Του Πασχου Μανδραβελη

Προς μια νέα οικονομική θεωρία

ΑΡΧΕΙΟ ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ

Ο Αμερικανός οικονομολόγος Edgar Fiedler δεν μασούσε τα λόγια του για την επιστήμη του. «Για εμάς τους οικονομολόγους, ο πραγματικός κόσμος είναι ειδική περίπτωση», συνήθιζε να λέει. Αυτό είναι και το βασικό πρόβλημα όλων των οικονομολόγων που κάνουν περίτεχνες εξισώσεις για να εξηγήσουν τη συμπεριφορά των οικονομικά ενεργών ατόμων. Για να χωρέσει η πραγματικότητα στις θεωρίες τους, αφαιρούν τόσο πολλά στοιχεία της, που στο τέλος δεν υπάρχει πραγματικότητα. Υπάρχει ένας άλλος κόσμος, που οι κρίσεις απέδειξαν ότι δεν είναι εφικτός.

Αυτό είναι και το βασικό ζήτημα που πραγματεύεται στο βιβλίο «Η άνοδος και η πτώση του Homo Economicus. Ο μύθος του ορθολογικού ανθρώπου και η χαοτική πραγματικότητα» (εκδ. Παπαδόπουλος) που έγραψε ο οικονομικός συντάκτης της «Κ» Γιάννης Παπαδογιάννης. Το βιβλίο ξεκινά από τις απαρχές της οικονομικής επιστήμης, σημειώνοντας ότι «δεν είναι πολύ μακρινή η εποχή που ο κόσμος πορευόταν δίχως οικονομολόγους και δίχως τη φροντίδα της οικονομικής επιστήμης. Η επιστήμη των Οικονομικών, που σήμερα αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινής ζωής, είναι πρόσφατη...». Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ότι από το 1890 και μετά τα πανεπιστήμια άρχισαν να απονέμουν πτυχία Οικονομικών. Σε έναν κόσμο άκαμπτων (εν πολλοίς) δομών η οικονομική θεωρία «ήταν τόσο περιττή, όπως θα ήταν ένας λαμπτήρας την εποχή που δεν είχε εφευρεθεί ο ηλεκτρισμός», τονίζει ο συγγραφέας.

Οι σεμνοί κλασικοί

Οι κλασικοί της οικονομικής επιστήμης (Adam Smith, David Ricardo, Thomas Malthus, John Stuart Mill, Karl Marx) υπήρξαν σεμνοί στους στόχους των. Χρησιμοποίησαν φιλοσοφικά εργαλεία για να περιγράψουν την οικονομική δραστηριότητα, επιχείρησαν να αποτυπώσουν τα μεγάλα ρεύματα της εποχής τους και να τα προβάλουν χονδρικά στο μέλλον. «Τα έργα των πρωτοπόρων των οικονομικών, αν και αποτελούσαν λαμπρά διανοητικά επιτεύγματα, ξεχείλιζαν από πάθος και συναίσθημα. Ηταν εμποτισμένα σε υπερβολικό βαθμό με απόψεις, ιδεολογικά και πολιτικά στοιχεία, ενώ δύσκολα μπορούσε να διαχωριστεί ο επιστημονικός συλλογισμός από τις εικασίες», γράφει ο κ. Παπαδογιάννης.

Και μετά ήρθε ο Νεύτων... Η τρομακτική επιτυχία των θετικών επιστημών, κορωνίδα της οποίας ήταν η ιδιοφυής θεωρία της βαρύτητας του Νεύτωνα, δημιούργησε την ψευδαίσθηση πως τα πάντα χωρούσαν σε απλές εξισώσεις. Ακόμη και η ανθρώπινη συμπεριφορά. «Από τα τέλη του 19ου αιώνα, μια ομάδα ακαδημαϊκών με πρωτεργάτες τον Alfred Marshal, τον Leon Warlas, τον Francis Ysidro Edgeworth, τον William Stanley Jevons, τον Vilfredo Pareto και άλλους, εργάστηκε συστηματικά για την ανοικοδόμηση των οικονομικών στα πρότυπα της κλασικής φυσικής. (...) Το έργο του Marshal και των άλλων συνοδοιπόρων του οδήγησε στη δημιουργία των Νεοκλασικών Οικονομικών. (...) Οι νεοκλασικοί αφαίρεσαν όλες τις άβολες γωνίες της πολιτικής οικονομίας, ξερίζωσαν τα ιδεολογικά στοιχεία, γκρέμισαν κάθε γέφυρα με τη φιλοσοφία και επαναδιατύπωσαν τα οικονομικά με μια επιστημονική γλώσσα που βασιζόταν στον διαφορικό λογισμό. Με πρότυπο τη νευτώνεια φυσική, τα οικονομικά αφοσιώθηκαν στην αναζήτηση της ισορροπίας και της μεγιστοποίησης. Κύριος στόχος των νεοκλασικών ήταν να δείξουν πως οι δυνάμεις της αγοράς κατανέμουν με βέλτιστο τρόπο τους περιορισμένους οικονομικούς πόρους».

Για να λειτουργήσει αυτή η θεωρία, απαιτούνταν η κατασκευή του Homo Economicus. Αυτό είναι «ένα ευφυές μονοδιάστατο αυτοματοποιημένο ον, το οποίο έχοντας πλήρη γνώση των οικονομικών συνθηκών δρα απολύτως ορθολογικά με μοναδικό γνώμονα τη μεγιστοποίηση του οικονομικού του συμφέροντος». O ωφελιμισμός του Jeremy Bentham, που «παρουσίαζε την ανθρωπότητα ως ένα πλήθος από ζωντανές αριθμομηχανές που αδιάκοπα υπολόγιζαν κέρδη και ζημίες», ντύθηκε με όμορφες εξισώσεις από τους νεοκλασικούς οικονομολόγους και έγινε το κυρίαρχο «Παράδειγμα» της οικονομικής επιστήμης: «Η οικονομία της ελεύθερης αγοράς μετατράπηκε στην απόλυτη νεοκλασική ορθοδοξία: μια τέλεια αυτορρυθμιζόμενη οντότητα, η οποία φτάνει στο μέγιστο σημείο όταν οι δυνάμεις της αγοράς δρουν ελεύθερες, απαλλαγμένες από κάθε παρέμβαση και ρύθμιση».

Προβληματική τελειότητα

Ηταν ένα γοητευτικό πλήρες θεωρητικό μοντέλο, με μόνο πρόβλημα την... τελειότητά του. Ο κόσμος δεν είναι τόσο τέλειος όσο τα μοντέλα που οι νεοκλασικοί οικονομολόγοι αξιωματικά παραδέχονται. Για την ακρίβεια, ο πραγματικός άνθρωπος είναι «ατελής» για τα δεδομένα της θεωρητικής τελειότητας· δεν λειτουργεί πάντα με κριτήριο τη μεγιστοποίηση της ωφέλειας, παρασύρεται από μόδες με αποτέλεσμα να πουλάει όταν όλοι πουλούν και να αγοράζει όταν όλοι αγοράζουν, και οι οικονομίες των τέλειων αγορών βρέθηκαν πολλές φορές σε κρίση. Η άλλη ατέλεια των ανθρώπων είναι ότι πεθαίνουν· μπορεί μακροπρόθεσμα οι αγορές να ισορροπούν, αλλά όπως είπε ο Τζον Μέιναρντ Κέινς, «μακροπρόθεσμα θα είμαστε όλοι νεκροί».

Η θεωρητική αμφισβήτηση του Homo Economicus ξεκίνησε σχεδόν μόλις αυτός «εφευρέθηκε» με τη «θεωρία της αργόσχολης τάξης» του Thorstein Veblen, ο οποίος παρατήρησε ότι σε διάφορες κοινωνίες οι άνθρωποι εθελοντικά μειώνουν την ωφέλειά τους δίνοντας μερίδιο του παραγόμενου πλούτου τους, π.χ. σε ηγεμόνες και ιερείς. Χρειάστηκαν όμως οι οικονομικές κρίσεις για να τη μετακινήσουν από τον θρόνο της. Η μεγάλη κρίση του Μεσοπολέμου έστεψε την κεϊνσιανή θεωρία και η σημερινή κρίση του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος οδήγησε σε αυτό που ο Τόμας Κουν ονομάζει «ιδιόρρυθμη επιστήμη». Είναι η εποχή που κατά τον Αλμπερτ Αϊνστάιν «έχει αποτραβηχτεί το έδαφος κάτω από τα πόδια του καθενός και να μη φαίνεται πουθενά μια σταθερή αρχή, στην οποία μπορεί κανείς να οικοδομήσει οτιδήποτε».

Σήμερα, ουδείς μπορεί να αμφισβητήσει τις αρετές της αγοράς να κατανέμει κατά τον πιο επιθυμητό για το κοινωνικό σύνολο τους περιορισμένους φυσικούς πόρους. Η αγορά είναι η καθημερινή δημοκρατία στην οικονομία, που οι οικονομικά δρώντες προκρίνουν με τις αγορές τους τι θα παραχθεί και τι όχι. Απαιτείται ένα νέο θεωρητικό μοντέλο, αλλά αυτό δεν μπορεί να βγει από το χρονοντούλαπο της ιστορίας. «Η αποτυχία των νεοκλασικών», γράφει ο κ. Παπαδογιάννης, «σε καμιά περίπτωση δεν δικαιώνει τον σοσιαλισμό και τον κεντρικό σχεδιασμό. Οσο δογματική υπερβολή είναι ο ισχυρισμός πως η απόλυτη οικονομική ελευθερία οδηγεί στο μέγιστο κοινωνικό αποτέλεσμα, άλλο τόσο δογματικός και παράλογος είναι ο ισχυρισμός ότι μια ομάδα ανθρώπων (ακόμη και οι εξυπνότεροι των εξυπνότερων) είναι σε θέση να αντιληφθούν τις ανάγκες, να “σχεδιάσουν” και να κατευθύνουν την οικονομία και την κοινωνία στον σωστό δρόμο».

Έντυπη