Πόπη Διαμαντάκου ΠΟΠΗ ΔΙΑΜΑΝΤΑΚΟΥ

Στο «American Horror» απαντάμε με «Κάτω Παρτάλι»

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Επικοινωνία

Είναι ίσως συντριπτική μια σύγκριση μεταξύ σύγχρονης αμερικανικής σειράς με τα εξαιρετικά υψηλά στάνταρ παραγωγής και μιας εγχώριας με τα δεδομένα προβλήματα της μικρής αγοράς και της αντίστοιχης οικονομικής στενότητας. Πολλοί θα τη θεωρούσαν και άδικη. Αλλά σκοπός μας δεν είναι να συγκρίνουμε ούτε την ποιότητα ούτε το ύφος και το περιεχόμενο της κάθε μιας, καθώς εκ πρώτης όψεως οι ιστορίες του «American Horror», που έχει γίνει από τα αγαπημένα των απανταχού downloaders, και του εγχώριου «Κάτω Παρτάλι» φαίνεται να μην έχουν καν ομοιότητες.

Το πρώτο, ένα αυθεντικό έργο τρόμου, με τη σκοτεινή απειλή να ξεπροβάλλει από κάθε πλάνο και έξοχες ερμηνείες από ηθοποιούς όπως η Τζέσικα Λανγκ (βραβευμένη ήδη με ΕΜΜΥ και Χρυσή Σφαίρα για τον ρόλο της) και η Κάθι Μπέιτς. Εφιαλτικές και βασανισμένες φιγούρες σηκώνουν με ερμηνευτική μαεστρία το βάρος μιας μεγάλης παράδοσης τρόμου. Το δεύτερο, μια εγχώρια, χιουμοριστική σειρά, όπου ο φόβος του άγνωστου, εν προκειμένω η ζωή σε ένα χωριό, ξεχασμένη από εκείνους που το εγκατέλειψαν για να ζήσουν τη μεγάλη ζωή στα χρόνια της τρελής σπατάλης, προβάλλει σαν κωμικός «εφιάλτης», που κρύβεται στα μυστικά του κλειστοφοβικού επαρχιώτικου τόπου. Εδώ η σάτιρα των ηθών της αφασικής σπατάλης και των χαρακτήρων, τους οποίους διαμόρφωσε το κλίμα της ξέφρενης κατανάλωσης, συνδυάζεται με τη σάτιρα των κλειστοφοβικών ηθών της αποκλεισμένης ελληνικής υπαίθρου, σαν δύο διαφορετικοί τρόποι ζωής οι οποίοι συγκρούονται. Ωστόσο, το «Κάτω Παρτάλι» δεν μένει μόνο σε αυτό, αναζητεί τις πτυχές του ψυχισμού των δύο πλευρών και τις αναδεικνύει με σάτιρα του τρόμου, χρησιμοποιώντας εν προκειμένω ήρωες και σκηνές από ταινίες και ιστορίες που λατρεύει να καταναλώνει το μεγάλο λαϊκό κοινό. Ιδίως σε εποχές κρίσης. Σαν ομοιοπαθητική αντίσταση στον φόβο από την κατάρρευση των βεβαιοτήτων του.

Το θέμα δεν είναι να σταθούμε ούτε στην υπερβολική έμφαση στις κωμικές ατάκες, πολλές εξ αυτών προβλέψιμες, που κάνουν το κάθε επεισόδιο να μοιάζει με επιθεωρησιακό νούμερο, ούτε στις υπερβολές που έχουν οι ερμηνείες από μια στρεβλή εγχώρια αντίληψη περί «κοντινού πλάνου», όπου ο ηθοποιός υποτίθεται πρέπει να υπογραμμίζει με γκριμάτσες και γελοίο τόνο φωνής τη στιγμή και την κατάστασή του μην τυχόν και δεν την αντιληφθεί το φιλοθεάμον, αλλά στο ίδιο το σενάριο, όπου αντανακλάται η εγχώρια κουλτούρα αντίστασης στον τρόμο με το χιούμορ.

Οσο εξελίσσεται το «Κάτω Παρτάλι», με την παρέα των «αφελών» πρωτευουσιάνων, η οποία βρέθηκε στο απομονωμένο χωριό και συναντά το ένα παράδοξο μετά το άλλο, μας θυμίζει περισσότερο εκείνο το νιόπαντρο ζευγάρι, τους Μπραντ και Τζάνετ του έξοχου «Rocky Horror Picture Show», όταν μια νύχτα με καταιγίδα βρήκαν καταφύγιο στον στοιχειωμένο πύργο του τρελού, ροκ επιστήμονα δρος Φρανκ. Εκείνο το φιλμ, που έγινε καλτ και επί σχεδόν πέντε δεκαετίες εξακολουθεί να έχει φανατικό κοινό, προβάλλεται σε αίθουσες μόνιμων προβολών σε Ευρώπη και Αμερική, και η παρακολούθηση της προβολής του εξακολουθεί να είναι εμπειρία, καθώς το κοινό συμμετέχει στις σκηνές, υπήρξε μια ευφυής σάτιρα των τρομακτικών B movies και των ταινιών επιστημονικής φαντασίας. Στα ’70s αυτά ήταν τα μεγάλα λαϊκά θεάματα. Τότε υπήρχε η ευφορία της προόδου, το κραχ ήταν μακρινή ανάμνηση, η κατάκτηση του Διαστήματος και η ύπαρξη εξωγήινης ζωής ενέπνεαν τα νέου τύπου «γουέστερν» και, τέλος πάντων, η απειλή είχε μετατεθεί σε εξωγήινες σφαίρες. Φυσικά, η τιμωρία των αμαρτωλών, σύμφωνα με τις παραδόσεις του πουριτανισμού και τη σκοτεινή μυθολογία του μεταφυσικού, που ευδοκιμεί στις χώρες του Βορρά, παρέμενε η κυρίαρχη πηγή έμπνευσης θριλερικών σεναρίων.

Κάπως έτσι, η μετά Λιμανμπράδερς Αμερική της κρίσης, του εφιάλτη της κοινωνικής περιθωριοποίησης, των νεόπτωχων και της διαρκούς απειλής τρομοκρατικών χτυπημάτων αντανακλάται στο έξοχο αφηγηματικά «American Horror». Εδώ δεν υπάρχουν αστεία, υπάρχει μόνον ο τρόμος, διάχυτος, αφόρητος, όπως οι τύψεις της συνείδησης, και τόσο έξοχα σκηνοθετημένος πλάνο πλάνο, ώστε οι καλύτερες κριτικές για τη σειρά (The Washington Post, LA Times, Metacritic κ.ά.) επισημαίνουν την «αληθοφάνειά» της και ότι «ο θεατής νομίζει πως οι χαρακτήρες είναι πραγματικοί».

Εξοχη η παραγωγή, εξ ου και είναι άδικη η σύγκριση με σκηνές από το «Κάτω Παρτάλι», όπου μια παρέα από καρναβαλικές φιγούρες μιμούνται θριλερικούς ήρωες, τον ανυπέρβλητο Φρέντι Κρούγκερ, που συστήνεται στη χαζόξανθη πρωτευουσιάνα με το όνομά του, ή τη «Βούλα» από το «Βελζεβούλα». Αλλά η διαφορά των αντιλήψεων για την πραγματικότητα, εμφανής. Εξακολουθούμε να επενδύουμε στο χιούμορ και στην αντίληψη ότι τίποτε δεν είναι πραγματικά τρομερό, ούτε καν ο Κορυδαλλός, όπου συγκεντρώνονται αλλοτινές διασημότητες της επιδεικτικής σπατάλης-με-δανεικά. Η διασκεδαστική αφέλεια μπορεί να παραμένει το επίκεντρο μιας κουλτούρας που τη θεωρεί ακόμη και προσόν για καριέρα, τηλεοπτική τουλάχιστον.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ