Του Τακη Θεοδωροπουλου / ttheodoropoulos@kathimerini.gr

Κι έβγαλε φωνή το πνεύμα

ΑΡΧΕΙΟ ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ

«Τον Βολταίρο δεν τον συλλαμβάνουμε», φέρεται ειπών ο στρατηγός Ντε Γκολ όταν, κατά τη διάρκεια του Μάη του ’68, ο Σαρτρ βρέθηκε κλεισμένος σε κλούβα της αστυνομίας. Η αλήθεια είναι ότι τον Σαρτρ δεν τον συμπάθησα ποτέ. Η λογοτεχνία του δεν με συγκινούσε, τα φιλοσοφικά του έργα ποτέ δεν αποπειράθηκα να τα διαβάσω, όσο για την πολιτική του ένταξη, αυτή συνοψιζόταν, λίγο έως πολύ, στον τρόπο που αντιμετωπίστηκαν οι πρώτοι δραπέτες του σοβιετικού καθεστώτος που κατάφεραν να φτάσουν στη Δύση. «Ας μη δημοσιοποιήσουμε τι λένε για τα γκουλάγκ, για να μην απογοητευθούν οι απεργοί εργάτες της βιομηχανίας στην Μπιγιανκούρ». Τον Μάιο του 1968, ο Σαρτρ εμφανιζόταν ως ανεπιφύλακτος θαυμαστής του Μεγάλου Τιμονιέρη.

Τον Καμί πάντα τον θαύμαζα. «Ο Ξένος», «Η Πτώση», ο «Καλλιγούλας» και λιγότερο «Η Πανούκλα» παραμένουν αξεπέραστα. Η πολιτική του στάση υπήρξε ένα μέτρο ηθικής. Ενεργό μέλος της Αντίστασης στην Κατοχή, υπέγραψε την αίτηση χάριτος για τον δωσίλογο Μπραζιγιάκ γιατί ήταν κατά της θανατικής ποινής. Σήμερα είναι εύκολο να είσαι κατά της θανατικής ποινής. Αρχές του 1945 όμως, όταν έχεις χάσει φίλους σου, όταν ο ίδιος έχεις κινδυνεύσει, απαιτούσε ηθικό σθένος. Οταν ο Σαρτρ φώναζε υπέρ της τρομοκρατίας που είχε εξαπολύσει το Απελευθερωτικό Μέτωπο της Αλγερίας κατά των Γάλλων, ο Καμί την καταδίκαζε λέγοντας ότι είναι υπέρ του αγώνα τους για την ανεξαρτησία, αλλά σκέφτεται και τη μητέρα του, Γαλλίδα, χήρα δασκάλου, που ζούσε ακόμη εκεί.

Καλώς ή κακώς, μάλλον κακώς κατά τη γνώμη μου, ο Σαρτρ υπήρξε η μορφή που κυριάρχησε στην ευρωπαϊκή διανόηση στο τέλος του προηγούμενου αιώνα. Επισκίασε άλλους συμπατριώτες του σημαντικότερους αυτού, όπως ο Ρεϊμόν Αρόν ή ο Μαλρό, και επειδή η πνευματική Γαλλία διατηρούσε ακόμη την αίγλη της έφτιαξε κατά κάποιον τρόπο το προγραμματικό σχέδιο μιας ολόκληρης τάξης, της τάξης των διανοουμένων. Για να ενταχθείς σε αυτήν την τάξη έπρεπε να είσαι στρατευμένος σε κάποιο πολιτικό σκοπό, κατά προτίμηση στην Αριστερά, κατά προτίμηση με απόλυτες απόψεις, και όφειλες να παρεμβαίνεις υπέρ του σκοπού αυτού σε κάθε ευκαιρία.

Η καθ’ ημάς Ανατολή μπορεί να μη γνώρισε Βολταίρους, γνώρισε όμως πολλά κακομεταφρασμένα αντίτυπα του είδους Σαρτρ. Μπορεί να μην κουβαλούσαν στις αποσκευές τους την πνευματική παραγωγή του πρωτοτύπου τους, όμως διέθεταν πολιτική ένταξη και διάθεση παρέμβασης. Και στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης, η πολιτική και ιδεολογική ένταξη βάραινε πολύ περισσότερο από το συγγραφικό έργο. Διέθεταν και τον δικό τους Μάη του ’68, ή μάλλον τη χλωμή του απομίμηση, το Πολυτεχνείο. Διέθεταν επίσης και καφενεία, όπως ο Σαρτρ το Deux Magots – μην τα γελάτε τα καφενεία, διότι, όπως λέει ο Στάινερ, είναι ένα από τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ευρωπαϊκή ύπαρξη. Εκεί κυκλοφορούσαν τα κείμενα από χέρι σε χέρι κι εκεί έμπαιναν οι υπογραφές για καταγγελίες, καταδίκες, αιτήσεις και απαιτήσεις. Πόσες υπογραφές; Πολλές, όσο περισσότερες τόσο το καλύτερο, υπογραφές συγγραφέων, θεατρανθρώπων, τραγουδιστών, εικαστικών, πανεπιστημιακών και όποιου άλλου είδους εντασσόταν στην πανίδα του «πνευματικού κόσμου».

«Κι έβγαλε φωνή το πνεύμα κι είπ’ αυτός δεν έχει πνεύμα», που λέει ο Αριστοφάνης στους «Ορνιθες» για τον Σωκράτη. Σήμερα, οι εκπρόσωποι αυτού του πνευματικού κόσμου μπορεί να ψάχνουν μια καινούργια ευκαιρία αναβίωσης του ρόλου τους με το κλείσιμο της ΕΡΤ, όμως ξέρουν και οι ίδιοι, στον βαθμό που δεν τα έχουν χάσει εντελώς, πως ο δημόσιος ρόλος τους μάλλον έκθεση απολιθωμένου δάσους θυμίζει. Και το ερώτημα είναι: υπάρχει ρόλος στην Ελλάδα της κρίσης για τον «πνευματικό κόσμο», ή μήπως αυτόν τον καλύπτει η σοφία των περιφερόμενων οικονομολόγων, συνταγματολόγων και λοιπών αστρολόγων, όσων προβλέπουν ένα μέλλον που μοιάζει με φάντασμα του παρόντος; Ή μήπως πρέπει να τους αφήσουμε να απολαύσουν τη μετά θάνατον ζωή τους στον παράδεισο, ή στην κόλαση, των καφενείων;

Υπάρχει. Αν κάποιοι συνειδητοποιήσουν ότι βαρύτερο ακόμη και απ’ το όποιο οικονομικό βάρος είναι το ένστικτο της ωμοφαγίας που κυκλοφορεί ελεύθερο ανάμεσά μας, η αναγόρευση του φθόνου σε κοινωνική αξία, και ότι, αν θέλουμε να ξεφύγουμε από την απεραντοσύνη του βάλτου που μας περιβάλλει, θα πρέπει πρώτα να απαλλαγούμε από το σύνδρομο της «μισαριστείας». Αυτό το κεκτημένο δικαίωμα της σύγχρονης ελληνικής ζωής, που ταυτίζει τη δημοκρατία με την κατάσχεση της αριστείας για το δημόσιο συμφέρον της μετριότητας. Και ο πρώτος που πρέπει να απαλλαγεί από το σύνδρομο είναι ο ίδιος ο πνευματικός κόσμος.

Δύσκολα πράγματα, σχεδόν ουτοπικά. Κυρίως, όμως, εντελώς αντίθετα με τις υπογραφές, τις συναυλίες και τις συλλογικές ευθύνες. Χρειαζόμαστε ατομική ευθύνη που φέρει υπογραφή. Ιδού πεδίον δόξης λαμπρόν για τον λεγόμενο «πνευματικό κόσμο» ή τα ερείπιά του.

Έντυπη