, ο ρόλος των διανοουμένων, του Διαδικτύου και των ηλεκτρονικών μέσων ενημέρωσης, και εν τέλει η ποιότητα της δημοκρατίας. Ο αποτελεσματικότερος τρόπος αντιμετώπισης του χαμηλού επιπέδου που χαρακτηρίζει τον δημόσιο διάλογο στη χώρα μας είναι η επίμονη έμφαση σε έναν διαφορετικό τύπο διαλόγου. Σήμερα όσο ποτέ άλλοτε, είναι μεγάλη η ανάγκη μιας σοβαρής και ουσιαστικής δημόσιας σφαίρας που θα βασίζεται στην επιστημονική μέθοδο χωρίς όμως να εξαντλείται σ' αυτήν.

* Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Yale.

Έντυπη