Του Kevin Featherstone*

Ποιος θα γινόταν άραγε βασιλιάς;

ΑΡΧΕΙΟ ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ

​​Ενα από τα λιγότερο ελκυστικά και περισσότερο νοσηρά χαρακτηριστικά της Ελλάδας είναι η δαιμονοποίηση των πολιτικών που θεωρήθηκαν αποτυχημένοι. Διακρίνει κανείς το πρόσωπο μιας κοινωνίας που ποθεί την αποπλάνηση από τους λαϊκιστές και αγκαλιάζει περιπαθώς συνθήματα εκδίκησης εναντίον ανθρώπων οι οποίοι, μόλις χθες, εθεωρούντο σχεδόν ήρωες. Κατ’ αυτό τον τρόπο βέβαια καταφέρνουμε να εκτρέψουμε την ενοχή σε μεμονωμένα πρόσωπα, απαλλάσσοντας τους εαυτούς μας: «εμείς» είμαστε αθώοι, δεν είναι ανάγκη να αλλάξουμε.

Αυτή η δεξαμενή του λαϊκισμού ωφελεί την ανεύθυνη δημοσιογραφία. Είναι κι αυτό ένα είδος τιμήματος στη φιλελευθεροποίηση. Πάνε πια οι ημέρες του κρατικού μονοπωλίου της ΕΡΤ και του κομματικού ελέγχου στην ενημέρωση. Εν μέσω του ορυμαγδού που ξεσηκώνει ο πόλεμος εναντίον μιας αποτυχημένης πολιτικής τάξης, το εθνικό συμφέρον θα εξυπηρετούνταν καλύτερα αν μελετούσαμε πώς αυτή η μερίδα των μέσων ενημέρωσης συνέβαλε στην κρίση και εξακολουθεί να εμποδίζει την υπέρβασή της. Από επαγγελματική άποψη, πρόκειται απλώς για οκνηρία - υποκύπτουν στα πιο φτηνά ένστικτα, αντί να εμπλέκονται στη συστηματική έρευνα.

Παραδόξως, το «σύστημα» σπανίως παρουσιάστηκε ικανό να τιμωρήσει τους αποδεδειγμένα διεφθαρμένους. Το σκάνδαλο Siemens και η υπόθεση Βατοπεδίου έρχονται εύκολα στο μυαλό, αλλά ο κατάλογος των ενόχων που απέχουν από το χέρι του νόμου είναι μακρύς. Η ατιμωρησία αλλοτινών εποχών έχει χάσει έδαφος και μια σειρά ερευνών και ανακρίσεων έχουν ξεκινήσει εις βάρος πρώην υπουργού. Παρ’ όλα αυτά, δεν είναι σαφές κατά πόσο η ελληνική κοινωνία επιθυμούσε κατά το παρελθόν ή επιθυμεί ακόμη και σήμερα τη γνήσια και πλήρη κάθαρση του «συστήματος». Προτιμά να λιθοβολεί -συχνά, στην κυριολεξία πλέον- από το να προσανατολίζεται προς μια πιο ανοιχτή κοινωνία στην οποία να συμμετέχει και το ανώνυμο πλήθος. Επιτέλους, το ρουσφέτι είναι ομαδικό άθλημα και οι πελατειακές σχέσεις δεν μπορούν να υπάρξουν χωρίς πρόθυμους εταίρους. Το «μαζί τα φάγαμε» του Πάγκαλου πλησίασε πολύ την πραγματικότητα.

Υπό αυτό το πρίσμα, η εκτόξευση λάσπης εναντίον απαξιωμένων πολιτικών εξυπηρετεί μια κοινωνική σκοπιμότητα: προσφέρει διέξοδο στην απογοήτευση, χωρίς το κόστος της αυτοκριτικής. Οσοι επιδίδονται σε αυτό το είδος πολεμικής, αυταπατώνται: δεν πρόκειται για έναν σοβαρό αγώνα, βασισμένο πάνω σε αρχές, αλλά για φθηνή ψυχαγωγία. Πλευρίζουν τον Παπανδρέου σε ένα εστιατόριο του Βερολίνου και τον αναγκάζουν να φύγει. Ο Παπακωνσταντίνου καταδιώκεται και ανακηρύσσεται ολοκληρωτικά ένοχος, προτού καν αρχίσει η κανονική διερεύνηση της υπόθεσης. Λίγοι είναι όσοι ακούνε την ομιλία του στο Κοινοβούλιο, όπου υπερασπίζεται τον εαυτό του. Ουδείς εκ των δύο κατηγορήθηκε ότι εκμεταλλεύθηκε δημόσιο αξίωμα προς ίδιον όφελος. Απλώς, ο τροχός της τύχης γυρίζει: προχθές, θα μπορούσε στη θέση των δύο πολιτικών να βρίσκονταν ο Καραμανλής και ο Αλογοσκούφης. Και πάλι, δεν υπήρξε ένδειξη ότι κάποιος από αυτούς αποκόμισε προσωπικό όφελος. Δεν έχει σημασία, η κοινή γνώμη αξιώνει έναν αποδιοπομπαίο τράγο.

Σε χώρες με περισσότερο επαγγελματική δημόσια διοίκηση, ένας υπουργός θα έμενε μακριά από τη διαχείριση καταλόγων με προσωπικά φορολογικά στοιχεία. Παρόμοιες υποθέσεις θα χειρίζονταν αρμόδιοι αξιωματούχοι. Μήπως όμως οι επικριτές του Παπακωνσταντίνου επιζητούν μια μεταρρύθμιση που θα ενισχύσει τον επαγγελματισμό και την ανεξαρτησία της δημόσιας διοίκησης; Σκεφτείτε το ξανά: απλώς περιμένουν να μοιράσουν τα δώρα της πολιτικής εύνοιας. Και ποιος καλύτερος τρόπος υπάρχει για να ενισχύσει κανείς τη δική του πολιτική θέση, από το να λακτίζει τον άνθρωπο που διαχειρίστηκε το πρώτο Μνημόνιο;

Η φτηνή δημοσιογραφία διεθνοποιείται σε αυξανόμενη κλίμακα. Η αυτοκρατορία του Μέρντοχ έχει υποστεί πολλαπλά πλήγματα από τις αποκαλύψεις για τα τραγικά χαμηλά ηθικά στάνταρντ των δημοσιογράφων της. Σε πείσμα όλων αυτών, οι εφημερίδες του Μέρντοχ επιδίδονται σε λάγνες εισβολές στην ιδιωτική ζωή των πολιτικών, τις οποίες καταβροχθίζουμε για ψυχαγωγία.

Αυτή την εβδομάδα, ένας πρώην υπουργός της Βρετανίας αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο της φυλάκισης γιατί προσπάθησε να σβήσει ένα πρόστιμο για υπέρβαση του ορίου ταχύτητας, πριν από δέκα χρόνια. Το ατόπημα ήρθε στο φως επειδή παράτησε την επί μακρό χρονικό διάστημα σύζυγό του, μια αξιοσέβαστη οικονομολόγο, γεννημένη στην Ελλάδα. Η Δικαιοσύνη αποφάσισε να τον εγκαλέσει. Υπάρχουν δύο ενδιαφέροντα στοιχεία σε αυτή την ιστορία: μέχρι να μπουν στην αίθουσα του δικαστηρίου, και οι δύο αντιμετωπίζονταν δημοσίως ως αθώοι. Και όταν ο πρώην υπουργός παραδέχθηκε, τελικά, την ενοχή του, το βασικό θέμα των μέσων ενημέρωσης ήταν η τραγωδία μιας κατεστραμμένης, αν και πολλά υποσχόμενης, καριέρας. Δεν δαιμονοποιήθηκε και αφέθηκε ελεύθερος χωρίς περιοριστικούς όρους.

Αν και δεν πρόκειται για μια ξεκάθαρη αντίθεση άσπρου - μαύρου, πάντως υπάρχει διαφορά, τόσο ως προς το δηλητήριο που χύνει ο λαϊκιστικός Τύπος στην Ελλάδα, όσο και ως προς την επιφανειακότητα και την οκνηρία που συχνά τον χαρακτηρίζουν. Ενα υπεύθυνο μέσο ενημέρωσης θα μπορούσε να καταστήσει υπόλογους τους πραγματικούς παραβάτες, μέσω εξονυχιστικής έρευνας. Θα μπορούσε επίσης να παίξει παιδαγωγικό ρόλο αναφορικά με τις μεταρρυθμίσεις που βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη, μαθαίνοντας από τις εμπειρίες άλλων χωρών και εκθέτοντας τις εναλλακτικές λύσεις. Ωστόσο, είναι πιο εύκολο να υποτάσσεται κανείς στον λαϊκισμό, παραγνωρίζοντας τη μακροπρόθεσμη ζημιά για τη χώρα.

Υπό αυτές τις συνθήκες, γιατί άραγε οι καλύτεροι και οι λαμπρότεροι του αύριο θα επιθυμούσαν να κατέβουν στον στίβο της ελληνικής πολιτικής; Η σημερινή υπόκλιση στον λαϊκισμό βλάπτει την ποιότητα της αυριανής πολιτικής ηγεσίας.

* Ο καθηγητής Kevin Featherstone είναι διευθυντής του Ελληνικού Παρατηρητηρίου (Hellenic Observatory) στο London School of Economics.

Έντυπη

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ