ΕΛΛΑΔΑ

Η προσέγγιση Καραμανλή - Τίτο

ΙΑΚΩΒΟΣ Δ. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ*

Βελιγράδι, 30 Ιουνίου 1960. Ο Καραμανλής συνομιλεί με τον στρατάρχη Τίτο, κατά τη διάρκεια της τριήμερης ανεπίσημης επίσκεψής του στη Γιουγκοσλαβία.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ιστορία

Οι ελληνογιουγκοσλαβικές σχέσεις, οι οποίες δοκιμάσθηκαν σοβαρά την περίοδο 1945-1949, αναθερμάνθηκαν ραγδαία στη διάρκεια της δεκαετίας του 1950. Ο τερματισμός του ελληνικού εμφυλίου πολέμου και η τελεσίδικη έκβαση του αγώνα για τον πολιτικό έλεγχο της Ελλάδας, η προοδευτική μείωση της ανασφάλειας για το μέλλον των βορείων ελληνικών επαρχιών, η αποπομπή της Γιουγκοσλαβίας από την Κομινφόρμ, η σταδιακή επιστροφή στην Ελλάδα πολλών «απαχθέντων ελληνοπαίδων» που είχαν μεταφερθεί σε γιουγκοσλαβικό έδαφος, ο έλεγχος διαφόρων αποσταθεροποιητικών παραγόντων –κυρίως των αλυτρωτικών στοιχείων που έδρευαν στη Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας– καθώς και οι προβληματικές σχέσεις τόσο της Αθήνας όσο και του Βελιγραδίου με την πλειοψηφία των υπόλοιπων Βαλκάνιων γειτόνων τους υπήρξαν γεγονότα που σφυρηλάτησαν τον άξονα Αθήνας-Βελιγραδίου, ώστε σε πολλά ποιοτικά τους σημεία οι διπλωματικές σχέσεις των δύο χωρών ξυπνούσαν μνήμες του προπολεμικού μεγαλείου τους. Η υπογραφή μάλιστα των Τριμερών Συμφώνων, τη διετία 1953-1954, ανάμεσα στην Ελλάδα, τη Γιουγκοσλαβία και την Τουρκία αποτέλεσε την κορωνίδα της σχετικής πολιτικής και διπλωματικής δραστηριότητας.

Οι κυβερνήσεις του Κωνσταντίνου Καραμανλή εργάσθηκαν εντατικά για την περαιτέρω ενδυνάμωση των ελληνογιουγκοσλαβικών σχέσεων. Τούτο αποτελούσε συνειδητή και συνεπή επιλογή ασφαλείας και λειτουργούσε εν μέρει ως αντίβαρο στην ταυτόχρονη όξυνση των σχέσεων της Αθήνας με την Αγκυρα αλλά και τους συμμάχους της στο ΝΑΤΟ, λόγω της κρίσης στο Κυπριακό. Ωστόσο, έχω τη γνώμη πως οι διεθνείς εξελίξεις, όπως οι διακυμάνσεις των γιουγκοσλαβοσοβιετικών σχέσεων, ιδιαίτερα μετά τον θάνατο του Στάλιν και την άνοδο στην εξουσία του Νικίτα Χρουστσόφ, η παραδοσιακή προβληματική συνύπαρξη –πάντοτε με διακύβευμα το Μακεδονικό– στον άξονα Βελιγραδίου-Σόφιας, η κρίση στη Μέση Ανατολή, η εμπλοκή των Γιουγκοσλάβων στην πρωτοβουλία των Αδεσμεύτων καθώς και οι επιπλοκές του Κυπριακού, συνιστούσαν τον καταλύτη που προσδιόριζε και οριοθετούσε το σημείο, μέχρι το οποίο ήταν δυνατό να αναπτυχθούν κάθε φορά οι σχέσεις της Αθήνας με το Βελιγράδι.

Στο τραπέζι των συνομιλιών και το Κυπριακό

Το 1956 σφραγίσθηκε από έντονη κινητικότητα στις δύο πρωτεύουσες. Στις 23 Ιουλίου ο Γιουγκοσλάβος στρατάρχης συνοδευόμενος από τη σύζυγό του έφτασε στην Κέρκυρα για διακοπές. Η άφιξή του συνοδεύτηκε από εκτεταμένη αρθρογραφία για συνάντησή του με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή στις 25 Ιουλίου. Η πιθανότητα αυτή χαιρετίστηκε από τον ελληνικό Τύπο, πόσο μάλλον που η ενδεχόμενη συνάντηση των δύο ηγετών θα ακολουθούσε τις συναντήσεις που είχε ήδη διεξαγάγει ο Γιουγκοσλάβος ηγέτης με τον Ινδό πρωθυπουργό Γιαβαχαρλάλ Νεχρού και τον Αιγύπτιο πρόεδρο Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ στη νήσο Μπριόνι. Οι ελληνικές εφημερίδες θεωρούσαν το γεγονός σημαντική εξέλιξη, ειδικά μάλιστα μετά την επιδείνωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Πιθανολογούσαν επίσης πως η συνάντηση αυτή θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια διμερή Ελληνογιουγκοσλαβική Συμμαχία, η οποία θα αντικαθιστούσε την παραπαίουσα Βαλκανική Συμμαχία. Η συνάντηση των δύο ηγετών τελικά πραγματοποιήθηκε. Στη διάρκειά της οι δύο πλευρές επαναβεβαίωσαν την πρόθεσή τους να εργασθούν για την περαιτέρω βελτίωση των διμερών σχέσεών τους. Επισημάνθηκε, επίσης, ο τουρκικός «επεκτατισμός» και το δίκαιο των ελληνικών θέσεων στο Κυπριακό, ωστόσο ο Τίτο χαρακτήρισε «αδύνατο και καταδικασμένο σε αποτυχία» τον αγώνα της ΕΟΚΑ συμβουλεύοντας μάλιστα τον Καραμανλή να διεθνοποιήσει το ζήτημα στο πλαίσιο του ΟΗΕ. Λίγες ημέρες αργότερα το γιουγκοσλαβικό ραδιόφωνο μετέδωσε την είδηση πως κατά τη διάρκεια της επίσκεψης του Τίτο στην Κέρκυρα, ο Γιουγκοσλάβος ηγέτης απηύθυνε πρόσκληση στον Κ. Καραμανλή να επισκεφθεί επίσημα το Βελιγράδι, κάτι που ο Ελληνας πρωθυπουργός απεδέχθη με ιδιαίτερη χαρά.

Η επισήμανση πως το Κυπριακό είχε αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης του Καραμανλή με τον Τίτο πυροδότησε μια εντυπωσιακή φημολογία αναφορικά με την πιθανότητα η Ελλάδα και η Γιουγκοσλαβία να προχωρήσουν από μόνες τους σε μια στρατιωτική συμμαχία, βάζοντας με τον τρόπο αυτό άδοξο τέλος στα Βαλκανικά Σύμφωνα και περιθωριοποιώντας την Τουρκία. Αμέσως μετά την αναχώρηση του Τίτο από το νησί των Φαιάκων, ο Βρετανός πρεσβευτής στην Αθήνα Τόνι Λάμπερτ είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Ελληνα υπουργό των Εξωτερικών, προκειμένου να πληροφορηθεί από πρώτο χέρι τα αποτελέσματα της συνάντησης. Ο Ευάγγελος Αβέρωφ υποβάθμισε τη σημασία της συνάντησης, επικαλούμενος ως επιχείρημα και τη δική του απουσία από αυτήν. Γενικά πάντως, υποστήριξε ο Ελληνας υπουργός των Εξωτερικών, η ατμόσφαιρα ήταν εγκάρδια και ο Τίτο έδειξε σπουδή για τη διατήρηση καλών σχέσεων με την Ελλάδα καθώς και κάποιου είδους δεσμών με το ΝΑΤΟ. Η ελληνική κυβέρνηση, από την πλευρά της, συνέχισε ο Αβέρωφ, εξέφρασε τη θέση πως, αν μπορούσε να υπάρξει κάποια συμφωνία στο ζήτημα της Κύπρου, θα ένιωθε χαρούμενη με την αναβίωση του Βαλκανικού Συμφώνου. Σε περίπτωση όμως που οι διαπραγματεύσεις με την Τουρκία δεν οδηγούσαν πουθενά, η ελληνική κυβέρνηση θα επεδίωκε εναλλακτικά μια διεύρυνση της προσέγγισής της με το Βελιγράδι.

Η στάση της Τουρκίας

Τα διαμειφθέντα στην Κέρκυρα θορύβησαν και την τουρκική κυβέρνηση. Στις 10 Σεπτεμβρίου ο Τούρκος πρεσβευτής στο Βελιγράδι συναντήθηκε με τον Γιουγκοσλάβο υφυπουργό Βίντιτς, ζητώντας να πληροφορηθεί το περιεχόμενο της συζήτησης του Καραμανλή με τον Τίτο. Ο Βίντιτς επιβεβαίωσε τις εξαιρετικά φιλικές και εγκάρδιες σχέσεις της χώρας του με την Ελλάδα, καθώς και την πρόθεσή τους να τις βελτιώσουν ακόμη περισσότερο. Ο Γιουγκοσλάβος διπλωμάτης επιβεβαίωσε επίσης την άποψη πως το μεγαλύτερο αγκάθι για τη Βαλκανική Συμμαχία ήταν το ζήτημα της Κύπρου. Ωστόσο τόνισε πως ο Τίτο έβρισκε την «ελληνική στάση ρεαλιστική». Ο Τούρκος πρεσβευτής του ζήτησε τότε να σχολιάσει τις φήμες που ήθελαν την Ελλάδα να επιδιώκει τη στρατιωτική συνεργασία με το Βελιγράδι, για να λάβει ως απάντηση πως κάτι τέτοιο δεν ήταν στις γιουγκοσλαβικές προθέσεις.

Οι φήμες γύρω από το ακριβές περιεχόμενο των ελληνογιουγκοσλαβικών διαπραγματεύσεων στην Κέρκυρα κορυφώθηκαν όταν η βρετανική πρεσβεία στην Αθήνα ενημέρωσε πως ο Ευάγγελος Αβέρωφ είχε εκμυστηρευτεί στον πρεσβευτή του Καναδά στην Αθήνα ΜακΝτέρμοτ πως η κατάσταση στο Κυπριακό μπορούσε να οδηγηθεί σε τέτοιο σημείο, που θα καθιστούσε αδύνατη την παραμονή της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ. Ο ΜακΝτέρμοτ θεώρησε πως ο Αβέρωφ επέσεισε το ενδεχόμενο της αποχώρησης από το ΝΑΤΟ προκειμένου να του προκαλέσει φόβο. Ωστόσο ο Βρετανός πρέσβης υποστήριξε πως αυτή η άποψη του Αβέρωφ «πηγάζει μόνο από τη φαντασία του και δεν έχει αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης ούτε στο Υπουργικό Συμβούλιο ούτε με άλλους αξιωματούχους». Αληθείς ή όχι οι προθέσεις του Ελληνα υπουργού των Εξωτερικών φαίνεται πως κινητοποίησαν τα διπλωματικά αντανακλαστικά των Βρετανών και των Αμερικανών, οι οποίοι ασφαλώς και δεν έβλεπαν με καλό μάτι το ενδεχόμενο μιας στρατιωτικής συμμαχίας ανάμεσα στην Αθήνα και το Βελιγράδι.

Το Μακεδονικό συνέχισε να προκαλεί εντάσεις

Τον Δεκέμβριο του 1956 ο Κ. Καραμανλής επισκέφθηκε το Βελιγράδι, ανταποδίδοντας την επίσκεψη του Τίτο. Παραμονές της επίσκεψης του Ελληνα πρωθυπουργού στη γιουγκοσλαβική πρωτεύουσα, εν μέσω δυσχερούς διεθνούς κατάστασης λόγω της απόσυρσης από το Σουέζ των βρετανικών και των γαλλικών δυνάμεων καθώς και της καταστολής της ουγγρικής εξέγερσης, οι γιουγκοσλαβικές εφημερίδες επαίνεσαν τις εγκάρδιες διμερείς σχέσεις των δύο χωρών. Στο επίσημο γεύμα προς τιμήν του Ελληνα πρωθυπουργού, ο αντιπρόεδρος της γιουγκοσλαβικής κυβέρνησης Εντβαρντ Καρντέλι επεσήμανε «τον σεβασμό και την κατανόηση της Γιουγκοσλαβίας για το ενδιαφέρον της Ελλάδας για την υπόθεση της Κύπρου» καθώς και «την ειλικρινή της συμπάθεια και την ενεργό υποστήριξή της σε όλες τις προσπάθειες για μια δίκαιη διευθέτηση του κυπριακού ζητήματος». Ο Καρντέλι υπογράμμισε επίσης τη σημασία της Βαλκανικής Συμμαχίας καθώς και την ετοιμότητα της χώρας του να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια απέβλεπε στη βελτίωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Απαντώντας ο Καραμανλής ευχαρίστησε τη Γιουγκοσλαβία για την υποστήριξή της στο ζήτημα της Κύπρου, υποστήριξε όμως πως «η Βαλκανική Συμμαχία έφτασε σε αδιέξοδο, αφού ένα από τα μέλη της απέτυχε να αποδείξει τα συμμαχικά του αισθήματα».

Αλλά και στις επίσημες συνομιλίες οι Γιουγκοσλάβοι χαρακτήρισαν δίκαιες τις ελληνικές θέσεις γύρω από το ζήτημα της Κύπρου, υποστηρίζοντας πως η τύχη του Βαλκανικού Συμφώνου ήταν συνδεδεμένη με το ευρύτερο ζήτημα της Μέσης Ανατολής, ενώ παρατήρησαν πως η «τουρκική πολιτική παρεμποδίζει την ησυχίαν» στην περιοχή. Απαντώντας ο Καραμανλής υπογράμμισε πως η Τουρκία έφτασε στο σημείο ακόμη και να απειλεί την Ελλάδα και αναρωτήθηκε τι θα απέμενε από το Βαλκανικό Σύμφωνο, εφόσον η Αγκυρα έφτανε στο σημείο να απειλεί ακόμη και με πόλεμο.

Τα διαμειφθέντα στο Βελιγράδι μεταξύ του Τίτο και του Καραμανλή προβλημάτισαν και πάλι έντονα την τουρκική διπλωματία. Ο Τούρκος πρεσβευτής στο Βελιγράδι εξέφρασε την απογοήτευσή του για τις δηλώσεις του Ελληνα πρωθυπουργού αναφορικά με το μέλλον της Βαλκανικής Συμμαχίας, το ζήτημα της Κύπρου και τη γενικότερη τουρκική πολιτική. Μάλιστα, συναντήθηκε προσωπικά με τον Τίτο προκειμένου να τον ενημερώσει για τις τουρκικές απόψεις, εισέπραξε όμως ως αφοπλιστική απάντηση την προτροπή του Γιουγκοσλάβου ηγέτη να απευθυνθεί προσωπικά στον Καραμανλή.

Ο Τούρκος διπλωμάτης τόνισε επίσης στον Βρετανό ομόλογό του πως έβλεπε μια σκλήρυνση της γιουγκοσλαβικής πολιτικής στο Κυπριακό και πως ήταν προετοιμασμένος για πλήρη υποστήριξη των Γιουγκοσλάβων στους Ελληνες τόσο στον ΟΗΕ όσο και αλλού. Αν και δεν αμφισβητούσε τα ειλικρινή αισθήματα των Γιουγκοσλάβων για τη διατήρηση της Βαλκανικής Συμμαχίας, ωστόσο πίστευε πως αυτοί με τη συμπεριφορά τους την εξασθενούσαν, αφού δεν κατανοούσαν τις τουρκικές απόψεις τόσο στο Κυπριακό όσο και στα θέματα της Μέσης Ανατολής. Επιστρέφοντας στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου ο Κ. Καραμανλής έκανε δηλώσεις στους δημοσιογράφους, υπογραμμίζοντας πως ένα «ανεκτίμητο καθήκον» είχε πραγματοποιηθεί με την επίσκεψή του στο Βελιγράδι. Χαρακτήρισε επίσης εξαιρετικά εγκάρδιες και φιλικές τις διμερείς σχέσεις, ενώ αναφερόμενος στο Κυπριακό υπογράμμισε πως η Ελλάδα θα συνέχιζε να υποστηρίζει πλήρως τα δίκαια αιτήματα των Κυπρίων.

Κλείνοντας το 1956 βρήκε τις δύο χώρες ευχαριστημένες για το επίπεδο των διμερών τους σχέσεων, για διαφορετικούς βέβαια λόγους. Για την Ελλάδα η επιδείνωση των σχέσεών της με την Τουρκία λόγω του Κυπριακού είχε καταστήσει επιτακτική τη γιουγκοσλαβική σύμπραξη ως αντίβαρο. Για τη Γιουγκοσλαβία πάλι η Ελλάδα παρέμενε πάντοτε ένα «ανοικτό παράθυρο στη Δύση» που συμβόλιζε την ανεξαρτησία της από τις επιλογές της Μόσχας. Πίσω όμως από τη βιτρίνα αρκετά από τα χρόνια διμερή προβλήματα που δηλητηρίαζαν τις μεταξύ τους σχέσεις, με κορυφαίο πάντοτε το Μακεδονικό, εξακολουθούσαν να διατηρούν τη δική τους δυναμική και να πυροδοτούν ενίοτε διπλωματικές εντάσεις και φραστικές αντιπαραθέσεις.

* Ο κ. Ιάκωβος Δ. Μιχαηλίδης είναι αναπληρωτής καθηγητής Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας στο ΑΠΘ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ