Θοδωρής Γεωργακόπουλος ΘΟΔΩΡΗΣ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Ρομπ Φορντ και η πλάνη του ιεροκήρυκα

ΑΡΧΕΙΟ ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ

Ο Ρομπ Φορντ, ο δήμαρχος του Τορόντο, είναι ένας 44χρονος παχύσαρκος και μονίμως αναψοκοκκινισμένος άνδρας, σε γενικές γραμμές αμφιλεγόμενος, αλλά δημοφιλής. Εξελέγη το 2010, συγκεντρώνοντας το 47% των ψήφων των δημοτών της πόλης.

Είναι ένα παλικάρι αξιομνημόνευτο, λεβέντης σπάνιος.

Από το περασμένο καλοκαίρι κι έπειτα έγινε διάσημος για τους πιο λάθος λόγους που μπορεί να φανταστεί κανείς: Επειτα από μια επιχείρηση της καναδικής αστυνομίας για την εξάρθρωση ενός δικτύου εμπορίας ναρκωτικών, δόθηκε στη δημοσιότητα ένα βίντεο που τον έδειχνε να καπνίζει κρακ κοκαΐνη σε μυστηριώδες καταγώγιο με μέλη συμμοριών. Πριν και μετά τη δημοσίευση του βίντεο, τα καναδικά media φιλοξένησαν ένα μπαράζ από αποκαλύψεις για την αλλόκοτη, προβληματική συμπεριφορά του, η οποία περιελάμβανε ιστορίες με μεθύσια, ναρκωτικά και πόρνες, περίεργες συναλλαγές σε σοκάκια, αδιευκρίνιστες απειλές κατά της ζωής αγνώστων εχθρών, ψέματα, παλινωδίες και άλλα φανταχτερά στιγμιότυπα. Το δημοτικό συμβούλιο του αφαίρεσε σχεδόν όλες τις αρμοδιότητες -αλλά δεν καθαιρέθηκε ούτε του απαγγέλθηκαν επισήμως κατηγορίες- και ο ίδιος έγινε μια κωμικοτραγική, γραφική φιγούρα για ένα αποσβολωμένο παγκόσμιο κοινό που είχε συνηθίσει να διαβάζει για το Τορόντο μόνο σε λίστες με τις «καλύτερες πόλεις για να ζει κανείς».

Το κλου: Στις αρχές του Δεκέμβρη, έπειτα απ’ όλα αυτά, ο δείκτης αποδοχής του δημάρχου κυμαίνεται στο αξιοπρεπέστατο 42%. Σύμφωνα με κάποιες πρώτες δημοσκοπήσεις για τις δημοτικές εκλογές του 2014, ο Ρομπ Φορντ έχει σοβαρές ελπίδες να επανεκλεγεί.

Το δίδαγμα είναι το εξής: Ο καθένας από εμάς ζει σε μια κοινωνική φούσκα περιστοιχιζόμενος από ομοίους του και αναπόφευκτα χάνει σε μεγάλο βαθμό την ενσυναίσθηση για το τι συμβαίνει στα μυαλά ανθρώπων άλλων, αλλιώτικων. Γι’ αυτό πέφτουμε κι εδώ διαρκώς από τα σύννεφα τα τελευταία χρόνια. Δεν μπορούμε να χωνέψουμε αυτά που κάνουν οι άνθρωποι γύρω μας, οι τόσο διαφορετικοί από εμάς. Μας φαίνονται αδιανόητα. Και αναστρέψιμα. Αυτό είναι λάθος. Θα έπρεπε, πια, να το έχουμε καταλάβει.

Το διάστημα που μεσολάβησε ανάμεσα στις δύο αντιπροσωπευτικότατες, γλαφυρές και πεντακάθαρες εκλογικές αναμετρήσεις του 2012, το νεοναζιστικό κόμμα της Χρυσής Αυγής απέκτησε μια πρωτοφανή για την ιστορία του προβολή και δημοσιότητα, αποτέλεσμα των 440.000 ψήφων που συγκέντρωσε τον Μάιο. Η δημοσιότητα αποκάλυψε ένα μέρος του προσώπου της συγκεκριμένης οργάνωσης στο ευρύτερο κοινό, με αποκορύφωμα την on-camera βίαια επίθεση νεαρού βουλευτή του κόμματος εναντίον πολύ μεγαλύτερης βουλευτού άλλου κόμματος. «Α, δεν μπορεί», πιστέψαμε όλοι μέσα στη φούσκα μας. «Τώρα είδαμε όλοι τι πάει να πει Χρυσή Αυγή. Στις επόμενες εκλογές θα καταποντιστεί».

«Σπλατ», η φούσκα στα πεζοδρόμια, πέφτοντας από τα σύννεφα. Στις εκλογές του Ιουνίου η Χρυσή Αυγή πήρε 425.000 ψήφους.

Και σήμερα, μετά τη δολοφονία του νεαρού ράπερ, τη σύλληψη μελών του κόμματος και τη δημοσιοποίηση πληθώρας αποκρουστικών λεπτομερειών για τη δράση τους, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν πως η Χρυσή Αυγή διατηρεί τα ποσοστά της κοντά σε διψήφια νούμερα και εξακολουθεί να είναι το τρίτο κόμμα που προτιμούν οι Ελληνες πολίτες. «Σπλατ», πάρ’ τες κάτω από τα σύννεφα τις αηδιασμένες ελίτ. Κι όταν με το καλό θα ξαναγίνουν εκλογές; «Σπλατ» και πάλι.

Βαθιά μέσα μας πιστεύουμε -κι αν δεν το πιστεύουμε συνειδητά, συμπεριφερόμαστε σαν να είναι αλήθεια- ότι οι άνθρωποι γύρω μας, στον πυρήνα τους μέσα, είναι όλοι ίδιοι στα βασικά τους χαρακτηριστικά, ένα και το αυτό, πανομοιότυποι. Νομίζουμε πως αν οι συνθήκες της ζωής τους ήταν αλλιώτικες, αν ήξεραν αυτά που ξέρουμε εμείς, αν είχαν δει αυτά που έχουμε δει, θα κατέληγαν στο ίδιο σημείο με εμάς ακριβώς, που είναι το σωστό. Το ότι βρίσκονται σε διαφορετικό οφείλεται σε λεπτομέρειες. Πήραν τον λάθος δρόμο. Κάθισαν σε λάθος θρανίο στο σχολείο. Με λίγη δουλειά και πειθώ και χρόνο, οποιοσδήποτε Ελληνας μπορεί να αλλάξει, να πειστεί και να γίνει ολόιδιος με εμάς.

Είναι η μενταλιτέ των πεφωτισμένων, αυτή, η πλάνη του ιεροκήρυκα. Ολοι πιστεύουμε ότι κατέχουμε μια λίγο-πολύ σωστή και στέρεη αλήθεια, όλοι έχουμε μια πυξίδα ηθική και αξιακή που μας κατευθύνει ακούσια ή εκούσια και όλοι νομίζουμε ότι πάμε προς τη σωστή κατεύθυνση. Το δύσκολο μοιάζει να είναι το να αποδεχτούμε ότι οι άλλοι δικαιούνται να κάνουν λάθος. Να πάνε από την άλλη. Δεν είναι δικιά μας δουλειά να τους αλλάξουμε κατεύθυνση, δεν μας πέφτει λόγος και, πιθανότατα, δεν γίνεται κιόλας. Ενα μεγάλο μέρος της κοινωνίας στην οποία ζούμε δικαιούται να είναι συνειδητά και συνειδητοποιημένα αυτό που είναι, ναζί, ρατσιστές, φασίστες, τρελοί, κοινωνιοπαθείς, αμόρφωτοι ή απλά ηλίθιοι.

Δικαιούνται να πιστεύουν ότι τους ψεκάζουν. Πρέπει εμείς -και τα αδέρφια μας, οι ντροπιασμένοι οι δημοκράτες και εστέτ κάτοικοι του downtown Τορόντο- να χωνέψουμε ότι δεν δικαιούμαστε την αποικιοκρατική ψευδαίσθηση ότι μπορούμε να τους «σώσουμε», εμείς οι πεφωτισμένοι, οι μη παραστρατημένοι, οι κάτοχοι της απόλυτης αλήθειας, οι καταδικασμένοι μονίμως και μοιραία να πέφτουμε από τα σύννεφα.

Δεν αλλάζουν οι κοινωνίες έτσι.

 

 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ