ΣΤΑΘΗΣ Ν. ΚΑΛΥΒΑΣ*

Συστημικοί, αντισυστημικοί και υποκριτές

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Είναι φυσιολογικό να ξεπροβάλλει έντονα έπειτα από μια μεγάλη κρίση η επιθυμία τιμωρίας εκείνων που διαχειρίστηκαν τα πράγματα στη διάρκεια της προηγούμενης περιόδου. Αυτή είναι άλλωστε και μία από τις πιο βασικές λειτουργίες της δημοκρατίας, αφού οδηγεί μονομιάς (και το πιο σημαντικό, με ειρηνικό τρόπο) στην ικανοποίηση του λαϊκού αισθήματος και στην ανανέωση των πολιτικών ηγεσιών. Ο όρος «πολιτικό σύστημα» (ή απλά «σύστημα») αποδείχθηκε ιδιαίτερα δημοφιλής επειδή επιτρέπει μιαν εύκολη και απλή περιγραφή του προβλήματος, σε βαθμό μάλιστα τέτοιο που είναι αδύνατο να περιγράψουμε την πολιτική δίχως αναφορά σε αυτό. Ουσιαστικά, το δίπολο «μνημόνιο-αντιμνημόνιο» εδράζεται πάνω στο αντίστοιχο δίπολο «σύστημα-αντισύστημα», όπου στο πρώτο συμπεριλαμβάνονται οι άνθρωποι και νοοτροπίες που υποτίθεται πως ευθύνονται για την πτώχευση της χώρας και στο δεύτερο οι πολιτικά άφθαρτοι και οι υγιείς αντιλήψεις και νοοτροπίες. Ως πολιτικός τυφλοσούρτης ο διαχωρισμός αυτός είναι παραπλανητικός και επικίνδυνος.

Κατ’ αρχάς, η ελαστική χρήση της λέξης «σύστημα» ευνοεί ακραίες αλλά αβάσιμες κριτικές. Τι ακριβώς είναι το «σύστημα»; Οι Ελληνες πολιτικοί, οι θεσμοί, το κοινοβουλευτικό σύστημα, ο καπιταλισμός; Το εννοιολογικό αυτό ξεχείλωμα είναι επικίνδυνο γιατί ταυτίζει τη δικαιολογημένη κριτική συγκεκριμένων ανθρώπων, αποφάσεων και πρακτικών με μια γενικευμένη κριτική, που σπάνια τεκμηριώνεται και ακόμη σπανιότερα ευσταθεί. Αλλωστε, πάνω στην ταύτιση αυτή χτίστηκε ολόκληρη η «αντισυστημική» στρατηγική της Χρυσής Αυγής. Αναμφίβολα, μια από τις πιο ουσιαστικές διαφορές ανάμεσα στην Ελλάδα και στις άλλες «μνημονιακές» χώρες βρίσκεται στη γενικευμένη αυτή και παραπλανητική χρήση της λέξης «σύστημα».

Ενα δεύτερο πρόβλημα είναι το τσουβάλιασμα όλων εκείνων που είτε ασχολήθηκαν συστηματικά με την πολιτική τα τελευταία 30 χρόνια είτε είχαν κάποια περισσότερο ή λιγότερο υπεύθυνη κρατική θέση. Ομως κάτι τέτοιο είναι και άδικο και προβληματικό, αφού προφανώς δεν είναι ίδια και όμοια η ευθύνη όσων π.χ. έκλεψαν δημόσιο χρήμα και όσων έλαβαν μια κακή πολιτική απόφαση. Ας μην ξεχνάμε επίσης εκείνους που πολιτεύτηκαν με αξιοπρέπεια, αλλά και όσους επισήμαναν από νωρίς πως το καράβι εξώκειλε χωρίς να εισακουστούν από την πλειονότητα των συναδέλφων τους ή το εκλογικό σώμα. Από την άποψη αυτή, η γενική καταδίκη του «συστήματος» είναι εξίσου άστοχη με τον αφορισμό «όλοι τα φάγαμε». Το χειρότερο μάλιστα είναι πως το τσουβάλιασμα ευνοεί τους χείριστους, καθώς διαχέει τις ευθύνες τους σε μια πολύ ευρύτερη ομάδα και τους παρέχει ένα βολικό άλλοθι («όλοι τα ίδια έκαναν»). Υπενθυμίζω αυτά τα προφανή, γιατί ενώ τα γνωρίζουμε, έχουμε την τάση να τα παραβλέπουμε.

Τέλος, ένα μεγάλο πρόβλημα αφορά το περιεχόμενο του «αντισυστήματος». Ποιοι ακριβώς είναι οι δημόσιοι κατήγοροι του «συστήματος»; Μπορούμε να διακρίνουμε τουλάχιστον τρεις ομάδες. Η πρώτη περιλαμβάνει όσους πράγματι δεν είχαν συμμετοχή στη πολιτική και εκφέρουν έναν αξιόπιστο και συγκροτημένο λόγο. Δυστυχώς πρόκειται για μια πολιτικά περιθωριοποιημένη μειονότητα. Στη συνέχεια έχουμε τους πολιτικά άφθαρτους, που εκφέρουν ακραία κριτική. Πολλοί απ’ αυτούς έχουν αποκομίσει σημαντικά πολικά οφέλη, με πρώτη και καλύτερη τη Χρυσή Αυγή. Οπως είναι φανερό, το να μην έχεις υπάρξει μέρος του «συστήματος» δεν αρκεί για να καταστήσει την κριτική σου έγκυρη. Οσο για την τρίτη ομάδα, έχει προσποριστεί το μεγαλύτερο πολιτικό κέρδος απ’ όλους και απαρτίζεται σε μεγάλο βαθμό από πρώην μέλη του «συστήματος». Εξετάζοντάς την προσεκτικά, διακρίνει κανείς τέσσερις υποομάδες: πολιτικούς, πανεπιστημιακούς, καλλιτέχνες και δημοσιογράφους. Κοινός παρονομαστής τους, η αδιάντροπη υποκρισία.

Η αποδοχή της κριτικής του «συστήματος» από την ομάδα αυτή προϋποθέτει τέσσερις παραδοχές. Πρώτον, πως το ΠΑΣΟΚ ή η Ν.Δ. δεν υπήρξαν μέρος του «συστήματος» για τους πολιτικούς, τους συνδικαλιστές ή τα στελέχη εκείνα που εγκατέλειψαν τα κόμματα αυτά για να βρουν «αντισυστημική» στέγη στον ΣΥΡΙΖΑ ή στους Ανεξάρτητους Ελληνες. Δεύτερον, πως τα κρατικά ΑΕΙ και οι δεκάδες επιτροπές και ιδρύματα που έστελναν σε πολυτελή ταξίδια ανά την υφήλιο και επιχορηγούσαν με κονδύλια και κρατικές αργομισθίες τόσους και τόσους σημερινούς «αντισυστημικούς» πανεπιστημιακούς, δεν αποτελούσαν μέρος του «συστήματος». Τρίτον, πως δεν ήταν «συστημικό» το υπουργείο Πολιτισμού, που διένειμε πλουσιοπάροχες επιδοτήσεις στους διάφορους «αντισυστημικούς» καλλιτέχνες, ούτε πως ήταν «συστημικά» τα κρατικά και τα ιδιωτικά ΜΜΕ που τους πρόβαλλαν τόσο απλόχερα. Τέλος, πως δεν ήταν «συστημικά» τα διάφορα συγκροτήματα ΜΜΕ και τα υπουργεία που απασχολούσαν με συχνά τεράστιες αντιμισθίες τους δημοσιογράφους εκείνους που σήμερα βυσσοδομούν εναντίον των «καθεστωτικών» ΜΜΕ. Για να μην αναφέρω την ΕΡΤ, που από πυλώνας του «συστήματος» μεταμορφώθηκε κυριολεκτικά μέσα σε μία νύχτα σε κέντρο «αντισυστημικής» αντίστασης.

Είναι, λοιπόν, εντελώς φανερό πως οι άνθρωποι που πλασάρονται σήμερα ως «αντισύστημα» είναι στην πλειονότητά τους εκεινο το κομμάτι του «συστήματος» που απλά απώλεσε και νοσταλγεί τα προνόμια του. Κραυγάζουν για «ολικό ξήλωμα του κατεστημένου» εκείνοι που απλώς επιθυμούν να το υποκαταστήσουν. Οι λέξεις έχουν σημασία και η άστοχη αποδοχή και χρήση εννοιών σαν το «σύστημα» συμβάλλει τελικά στη μετατροπή μιας απαραίτητης τιμωρίας των υπευθύνων στην επανάληψη ενός έργου που δυστυχώς έχουμε ξαναδεί.

* Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Yale.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ