ΜΟΥΣΙΚΗ

«Στη μουσική έχουμε ανάγκη τα ταλέντα»

ΓΙΩΤΑ ΣΥΚΚΑ

Κιθαρίστας στις «Τρύπες» από τα 17 του μέχρι που διαλύθηκαν, ο Μπάμπης Παπαδόπουλος δεν είναι από τους μουσικούς του αθηναϊκού κέντρου.

Κιθαρίστας στις «Τρύπες» από τα 17 του μέχρι που διαλύθηκαν, ο Μπάμπης Παπαδόπουλος δεν είναι από τους μουσικούς του αθηναϊκού κέντρου. Από τη Θεσσαλονίκη όπου μεγάλωσε και έζησε τα χρόνια του ιστορικού ροκ συγκροτήματος δίπλα στον Γιάννη Αγγελάκα, τον Γιώργο Καρρά, τον Γιώργο Τόλιο και τον Ασκληπιό Ζαμπέτα, απέδειξε ότι δεν χρειάζεται να είσαι χαϊδεμένος της τηλεόρασης και του ραδιοφώνου για να ξεχωρίσεις. Οι «Τρύπες» ήταν το εναλλακτικό ελληνικό ροκ της μετα-πανκ εποχής που έκλεψε την καρδιά των ανήσυχων νέων της δεκαετίας του ’80 στο Ροντέο, το Κύτταρο, τους πανεπιστημιακούς χώρους, πολύ πριν γεμίσουν τον Λυκαβηττό.

Στην Αρτα, 47άρης πια, ο Μπάμπης Παπαδόπουλος με νέους συναναστρέφεται και σήμερα.   Επτά χρόνια διδάσκει στο Τμήμα Λαϊκής και Παραδοσιακής  Μουσικής του ΤΕΙ Ηπείρου,  επιβεβαιώνοντας  ότι δεν  χρειάζεται  να είσαι στο κέντρο των πραγμάτων  για  να  δημιουργείς ουσιαστικά.  «Σημασία  έχει  να είσαι κοντά σε ό,τι αγαπάς» λέει στην «Κ».

Αφορμή της συζήτησής μας, η μουσική που έγραψε για το «Μικρό ψάρι», τη νέα ταινία του Γιάννη Οικονομίδη που θα κυκλοφορήσει σε έκδοση βινυλίου 10΄΄ από τη Feelgood Records. Μικρές αφηγήσεις με κιθάρες συνοδεύουν τη σκληρή πραγματικότητα  που περιγράφει ο σκηνοθέτης. Μια μουσική με αίσθημα που κρατάει τον διακριτικό δεύτερο ρόλο.

Ο δημιουργός της  ποτέ δεν περιορίστηκε στην ηλεκτρική δύναμη των χρόνων που έζησε στις «Τρύπες». Ως μουσικός μάς έδειξε την ενορχηστρωτική του ικανότητα και σε μουσικές που κλείνουν το μάτι στην παράδοση, όπως για τον «Βραχνό προφήτη» και την «Αγρύπνια» του Θανάση Παπακωνσταντίνου. Επειτα έδεσε αρμονικά στους αυτοσχεδιασμούς με τον Φλώρο Φλωρίδη και τον κιθαρίστα Nicky Skopelitis, ενώ μας ξάφνιασε ευχάριστα με τον τρόπο που διασκεύασε ρεμπέτικα.

Τρία άλμπουμ σε τρεις δεκαετίες καριέρας δεν είναι πολλά. Το πρώτο του προσωπικό cd με τίτλο «Σκηνές από ένα ταξίδι» το ηχογράφησε μόλις το 2008 και ακολούθησαν το «Well Anything Can Happen» και «Στη σπηλιά του δράκου».  Τώρα, εκτός από το σάουντρακ του Οικονομίδη, ετοιμάζει και έναν ακόμη δίσκο με το ακουστικό σχήμα που έκανε τις διασκευές των ρεμπέτικων. Αλλά και εμφανίσεις.

«Ο κινηματογραφικός χώρος με ενδιαφέρει πολύ γιατί είναι τέχνη που συμπεριλαμβάνει όλες τις άλλες. Οταν παίζω μουσική σκέφτομαι με εικόνες. Κάτι με ενώνει λοιπόν με το σινεμά, όπου είχα δουλέψει πρώτη φορά με τον Νίκο Γραμματικό, αλλά και με το θέατρο. Εχω γράψει μουσική για το Εθνικό, το ΚΘΒΕ και διάφορες ομάδες».

Η ειλικρίνεια του Γ. Οικονομίδη, όπως λέει, τον συγκινεί, γιατί δεν στρογγυλεύει τα πράγματα.  «Ηταν ο πρώτος που μας μίλησε στο σινεμά με μια γροθιά στο στομάχι. Ακολούθησαν πολλοί έκτοτε, έγινε σχεδόν μόδα η σκληρότητα στο πανί, αλλά αυτός το κάνει πολύ καλά. Ενας  καλλιτέχνης  που δεν έβαλε ποτέ μουσική στις ταινίες του είχε ενδιαφέρον για μένα. Ο ρόλος της μουσικής σε μια ταινία ή μια παράσταση πρέπει να στηρίξει το σενάριο, την εικόνα και τον λόγο, όχι να βγει μπροστά. Στον κινηματογράφο η παραγγελία σε καθοδηγεί σε μια διαδρομή. Ομως, όπως και στο τραγούδι, η σύμπραξη έχει ενδιαφέρον».

Τζαζ, ροκ, παραδοσιακός ήχος, ρεμπέτικα. «Για μένα όλα είναι μουσική εφόσον βρίσκω τον εαυτό μου μέσα τους. Επιρροές». Ομως, αν το ροκ εξηγείται, αναρωτιέσαι πώς του προέκυψε το λαϊκό.  «Μα τα έπαιζα σε μαγαζιά -όχι πίστες- και ηχογραφήσεις από τα 16 μου. Δεν μου είναι άγνωστα».

Παιδί της Θεσσαλονίκης, από τη δημιουργική της σχολή, δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ  να εγκατασταθεί στην Αθήνα. «Οταν κατέβαινα ήταν για κανένα μήνα. Το κυνήγι της καριέρας σε οδηγεί κοντά της».
Οι «Τρύπες»  ήταν νιότη και ενηλικίωση μαζί. «Ξεκίνησα 17άρης, όταν γράψαμε τον πρώτο μας δίσκο, και διαλυθήκαμε όταν ήμουν 35 χρόνων. Ηταν χρόνια δυνατά, με συντροφικότητα, αγάπη για τη μουσική, πολλά ταξίδια κι όλα αυτά με φίλους. Ηταν μια συνεργατική εποχή». Θυμάται μόνο καλά, τα άσχημα ξεχνιούνται εύκολα όπως λέει. Σε γκρουπ, με τη στενή έννοια, δεν μπορεί να ξαναδεί τον εαυτό του: «Οι ζωές όλων μας πήραν μια κατεύθυνση. Αλλωστε οι μπάντες είναι υπόθεση νεανική».

Αυτοδίδακτος στην κιθάρα, δεν ξεκίνησε από ωδείο αλλά βλέποντας κάποια ανήσυχα  ξαδέρφια του. Ετσι άρχισε κι αυτός να γρατζουνάει τις χορδές στα 11 του. «Ηταν η εποχή που ακούγαμε κυρίως ροκ, ενώ γύρω μας αναβίωνε το ρεμπέτικο, τα παλιά λαϊκά. Στη Νεάπολη της Θεσσαλονίκης υπήρχαν πολλά γκρουπάκια και ερεθίσματα. Εβραζε μια ολόκληρη πόλη».

Από το 2000, όμως, που διαλύθηκαν έφτασε το 2008 για τον πρώτο του δίσκο. Στο μεταξύ άλλαξαν πολλά γύρω του. «Χάθηκε το πολύ γκλάμουρ, αν  κι αυτό αφορούσε τους τραγουδιστές. Στον χώρο των μουσικών, οι συνάδελφοί μου έμοιαζαν πάντα περιθώριο. Αυτός ο  κύκλος καλλιτεχνών εργάζεται όπως ήξερε. Δεν τους αιφνιδίασε η κρίση».  

Η γενιά του, λέει ο Μπ. Παπαδόπουλος, «ξέσπαγε στη μουσική. Ηταν η ελπίδα κάθε ανήσυχου νέου. Τα πράγματα ήταν αθώα μέχρι τη στιγμή που άρχισε η επέλαση του λάιφ στάιλ. Η πλαστή ευμάρεια, η βιασύνη,  η εμπορευματοποίηση στη μουσική χτύπησε κόκκινο το 2000. Ολα αυτά που ζούμε σήμερα είναι το αποτέλεσμα του πικ εκείνης της αχόρταγης εποχής».

Εκανε πάντως κι ένα καλό. Ανοιξε τον δρόμο για τα ωδεία και τα μουσικά γυμνάσια.  «Τα χρόνια της οικονομικής ανεμελιάς πολλά παιδιά μάθαιναν διάφορα μουσικά όργανα. Είναι μια γενιά με πολλά εφόδια, ωδεία, γνώσεις, η οποία όμως γεύτηκε και τη σαβούρα του λάιφ στάιλ που της προτείνει η τηλεόραση. Το αντιλαμβάνομαι συχνά στη συμπεριφορά των νέων. Τα πραγματικά ταλέντα είναι πάντα λίγα.  Αυτά  θα βρουν τον δρόμο τους. Κάποιοι άλλοι θα μάθουν την τέχνη της ακρόασης». Επιμένει πως «χρειαζόμαστε και τους δύο. Στη μουσική έχουμε  ανάγκη τα ταλέντα και τους καλούς ακροατές».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ