ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Πάνος Παπαπάνου: «Οι Ελληνες αξίζουμε μια καλύτερη τύχη»

ΑΝΝΑ ΓΡΙΜΑΝΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΠΑΤΡΙΔΟΓΝΩΣΙΑ

Γιατί πολλοί Ελληνες διαπρέπουν στο εξωτερικό;

Γιατί βρίσκονται συνήθως σε ένα αξιοκρατικό περιβάλλον που τους παρέχει τα μέσα και τις ευκαιρίες να μορφωθούν, να καλλιεργήσουν τη δημιουργικότητα και το ταλέντο τους και να δεχτούν θετικές επιδράσεις από καταξιωμένους ανθρώπους του κλάδου τους. Οποιος αποφασίσει να δουλέψει σκληρά σε έναν τέτοιο χώρο έχει σαφώς περισσότερες πιθανότητες να πετύχει και να διακριθεί απ’ ό,τι στην Ελλάδα.

Πώς σας αγγίζει η κρίση της Ελλάδας;

Λυπάμαι που το λέω, αλλά με έχει κάνει να αμφιβάλλω για την κρίση και τις πολιτικές επιλογές του σημερινού Ελληνα. Και άλλες ευρωπαϊκές χώρες αντιμετωπίζουν ανάλογες κρίσεις, αλλά μάλλον βγαίνουν δυναμωμένες. Εχω την εντύπωση ότι, παρά τις ασύλληπτες θυσίες των Ελλήνων, δεν δημιουργούμε τις προϋποθέσεις για την επανίδρυση μιας σύγχρονης, «φυσιολογικής» ευρωπαϊκής χώρας, στην οποία το κράτος υπηρετεί τον πολίτη, η παιδεία λειτουργεί, η δημιουργικότητα αμείβεται, οι φόροι είναι δίκαιοι, πληρώνονται από όλους και πιάνουν τόπο. Ηθελα να ελπίζω ότι η κρίση θα αναδείκνυε ηγέτες αντάξιους των περιστάσεων, αλλά η πραγματικότητα είναι δυστυχώς διαφορετική...

Σε τι ελπίζετε;

Στο ότι θα απαλλαγούμε σύντομα από τους κάθε είδους ανειλικρινείς δημαγωγούς, πολιτικούς καιροσκόπους και θα συσπειρωθούμε γύρω από νέους ηγέτες, οι οποίοι θα καταλύσουν το παρόν πελατειακό κράτος. Οι Ελληνες αξίζουμε μια καλύτερη τύχη. Η ελληνικότητα είναι αίσθημα ή συνείδηση; Είναι και τα δύο αναμφισβήτητα, τουλάχιστον για μένα. Είναι ένα αμάλγαμα ιστορίας, γλώσσας, πολιτιστικής κληρονομιάς, θάλασσας, ήλιου και βέβαια οικογενειακών δεσμών. Μη με ρωτήσετε, όμως, τι από όλα αυτά είναι αίσθημα και τι συνείδηση, διότι δεν νομίζω ότι μπορώ να τα ξεχωρίσω...

Γιατί φύγατε;

Και με ποια προϋπόθεση θα γυρίζατε στην πατρίδα; Μετά την αποφοίτησή μου από το Πανεπιστήμιο Αθηνών, έφυγα στη Σουηδία για να κάνω διετείς σπουδές στην Περιοδοντολογία, το 1985. Τότε έμεινα για διδακτορικό, πήρα θέση στο πανεπιστήμιο του Göteborg, συνέχισα μεταδιδακτορικές σπουδές στην Αμερική και ξαναγύρισα στη Σουηδία για μερικά χρόνια. Μετακόμισα τελικά στη Νέα Υόρκη το 1998, αφού εκεί γνώρισα την Ελληνίδα γυναίκα μου, στο Πανεπιστήμιο Columbia, το οποίο είχα επισκεφτεί για να δώσω μια διάλεξη. Επιχείρησα να γυρίσω στο ελληνικό πανεπιστήμιο λίγο μετά το 2000, αλλά δεν κατέστη δυνατό, για λόγους που θα προτιμούσα να μη σχολιάσω... Επί του παρόντος δεν έχω σχέδια επαναπατρισμού, με γεμίζει η δουλειά μου στο Columbia και τα δύο παιδιά μου είναι σε σχολική ηλικία, που σημαίνει ότι απαιτείται σταθερότητα.

Η δεύτερη χώρα σας σε τι σας επηρέασε;

Θα έλεγα και η δεύτερη... και η τρίτη χώρα μου... Είχα πολύτιμες εμπειρίες τόσο στη Σουηδία, όπου διέμεινα για 13 χρόνια, όσο και στην Αμερική, σε προσωπικό και σε επαγγελματικό επίπεδο. Το σημαντικότερο ήταν η δυνατότητα που μου δόθηκε να βρεθώ αντιμέτωπος με τη «διαφορετικότητα», να έρθω σε επαφή με ανθρώπους απ’ όλο τον κόσμο και να ταξιδέψω πολύ.

Ποια ελληνική συνήθειά σας κρατήσατε;

Πίνω καφέ φραπέ... Μου θυμίζει πάντοτε καλοκαιρινές διακοπές στην Ελλάδα.

Ενα πρόσφατο ελληνικό έργο τέχνης που σας άγγιξε.

Το έργο δεν είναι πρόσφατο, αλλά η εμπειρία είναι σχετικά πρόσφατη: πέρυσι το καλοκαίρι, στα αρχαία Στάγειρα, μια συναυλία με τη «Ρωμαϊκή» και τη «Λαϊκή Αγορά» του Μάνου Χατζιδάκι. Ο φίλος μου, ο Μίλτος Παπαστάμου, έπαιζε βιολί, μεταξύ άλλων συνθέσεων, και το συμφωνικό έργο του Χατζιδάκι «Στα βουνά της Αιτωλίας». Είναι απλώς υπέροχο...

Εάν ήταν στο χέρι σας να αλλάξετε ένα πράγμα στην Ελλάδα, αυτό ποιο θα ήταν;

Τη φορολογική μας συνείδηση. Τι πιο μικρό ελληνικό αγάπησα. Τον μικρό ιππέα του Αρτεμισίου στο Αρχαιολογικό Μουσείο.

Ο Ελληνας ήρωάς μου.

Ο Τρελαντώνης.

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ