ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ

Ταξιδιώτης και όχι τουρίστας

ΝΑΤΑΛΙ ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Γυναίκα με μοτοποδήλατο σε παραδοσιακή αγορά του σύγχρονου Βιετνάμ. «Ελπίζω να κάνω τους φοιτητές μου», γράφει η Νάταλι Μπακόπουλος, «να αντιλαμβάνονται στοχαστικά τον κόσμο γύρω τους».

Αν και συνήθως διδάσκω στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν, το εξάμηνο αυτό έχω αποδράσει από το πολικό μας κλίμα για να διδάξω στο πρόγραμμα του Πανεπιστημίου της Βιρτζίνια «Εξάμηνο στη θάλασσα»: ένα πλωτό πανεπιστήμιο που το αποτελούν 650 φοιτητές, 100 διδάσκοντες και πανεπιστημιακό προσωπικό και 200 μέλη του πληρώματος. Οταν θα τελειώσουμε το ταξίδι μας, στο Λονδίνο τον Μάιο, θα έχουμε επισκεφθεί δώδεκα χώρες, με σταθμούς σε λιμάνια της Ασίας και της Αφρικής.

Διδάσκω ταξιδιωτική γραφή, και αυτό με έχει κάνει να σκεφτώ όχι μόνο τις φιλοσοφικές προεκτάσεις του να γράφεις για τόπους που επισκέπτεσαι, αλλά επίσης τι σημαίνει να ταξιδεύεις, τη διαφορά ανάμεσα στον τουρίστα και τον ταξιδιώτη, καθώς και την απόσταση ανάμεσα στις φανταστικές χώρες που υπάρχουν στο μυαλό μας και τα πραγματικά μέρη που συναντούμε.

Το να ταξιδεύεις είναι προνόμιο (και, πιστέψτε με, πολλοί από τους σπουδαστές που συμμετέχουν σ’ αυτό το ταξίδι είναι πράγματι προνομιούχοι) και όχι δικαίωμα. Πολλοί άνθρωποι δεν έχουν ποτέ την ευκαιρία να ταξιδέψουν, και μάλιστα υπό αυτές τις συνθήκες. Παρ’ όλα αυτά, έχω προβληματιστεί για το δικαίωμα στο ταξίδι: ποιοι το έχουν, αν ανήκουμε σ’ αυτούς, γιατί ταξιδεύουμε και τι σημαίνει να εισχωρούμε σε έναν ξένο τόπο και να περιπλέκουμε ακόμη περισσότερο τα πράγματα γράφοντας γι’ αυτή την εμπειρία. Εχει ειπωθεί ότι όταν επιλέγουμε να γράψουμε για έναν άνθρωπο ή για έναν τόπο, τελικά θα τους προδώσουμε.

Ετσι, η διδασκαλία της ταξιδιωτικής γραφής είναι μια απόπειρα να διδάξω όχι μόνο την τέχνη της γραφής αλλά και την τέχνη του ταξιδιού: να χρησιμοποιείς τόσο την ευαισθησία όσο και την έρευνα, να θέτεις υπό αμφισβήτηση την πολιτισμική μας μεροληπτικότητα, να μην κινείσαι στον κόσμο με το παθητικό «διασκεδάστε με» του τουρίστα αλλά με τη διάθεση άμεσης, ενεργητικής συμμετοχής του ταξιδιώτη. Η ταξιδιωτική γραφή, όπως και κάθε καλή γραφή, δεν είναι μια απλή περιγραφή γεγονότων και συναισθημάτων· είναι μια πράξη ερμηνείας, όπου χρησιμοποιείς τη γλώσσα για να δώσεις νόημα σ’ αυτά τα συμβάντα και τα συναισθήματα. Να τους δώσεις ζωή.

Συχνά έχω πει, και πολλοί συγγραφείς θα συμφωνούσαν, ότι οι περισσότεροι συγγραφείς είναι, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, παρείσακτοι. Εξόριστοι. Το νιώθουμε αυτό πριν ίσως νιώσουμε την ανάγκη να γράψουμε. Επομένως, ως συγγραφείς ΚΑΙ ταξιδιώτες, τα χαρακτηριστικά αυτά διευρύνονται. Οπως είχε γράψει ο Γιώργος Σεφέρης, ο άνθρωπος είναι πάντα διπλός – αυτός που δρα και αυτός που βλέπει τον εαυτό του να δρα, αυτός που υποφέρει και αυτός που παρατηρεί τον εαυτό του να υποφέρει. Ταξιδεύω στον κόσμο και παρατηρώ τον εαυτό μου να ταξιδεύει.

Στο Βιετνάμ

Οταν συναντώ τους σπουδαστές μου στα διάφορα λιμάνια, πολλοί από αυτούς τριγυρίζουν σε ζωηρές, θορυβώδεις παρέες. Ωστόσο, στο Πολεμικό Μουσείο της Σαϊγκόν, αφιερωμένο στον Πόλεμο του Βιετνάμ, οι επισκέπτες κινούνται συνήθως μόνοι, με το πρόσωπο γεμάτο θλίψη, απορία και οργή.

Για τους φοιτητές μου, ακόμα και για μένα ώς ένα βαθμό, το όνομα «Βιετνάμ» αναφερόταν σε κάτι που συνέβη προτού γεννηθούνε. Θα μπορούσαν ίσως να παραθέσουν μερικά ονόματα και συμβάντα: το Δόγμα Τρούμαν, η σφαγή του Μάι Λάι, Χένρι Κίσινγκερ, Χο Τσι Μινχ. Το «Βιετνάμ» δεν ήταν μια χώρα αλλά μια αφηρημένη έννοια. Ωστόσο στο τμήμα της έκθεσης για τις συνέπειες του «χημικού όπλου» Agent Orange, όπου είδαν φωτογραφίες βρεφών με παραμορφώσεις, έκλαψαν. Εμειναν απόλυτα σιωπηλοί, καθώς έβλεπαν τα φωτογραφικά εκθέματα για τους δημοσιογράφους απ’ όλο τον κόσμο που έχασαν τη ζωή τους. Ο όρος που άκουσαν από διάφορους ξεναγούς –«Αμερικανικός πόλεμος»– τους αφόπλισε. «Αμερικανικός πόλεμος», όχι «Πόλεμος του Βιετνάμ».

Είδα έναν φοιτητή να στέκεται μόνος πολλή ώρα μπροστά από μια φωτογραφία που στη λεζάντα της ήταν γραμμένα τα λόγια του πρώην υπουργού Αμυνας των ΗΠΑ, Ρόμπερτ Μακναμάρα: «Κάναμε λάθος, τρομακτικό λάθος. Είναι χρέος μας προς τις μελλοντικές γενιές να εξηγήσουμε γιατί».

Το εξήγησαν; Αναρωτιέμαι μερικές φορές αν μαθαίνουμε τίποτα από την Ιστορία, ή αν η επανάληψη των λαθών είναι φριχτά ανθρώπινη, το ότι συχνά επιλέγουμε να αγνοήσουμε ισχυρές, βαθιές συνδέσεις ανάμεσα σε γεγονότα και καταστάσεις. Ισως όμως να είναι κάτι για το οποίο πρέπει να παλέψουμε.

Τόπος και κατανόηση

Παραδέχομαι ότι, ακόμα κι όταν έχεις την ευκαιρία, το να περάσεις έξι μέρες σε μια χώρα δεν είναι αρκετό για να αποκτήσεις μια βαθύτερη κατανόηση του τόπου. Προσωπικά, έχω βυθιστεί στη νεότερη ελληνική Ιστορία, τη γλώσσα και τη λογοτεχνία, και έχω περάσει πολύ καιρό στην Ελλάδα, αλλά παρ’ όλ’ αυτά νιώθω ότι αν και η Ελλάδα είναι αναπόσπαστο κομμάτι μου, εγώ δεν είμαι μέρος της. Και, πραγματικά, πώς μπορείς να κατανοήσεις οποιοδήποτε μέρος ή να πεις μια ιστορία γι’ αυτό;

Εντούτοις, δεν πιστεύω ότι αυτοί οι φοιτητές θα είχαν την ίδια οργανική, συναισθηματικά σπαραχτική αντίδραση αν είχαν αντικρίσει τα ίδια εκθέματα στο Μουσείο της Ουάσιγκτον. Ο συνδυασμός τού να βρίσκεσαι σε έναν τόπο και ταυτόχρονα να είσαι ξένος σ’ αυτόν εντείνει την εμπειρία, σε κάνει να έχεις επίγνωση του πλαισίου αναφοράς, σου επιτρέπει να αδειάσεις τον εαυτό σου και να καλωσορίσεις μέσα σου νέα πράγματα. Ενας τόπος μπορεί να μείνει κοντά μας ακόμα κι αν βρισκόμαστε έξω από τα εμβληματικά όσο και τα φυσικά σύνορά του. Γιατί μετά το ταξίδι, όπως και μετά το τέλος ενός έρωτα, δεν είμαστε ποτέ οι ίδιοι, για να παραφράσω τον Pico Iyer.

Σε μια επιστολή του ο ποιητής Αρθούρος Ρεμπό έγραψε: «Θέλω να είμαι ποιητής, και προσπαθώ να μετατραπώ σε οραματιστή: ...Εχει να κάνει με το να προσπαθείς να ανοίξεις δρόμο προς το άγνωστο μέσω μιας διατάραξης όλων των αισθήσεων».

Μια διατάραξη, ένας αποσυντονισμός όλων των αισθήσεων: γι’ αυτό παλεύω, ως συγγραφέας, ως καλλιτέχνιδα, ως ταξιδιώτισσα. Και ως εκπαιδευτικός, ελπίζω να κάνω τους φοιτητές μου οραματιστές, να τους βοηθήσω να αντιλαμβάνονται στοχαστικά τον κόσμο γύρω τους, να βιώνουν τις στιγμές καθώς τις ζουν και να τις συνδέουν με στιγμές που προηγήθηκαν. Να είναι εναργείς, παρόντες, ζωντανοί.

Αποσυντονίζοντας τις αισθήσεις μου

Λίγες μέρες πριν, περιπλανιόμουν μόνη στη Σαϊγκόν, όπου το να περάσεις απέναντι σ’ ένα δρόμο δεν απαιτεί μόνο επιδεξιότητα αλλά είναι μια περίπλοκη πράξη εμπιστοσύνης, χάρης και τσαμπουκά. Δεν μπορείς να περιμένεις να «καθαρίσει» ο δρόμος από την κίνηση και συνήθως δεν πρόκειται να σε βοηθήσει κάποιο φανάρι της τροχαίας. Πρέπει απλώς να περπατήσεις ανάμεσα στα τροχοφόρα με αργό, σταθερό βήμα. Γίνεσαι μέρος της κίνησης. Αν τρέξεις ή αν σταματήσεις μπορεί να χτυπηθείς, να προκαλέσεις ατύχημα ή να τρομάξεις τον εαυτό σου και τους γύρω σου.

Στεκόμουν λοιπόν σε μια από τις πιο πολυσύχναστες γωνιές της πόλης, έχοντας παραλύσει. Πενήντα μοτοποδήλατα πέρασαν, άλλα εκατό στη συνέχεια, μικρά δίτροχα με μέχρι και τέσσερις επιβάτες. Κατάλαβα ότι ο δρόμος δεν θα άδειαζε ποτέ και ότι μπορούσα να μείνω εβδομάδες ολόκληρες σε κείνη τη γωνία. «Αλλαξε το πλαίσιο αναφοράς σου», υπενθύμισα στον εαυτό μου. «Αποσυντόνισε τις αισθήσεις σου». Ετσι, άπλωσα το ένα πόδι μπροστά, μετά το άλλο, και κινήθηκα στον πολύβουο δρόμο, μέρος του σκηνικού κι εγώ όπως κάθε τι άλλο, κινούμενη ανάμεσα στα τροχοφόρα και ταυτόχρονα παρατηρώντας τον εαυτό μου να το κάνει σαν να κοίταζα από κάποιο μπαλκόνι. Εκείνη που ταξιδεύει κι εκείνη που βλέπει τον εαυτό της να ταξιδεύει.

Γράψιμο και ταξίδι, αγάπη και ζωή: Τα συλλογίζεσαι όσο θέλεις, αλλά μόνο αν κινηθείς, το ένα βήμα μετά το άλλο, θα φτάσεις πραγματικά κάπου.

Ποια είναι

Η κ. Νάταλι Μπακόπουλος (Natalie Bakopoulos, φωτ.) γεννήθηκε το 1972 στο Dearborn του Μίσιγκαν. Σπούδασε λογοτεχνία και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν, στο οποίο σήμερα διδάσκει. Το πρώτο της μυθιστόρημα, «The Green Shore» («Το πράσινο ακρογιάλι της πατρίδας»), τιμήθηκε κατά τη διάρκεια της συγγραφής του (ως «work in progress») με τα βραβεία Avery & Jule Hopwood Award και Arthur & Mary Platsis Prize, για έργο με θέμα την ελληνική κληρονομιά, μέσω του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν. Το μυθιστόρημά της εκδόθηκε στα ελληνικά (εκδ. Πατάκη, Μάιος 2012), ταυτόχρονα με την πρωτότυπη αμερικανική έκδοση από τον οίκο Simon & Schuster.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ