ΡΕΒΕΚΚΑ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ* & ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΩΤΗΣ**

Δύο ιστορίες μισθολογικής προσαρμογής

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η ​​καθίζηση των μισθών τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα την τελευταία πενταετία είναι γνωστή σε όλους. Αυτό που είναι ίσως λιγότερο γνωστό είναι πως η μισθολογική προσαρμογή στους δύο τομείς ήταν εξίσου βαθιά. Μάλιστα, στον ιδιωτικό τομέα έγινε μία πολύ μεγαλύτερη «ορθολογικοποίηση» του μισθολογίου, ενώ το Δημόσιο συνεχίζει να  προσφέρει «προνομιακές» αμοιβές.

Οπως όλοι ξέρουν, κατά τη διάρκεια της κρίσης, η ελληνική κυβέρνηση προχώρησε σε τρία μεγάλα κύματα μισθολογικών μειώσεων στο Δημόσιο. Το 2010 επιβλήθηκαν οριζόντιες περικοπές (10% επί του μισθού) και ψαλιδίστηκαν τα δώρα εορτών και αδείας. Το 2011 εφαρμόστηκε το ενιαίο μισθολόγιο στον λεγόμενο «στενό» δημόσιο τομέα, το οποίο αύξησε οριακά τους βασικούς μισθούς, αλλά ακύρωσε την πλειονότητα των επιδομάτων. Τέλος, το 2012 το ενιαίο μισθολόγιο επεκτάθηκε στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ενώ ταυτόχρονα υπήρξαν περικοπές και στα ειδικά μισθολόγια των δημόσιων λειτουργών.

Στον ιδιωτικό τομέα οι εργασιακές μεταρρυθμίσεις ήρθαν μετά το 2011, όταν πλέον δόθηκε έμφαση στη μείωση του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών και στην ενίσχυση της «ανταγωνιστικότητας κόστους». Μεταξύ άλλων, υποβαθμίστηκαν οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας, μειώθηκε δραστικά ο κατώτατος μισθός (κατά 22%), και απελευθερώθηκαν επιλεκτικά ορισμένα κλειστά επαγγέλματα.

Παρά τη μεγάλη συζήτηση που ακολούθησε αυτές τις εξελίξεις, απουσιάζει μια εις βάθος ανάλυση της ταχύτητας, του βάθους και των ποιοτικών χαρακτηριστικών της μισθολογικής προσαρμογής στους δύο κλάδους. Μια τέτοια ανάλυση κάναμε πρόσφατα (δείτε Ερευνητικό Κείμενο Νο.9 στο Παρατηρητήριο για την Κρίση (http://crisisobs.gr/2014/04/rebekka-christopoulou-vassilis-monastiriotis-the-public-private-duality-in-wage-reforms-and-adjustment-during-the-greek-crisis/), μελετώντας στοιχεία από την Ερευνα Εργατικού Δυναμικού (ΕΕΔ) της ΕΛΣΤΑΤ.

Η ανάλυσή μας αναδεικνύει πως οι τακτικοί μηνιαίοι μισθοί στον ιδιωτικό τομέα μειώθηκαν εξίσου και χρονικά προηγήθηκαν των μειώσεων του Δημοσίου. Συνολικά οι δημόσιοι μηνιαίοι μισθοί έπεσαν κατά 22,5% (μεταξύ 2009-2013) και σχετικά αργοπορημένα, κυρίως μετά την εφαρμογή του ενιαίου μισθολογίου. Οι αντίστοιχοι μισθοί στον ιδιωτικό τομέα έπεσαν ελαφρά περισσότερο (κατά 23,2%) και με σταθερή ταχύτητα καθ’ όλη τη διάρκεια της κρίσης. Ξεκίνησαν δηλαδή να πέφτουν πριν μειωθεί ο κατώτατος μισθός και πριν από την απορρύθμιση των συλλογικών συμβάσεων. Η μείωση της ωριαίας αμοιβής της εργασίας ήταν μικρότερη στον ιδιωτικό κλάδο, αλλά συνδυάσθηκε με την πολύ μεγαλύτερη μείωση των ωρών εργασίας.

Ως αποτέλεσμα, το 2013 το «μισθολογικό πλεονέκτημα» του Δημοσίου όχι μόνο δεν μειώθηκε σε σχέση με τα προ-της-κρίσης επίπεδα αλλά αυξήθηκε οριακά. Το 2009 ένας δημόσιος υπάλληλος αμειβόταν κατά μέσο όρο 8,8% περισσότερο από έναν ιδιωτικό υπάλληλο με τα ίδια ακριβώς χαρακτηριστικά (εκπαίδευση, προϋπηρεσία, οικογενειακή κατάσταση, τόπο διαμονής, αντικείμενο και κλάδο απασχόλησης, τύπο συμβολαίου, κτλ.). Το 2011 το ποσοστό αυτό έφτασε το 14,6% και το 2013 έπεσε στο 9,3%.

Οπως προκύπτει από την οικονομετρική μας ανάλυση, η μισθολογική προσαρμογή είχε διαφορετικό χαρακτήρα στους δύο κλάδους. Στον ιδιωτικό τομέα η καθίζηση της ζήτησης δημιούργησε πίεση για μισθολογικές μειώσεις δύο με τρεις φορές μεγαλύτερες από αυτές που βλέπουμε. Αυτές όμως μετριάστηκαν σημαντικά από τη δραστική αλλαγή στην αποτίμηση των χαρακτηριστικών της εργασίας (εκπαίδευση, φύλο, προϋπηρεσία, κ.λπ.), με αποτέλεσμα ανταγωνιστικά προσόντα, όπως η εκπαίδευση, να ανταμείβονται πολύ καλύτερα σήμερα απ’ ό,τι πριν από την κρίση. Για παράδειγμα, ένας επιπλέον χρόνος εκπαίδευσης αποφέρει σήμερα στον ιδιωτικό τομέα επιπλέον μισθό περί του 2,3%, ενώ το 2009 η επιπλέον απολαβή ήταν στο 1,5%. Αντίστοιχα, η αποτίμηση της εργασιακής εμπειρίας αυξήθηκε και αυτή από το 1,5% στο 2,4% για κάθε επιπλέον χρόνο προϋπηρεσίας.

Παρά την αρνητική διάσταση των μισθολογικών μειώσεων, αυτή η εξέλιξη εμπεριέχει ένα πολύ θετικό μήνυμα: Αν η ευνοϊκότερη ανταμοιβή χαρακτηριστικών που σχετίζονται με μεγαλύτερη παραγωγικότητα διατηρηθεί και στο μέλλον, αυτό θα σημαίνει περισσότερα κίνητρα για μεγαλύτερη εξειδίκευση. Συνεπώς, θα σηματοδοτήσει μια ποιοτική αναβάθμιση του ιδιωτικού τομέα, καθιστώντας τον λιγότερο μια «λύση ανάγκης» και ανακόπτοντας τη χρόνια πρακτική της αναζήτησης «μιας θέσης στο Δημόσιο».

Αντίθετα, οι μειώσεις στο Δημόσιο επέφεραν ελάχιστες αλλαγές στην αποτίμηση των χαρακτηριστικών της εργασίας. Σε συγκριτικούς όρους, η αποτίμηση χαρακτηριστικών όπως η εκπαίδευση, η προϋπηρεσία, η θέση στο επάγγελμα, κ.λπ. παρέμεινε η ίδια όπως και πριν από την κρίση. Με άλλα λόγια, το Δημόσιο παρέμεινε γενναιόδωρο προς τους ανειδίκευτους και φειδωλό προς τους εξειδικευμένους. Παρά τις εξαγγελίες και τις προθέσεις, η μισθολογική προσαρμογή ήταν εν πολλοίς οριζόντια και αυτό ακριβώς είναι που δίνει βάση στις πρόσφατες πιέσεις της τρόικας για περαιτέρω αλλαγές στο δημόσιο μισθολόγιο.

Φυσικά, τα δεδομένα της Ερευνας Εργατικού Δυναμικού δεν αποτυπώνουν την πλήρη διάσταση των μισθολογικών αλλαγών μέσα στην κρίση. Δεν μετράνε, για παράδειγμα, τις περικοπές στις μη τακτικές αμοιβές στο Δημόσιο, ή τις άτυπες μειώσεις μισθών στον ιδιωτικό τομέα. Δείχνουν όμως ξεκάθαρα, πρώτον, πως συμπεριλαμβανομένης της αύξησης της ανεργίας, οι επιπτώσεις της κρίσης έπληξαν πολύ περισσότερο τον ιδιωτικό παρά τον δημόσιο τομέα και, δεύτερον, παρά τις βαθιές τομές στο Δημόσιο, η ορθολογικοποίηση του μισθολογίου απέτυχε σε σημαντικές της πτυχές.

* Η κ. Ρεβέκκα Χριστοπούλου είναι ειδική ερευνήτρια στο Ohio State University.
** Ο κ. Βασίλης Μοναστηριώτης είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Ελληνικό Παρατηρητήριο του London School of Economics.

Έντυπη

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ