ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: Η διαμεσολάβηση στα υπερχρεωμένα νοικοκυριά

ΙΩΑΝΝΑ ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΥ*

Μια συστηματική και έπειτα από σοβαρή σκέψη εφαρμογή του θεσμού της διαμεσολάβησης στη χώρα μας μόνο οφέλη θα έχει, συμβάλλοντας στη βελτίωση της ποιότητας και της αξιοπιστίας της απονομής της δικαιοσύνης και της οικονομίας γενικότερα. Στη γειτονική Ιταλία, όπου παρουσιάζεται το ίδιο με την Ελλάδα πρόβλημα καθυστέρησης στην απονομή της δικαιοσύνης, ο νομοθέτης τόλμησε, θεσμοθετώντας την υποχρεωτική διαμεσολάβηση σε μια σειρά διαφορών. Γιατί όχι και στην Ελλάδα όπου το πρόβλημα είναι οξύτερο;

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

H διαμεσολάβηση από πολλούς προαναγγέλθηκε σαν την πανάκεια στις χρόνιες ασθένειες της Δικαιοσύνης, όταν ακόμη και νόμοι με τον βαρύγδουπο τίτλο «νόμος για την επιτάχυνση της απονομής της δικαιοσύνης» δεν κατάφεραν να πετύχουν τα αποτελέσματα που ευαγγελίζονταν.

Μπορεί η διαμεσολάβηση να παρουσιάστηκε ως η διαδικασία που θα επέτρεπε την επιτάχυνση της απονομής της δικαιοσύνης, αλλά ο ίδιος αυτός ο θεσμός καθυστέρησε σημαντικά στην υλοποίησή του.

Ο σχετικός νόμος υπάρχει από το 2010. Ομως η εφαρμογή του απαιτούσε την έκδοση μιας σειράς προεδρικών διαταγμάτων τα περισσότερα από τα οποία εκδόθηκαν με καθυστέρηση δύο ετών. Και ο πρώτος επίσημος φορέας εκπαίδευσης διαμεσολαβητών άρχισε να λειτουργεί στις αρχές του περασμένου χρόνου. Ο λόγος; Ο νομοθέτης επέλεξε να εισαγάγει στη χώρα μας έναν θεσμό του αγγλοσαξονικού δικαίου, δηλαδή έναν θεσμό ιδιαίτερα απλό -όχι απλοϊκό- στη σύλληψη και εφαρμογή του, περιβάλλοντάς τον με ιδιαίτερα πολύπλοκο νομοθετικό πλαίσιο, σφίγγοντάς τον σε έναν στενό «κορσέ», που μάλλον να τον «πνίξει» φαίνεται να επιχειρεί παρά να τον αναδείξει.

Είναι χαρακτηριστικό ότι, σε αντίθεση με όσα ισχύουν για τη διαμεσολάβηση, η διαιτησία, ένας θεσμός εκτός των κρατικών δικαστηρίων που δίδει στον διαιτητή την εξουσία να αποφασίζει επί της διαφοράς (κάτι που δεν κάνει βέβαια ο διαμεσολαβητής), για την υλοποίησή της δεν απαίτησε ούτε απαιτεί την έκδοση διαταγμάτων και αποφάσεων, ούτε επιτροπές ούτε διαπιστεύσεις με πλήθος δικαιολογητικών και παραβόλων.

Παράλληλα, ο νομοθέτης επέλεξε να «πνίξει» ή τουλάχιστον να προσπαθήσει να «πνίξει» κάθε άλλη προσπάθεια ανάδειξης και υλοποίησης του θεσμού στη χώρα μας που είχε προηγηθεί του νόμου. Ηδη από το 2001 κάποιοι είχαν μιλήσει για τη διαμεσολάβηση, και από το 2006 επίσημα δραστηριοποιείται το Ελληνικό Κέντρο Διαμεσολάβησης και Διαιτησίας που εκπαίδευσε από το 2008, σε συνεργασία με δύο παγκοσμίου φήμης βρετανικούς οργανισμούς -με χρηματοδότηση της Ειδικής Γραμματείας Ανταγωνιστικότητας-, τους πρώτους 150 Ελληνες διαμεσολαβητές. Με άλλα λόγια, όσοι ασχολούνται τώρα με την υλοποίηση του θεσμού από τους επίσημους φορείς, στην Αθήνα, στον Πειραιά, στη Θεσσαλονίκη και στη Λάρισα, έχουν εν πολλοίς περάσει από τα «θρανία» του ΕλλΚΔΔ.

Παρ’ όλα αυτά, η Πολιτεία θέλησε να καταστρέψει αυτή την πρώτη προσπάθεια, την πρώτη αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία που δημιουργήθηκε για τον θεσμό. Με πράξη νομοθετικού περιεχομένου, όσοι εκπαιδεύονται από 1.1.2013 από βρετανικούς οργανισμούς στην Ελλάδα εκτός των αναγνωρισμένων κρατικών φορέων εκπαίδευσης, δεν μπορούν να διαπιστεύονται από το υπουργείο Δικαιοσύνης. Ετσι έχουν μείνει «εκτός νυμφώνος» αρκετοί αξιόλογοι συνάδελφοι διαμεσολαβητές που «δεν πρόλαβαν». Ο λόγος; Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι και εδώ ίσχυσε η αρχή «ό,τι δεν ελέγχουμε το καταστρέφουμε».

Σε κάθε περίπτωση, η διαμεσολάβηση ακόμη καρκινοβατεί. Και φαίνεται ότι η Πολιτεία επιθυμεί να συνεχίσει να καρκινοβατεί.

Στο σχέδιο του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, στον οποίο αναφέρθηκε η κ. Μάνδρου στην «Καθημερινή» της Κυριακής (της 9.3.2014), η διαμεσολάβηση προβλέπεται ως μια δυνητική διαδικασία, βασικά σε μόνο ένα άρθρο. Ενώ ο κώδικας φέρνει κοσμογονικές αλλαγές με την εισαγωγή της γραπτής αποκλειστικά διαδικασίας στην πολιτική δίκη με μοναδική δικαιολογία την αποσυμφόρηση των δικαστηρίων, εντούτοις η διαμεσολάβηση, ο κατ’ εξοχήν θεσμός που επιταχύνει (ή και αποτρέπει) τη δίκη, ρυθμίζεται απλά ως μια επιλογή των αντιδίκων σε ένα μόνο άρθρο.

Κι αυτό, όταν από τους επίσημους φορείς εκπαίδευσης ετοιμάζονται εκατοντάδες δικηγόρων - διαμεσολαβητών, που έχουν μάλιστα καταβάλει, σε χαλεπούς καιρούς, αξιοσημείωτα ποσά για την εκπαίδευση και πιστοποίησή τους από το υπουργείο Δικαιοσύνης.

Στη γειτονική Ιταλία, όπου παρουσιάζεται το ίδιο με την Ελλάδα πρόβλημα καθυστέρησης στην απονομή της δικαιοσύνης, ο νομοθέτης τόλμησε, θεσμοθετώντας την υποχρεωτική διαμεσολάβηση σε μια σειρά διαφορών («Καθημερινή» 16.3.2014). Γιατί όχι και στην Ελλάδα όπου το πρόβλημα είναι οξύτερο;

Και όχι μόνο αυτό. Η Πολιτεία, στο υπό εκπόνηση νομοθέτημα για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά, αντί να χρησιμοποιήσει τους ήδη υπάρχοντες εκπαιδευμένους και διαπιστευμένους διαμεσολαβητές, δημιουργεί νέα κατηγορία διαμεσολαβητών, τους αποκαλούμενους «ειδικούς διαμεσολαβητές», που με «ταχύρρυθμη» εκπαίδευση 10 ωρών σχεδιάζεται να κληθούν να αντιμετωπίσουν έναν τεράστιο, απ’ όσο φαίνεται, όγκο υποθέσεων, αυτές των υπερχρεωμένων νοικοκυριών. Και γιατί άραγε δημιουργείται μια άλλη κατηγορία διαμεσολαβητών; Γιατί απαιτείται οι συγκεκριμένοι να έχουν εκπαίδευση 10 ωρών; Γιατί παραγκωνίζονται οι διαμεσολαβητές που εκπαιδεύθηκαν για 40 και 50 ώρες και διαπιστεύθηκαν από το υπουργείο Δικαιοσύνης; Και ποια ακριβώς θα είναι η δυνατότητα διαπραγμάτευσης στο πλαίσιο της διαμεσολάβησης, όταν απέναντι από τον υπερχρεωμένο βρίσκεται μια τράπεζα και όταν για τη ρύθμιση στο ποσό που είναι σε θέση να καταβάλλει ο υπερχρεωμένος απαιτείται η επιμήκυνση του δανείου, ορισμένες φορές ακόμη και για... 120 χρόνια;

Μήπως πρόκειται για ακόμη μία εμβαλωματική λύση που εμφανίζεται να προσφέρει «τα δύο σε ένα», χωρίς όμως ουσιαστικά να εξυπηρετεί; 

Δεν χωράει αμφιβολία ότι μια συστηματική και ύστερα από σοβαρή σκέψη εφαρμογή του θεσμού της διαμεσολάβησης στη χώρα μας μόνο οφέλη θα έχει, συμβάλλοντας στη βελτίωση της ποιότητας και της αξιοπιστίας της απονομής της δικαιοσύνης και της οικονομίας γενικότερα.

*Δικηγόρος, διαπιστευμένη διαμεσολαβήτρια, πρόεδρος του Ελληνικού Κέντρου Διαμεσολάβησης και Διαιτησίας

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ