ΣΤΑΘΗΣ Ν. ΚΑΛΥΒΑΣ*

Τι έμαθε ο Αντρέι Σλάιφερ

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ο Αντρέι Σλάιφερ είναι ένας κορυφαίος Αμερικανός οικονομολόγος που διδάσκει στο Χάρβαρντ. Γεννήθηκε στη Ρωσία και σε ηλικία 15 χρόνων μετανάστευσε με την οικογένειά του στις Ηνωμένες Πολιτείες. Οταν κατέρρευσαν τα κομμουνιστικά καθεστώτα, επέστρεψε στη Ρωσία ως οικονομικός σύμβουλος της κυβέρνησης και διαδραμάτισε κεντρικό ρόλο στη μετάβαση της χώρας αυτής στον καπιταλισμό. Πριν από δύο χρόνια, του ζητήθηκε να ξανασκεφτεί την εμπειρία του και να καταγράψει τι έμαθε, τι λάθη έκανε και τι θα έκανε διαφορετικά με βάση τις γνώσεις που απέκτησε. Απάντησε, συμπυκνώνοντας την εμπειρία του σε εφτά πορίσματα, που δεν περιορίζονται μόνο στις μεταβάσεις από τον κομμουνισμό στον καπιταλισμό, αλλά έχουν εφαρμογή στις διαρθρωτικές οικονομικές μεταρρυθμίσεις εν γένει.

Η μεγαλύτερη έκπληξή του ήταν η βιαιότητα και το βάθος της ύφεσης που βίωσαν οι μετακομμουνιστικές οικονομίες. Σύμφωνα με τα πορίσματα των νεοκλασικών οικονομικών, η μετάβαση προβλεπόταν μεν δύσκολη, αλλά κανένας δεν περίμενε η ύφεση να αποκτήσει την έκταση και τη διάρκεια που έλαβε τελικά. Το πρώτο πόρισμα λοιπόν είναι πως οι διαρθρωτικές οικονομικές μεταρρυθμίσεις παίρνουν πολύ χρόνο και πως η επιστροφή στην ανάπτυξη δεν είναι κάτι που μπορεί να συμβεί από τη μια μέρα στην άλλη. Θέλει χρόνο.

Το δεύτερο πόρισμα είναι πως παρά τις ενδείξεις αυτές, η ύφεση δεν είναι τελικά ένα φαινόμενο πολύ μεγάλης διάρκειας, κάτι που είναι δύσκολο να αποδεχθεί κανείς όσο αυτή διαρκεί. Πράγματι, ένα από τα χαρακτηριστικά των υφέσεων είναι πως όσοι τις υφίστανται θεωρούν ότι είναι σχεδόν μόνιμα φαινόμενα και ότι δεν πρόκειται να δουν άσπρη μέρα όσο ζουν. Στην Ανατολική Ευρώπη, όμως, την ύφεση διαδέχθηκε σχεδόν παντού αρχικά η ανάκαμψη και μετά η ανάπτυξη. Ως προς αυτό, τα νεοκλασικά οικονομικά αποδείχθηκαν ορθά: η μετάβαση από ένα αναποτελεσματικό σε ένα αποτελεσματικό οικονομικό σύστημα βελτίωσε ριζικά το επίπεδο διαβίωσης των ανθρώπων, αν και όχι στον ίδιο βαθμό για όλους. Εδώ, το πόρισμα κατά τον Σλάιφερ είναι πως οι μεταρρυθμιστές δεν πρέπει να απογοητεύονται και να χάνουν την πίστη τους στις μεταρρυθμίσεις, γιατί τελικά ο καπιταλισμός αποδίδει καρπούς.

Τρίτο, η ύφεση δεν προκάλεσε την επαναστατική ροπή που πολλοί είτε ήλπιζαν είτε φοβόνταν. Οι οικονομικές δυσκολίες υπήρξαν τεράστιες και η ποιότητα ζωής κατέρρευσε προτού να εκτοξευθεί. Επειτα από μια σύντομη περίοδο χάριτος, ο κόσμος στράφηκε εναντίον των μεταρρυθμίσεων ακόμα και όταν τα οικονομικά μεγέθη αντικειμενικά βελτιώνονταν. Παρ’ όλα αυτά, όμως, κανείς δεν εξεγέρθηκε. Ο κίνδυνος για τις μεταρρυθμίσεις δεν προήλθε από λαϊκιστικά κινήματα αλλά από την εμφάνιση μιας οικονομικής ολιγαρχίας που εκμεταλλεύθηκε την κατάρρευση του κράτους για να αποκτήσει πλούτο και επιρροή. Για τον Σλάιφερ επομένως προέχει ο έλεγχος των ολιγαρχών.

Τέταρτο, οι μεταρρυθμιστές (και οι οικονομικοί τους σύμβουλοι) υπερεκτίμησαν τη δυνατότητά τους να σχεδιάσουν τα προγράμματα στην κάθε τους λεπτομέρεια. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων, όμως, οι μεταρρυθμίσεις προχώρησαν ανεξάρτητα από το πώς είχαν σχεδιαστεί. Η ουσία, σύμφωνα με τον Σλάιφερ, δεν είναι ούτε ο προγραμματισμός των μεταρρυθμίσεων ούτε τα λάθη που θα γίνουν αναπόφευκτα, αλλά αυτή καθαυτή η πραγματοποίηση των βασικών διαρθρωτικών αλλαγών, δηλαδή των ιδιωτικοποιήσεων, της μακροοικονομικής σταθεροποίησης κ.λπ. Τα υπόλοιπα ακολουθούν σχεδόν αυτόματα.

Πέμπτο, η δυναμική των αλλαγών δεν προήλθε τελικά από τη δράση παλαιών πολιτικών και οικονομικών παικτών που προσαρμόστηκαν στο νέο περιβάλλον και στα κίνητρά του, αλλά πραγματώθηκε μέσα από την εμφάνιση νέων παικτών, συνήθως νέων ηλικιακά, οι οποίοι δεν δυσκολεύτηκαν να προσαρμοστούν στη νέα κατάσταση, γιατί απλούστατα δεν κουβαλούσαν πάνω τους τις βλαβερές συνήθειες του παρελθόντος.

Εκτο, οι μακροοικονομικές κρίσεις που είτε ακολουθούν τις μεταβάσεις είτε τις συνοδεύουν (όπως στη δική μας περίπτωση) έχουν πολύ πιο επιφανειακές επιπτώσεις απ’ ό,τι αρχικά πιστεύεται. Παρότι δημιουργούν μεγάλες αναταραχές, παρέρχονται σχετικά γρήγορα, όπως έδειξε π.χ. η ρωσική κρίση του 1997-98. Οι προφήτες των καταστροφών πέφτουν σχεδόν πάντα έξω.

Το τελευταίο πόρισμα είναι πως η οικονομική μετάβαση στον καπιταλισμό υπήρξε πολύ πιο ομαλή και εντέλει προβλέψιμη για τις μετακομμουνιστικές χώρες απ’ ό,τι η πολιτική μετάβαση στη δημοκρατία. Οι χώρες αυτές σήμερα έχουν πολλά και διαφορετικά πολιτικά καθεστώτα, που κυμαίνονται από τις νεοφεουδαρχικού τύπου δικτατορίες όπως το Ουζμπεκιστάν ώς τις προηγμένες δυτικές δημοκρατίες όπως η Πολωνία ή η Τσεχία. Για τον Σλάιφερ, αυτό σημαίνει πως το πραγματικά δυσχερές άλμα δεν είναι τελικά η οικονομική μετάβαση αλλά η πολιτική.

Η Ελλάδα δεν είναι μετακομμουνιστικό καθεστώς και έχει το μεγάλο πλεονέκτημα να μη βρίσκεται στην ανάγκη να πραγματοποιήσει μια δίδυμη οικονομική και πολιτική μετάβαση. Ομως, όπως έχω γράψει επανειλημμένα, η κρίση που βιώνουμε δεν ήταν ποτέ μια απλή οικονομική ύφεση. Ηταν και είναι μια κρίση μετάβασης σε ένα νέο οικονομικό υπόδειγμα και γι’ αυτό έχουμε πολλά να διδαχθούμε από την εμπειρία της Ανατολικής Ευρώπης. Τα πορίσματα του Σλάιφερ είναι χρήσιμα και καλό είναι να τα λάβουμε υπόψη μας.

* Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Yale.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ