ΒΙΒΛΙΟ

Αμαρτίαι γονέων παιδεύουσι τέκνα

ΟΛΓΑ ΣΕΛΛΑ

Η μελαγχολική μητέρα που θα αποπειραθεί να αυτοκτονήσει στην ταινία «Οι ώρες» (την υποδύεται η Τζούλιαν Μουρ), και ο μικρός της γιος, τον οποίο θα στιγματίσει εφ’ όρου ζωής.

Οι σχέσεις ανάμεσα σε γονείς και παιδιά έχουν, ή μπορεί να έχουν, απ’ όλα: στήριξη, αγάπη, χάδι, επιβολή, μπλοκάρισμα, ενίσχυση, καταναγκασμό, υποτίμηση, επιβεβαίωση... Τα σημάδια ακολουθούν όλους μας. Καμιά φορά χωρίς να μπορέσουμε ποτέ να τα προσεγγίσουμε, να τα αγγίξουμε, να τα αναγνωρίσουμε και να τα κατανοήσουμε. Κι εδώ έρχεται η λογοτεχνία, που με τον δικό της τρόπο αγγίζει αυτές τις σχέσεις, αγγίζει τις δύσκολες στιγμές τους, τις αποκαλύπτει και τις φωτίζει.

Επιλέξαμε την ημέρα που σ’ όλο τον κόσμο γιορτάζεται η Γιορτή της Μητέρας (μια γιορτή που ξεκίνησε το 1907 από τις ΗΠΑ και σιγά σιγά εξαπλώθηκε σε όλες τις χώρες του κόσμου) να απευθυνθούμε σε δύο συγγραφείς, που στα τελευταία βιβλία τους τόλμησαν να δημοσιοποιήσουν όψεις της δικής τους περίπλοκης σχέσης με τους γονείς τους, να τοποθετηθούν στο πώς και γιατί καταπιάστηκαν με αυτό το θέμα: τον ποιητή Χάρη Βλαβιανό και τον πεζογράφο Αύγουστο Κορτώ.

Βεβαίως, δεν είναι οι μόνοι.

Ο πρωτοεμφανιζόμενος Αλέξανδρος Στεφανίδης στο βιβλίο του «Το χάδι» (εκδ. Αγρα) επιστρέφει μέσω δώδεκα διηγημάτων στα παιδικά του χρόνια και στις μνήμες που τον σφράγισαν.

Ο καταξιωμένος Χρήστος Χωμενίδης έδωσε στο τελευταίο του μυθιστόρημα το όνομα της μητέρας του «Νίκη» (εκδ. Πατάκης) με τη φωτογραφία της στο εξώφυλλο και με τον τρόπο της λογοτεχνίας να αγγίζει τη διαδρομή της οικογένειάς του και παραλλήλως και της Ελλάδας τον 20ό αιώνα.

Μεγάλωσα σε ακραίες συνθήκες
Χάρης Βλαβιανός*

Ο τίτλος του βιβλίου μου («Το αίμα νερό») γεννά κατ’ αρχάς στον αναγνώστη το ερώτημα αν το ρήμα που σκοπίμως παρέλειψα από το άλλο μισό της φράσης έχει αρνητικό ή όχι πρόσημο. Θεωρώ πως από τη στιγμή που αποφάσισα να δουλέψω, να ανασκάψω αυτό το πολύ προσωπικό και επώδυνο υλικό, η απάντηση είναι προφανής. Λέω «αποφάσισα», αν και στη λογοτεχνία, όπως γνωρίζουμε, δεν ισχύει αυτό. Ερχεται μια στιγμή που αρχίζεις να γράφεις για κάτι που σε βασανίζει, χωρίς να το έχεις προαποφασίσει. Το επόμενο στάδιο, το πιο δύσκολο βέβαια, είναι να μπορέσεις να τιθασεύσεις σκέψεις και συναισθήματα που αναδύονται μέσα σου ορμητικά, να τους δώσεις μια μορφή που να τα καθιστά λογοτεχνία.

Είχα πολύ δύσκολα παιδικά και εφηβικά χρόνια. Η λάμψη και ο κοσμοπολιτισμός της οικογένειάς μου έκρυβε από κάτω τρομακτικές ανατροπές και απερίγραπτη θλίψη. Μεγάλωσα σε ακραίες συνθήκες, ανάμεσα σε πολλές χώρες (Ιταλία, Βραζιλία, Αγγλία, Ελλάδα), διαφορετικές κάθε φορά γλώσσες, με ανθρώπους να εισβάλλουν ξαφνικά στη ζωή μου, αλλά να χάνονται προτού καν προλάβω να τους αγαπήσω, και δύο γονείς τόσο απορροφημένους από τις δικές τους επιλογές και τον μεταξύ τους διαρκή πόλεμο, που το μόνο που κατάφεραν είναι να μου προσφέρουν το αίσθημα εκείνο της απόλυτης μοναξιάς που ενδεχομένως να ευθύνεται για το ότι έγινα ποιητής.

Προσδιορίζω το βιβλίο αυτό στον υπότιτλο ως «μυθιστόρημα σε σαράντα πέντε πράξεις», αλλά θεωρώ «Το αίμα νερό» σε μεγάλο βαθμό έργο ποιητικό, με την έννοια της πύκνωσης και του ρυθμού που έχει ο λόγος. Ωστόσο αφηγούμαι μια ιστορία, υπάρχει ένα νήμα, που συνδέει όλα αυτά τα σαράντα πέντε στιγμιότυπα/ θραύσματα της ζωής μου και τα πρόσωπα του βιβλίου ανεβαίνουν μ’ έναν τρόπο στη σκηνή. Επέλεξα αυτόν τον τρόπο να μιλήσω για κάτι τόσο τραυματικό, γιατί ένιωθα ότι έτσι μπορώ να ελέγχω καλύτερα τα βίαια και πολλές φορές αρνητικά συναισθήματα που μου γεννούσε αυτή η αναμόχλευση του παρελθόντος. Η συναισθηματολογία είναι ως γνωστόν η αποτυχία του αισθήματος, και δεν ήθελα επ’ ουδενί το κείμενο να γίνει μελοδραματικό και «μελιστάλαχτο». Ως ποιητής δεν θέλησα ή δεν μπόρεσα να γράψω ένα καθαρόαιμο μυθιστόρημα. Ωστόσο, όπως είχε γράψει και ο Εζρα Πάουντ στον Χένρι Τζέιμς για το ποίημά του «Χιου Σέλγουιν Μόμπερλι», θα «ήθελα ο αναγνώστης να δώσει στο βιβλίο μου την προσοχή που θα έδινε στις 300 σελίδες που παρέλειψα».

Και κάτι τελευταίο και ίσως πιο σημαντικό: καμία αυτοβιογραφία δεν λέει όλη την «αλήθεια». Το «Αίμα νερό» είναι λογοτεχνία κι άρα αυτονομείται ως έργο από τις όποιες προθέσεις του συγγραφέα. Η «αλήθεια» του βιβλίου βρίσκεται μέσα στις λέξεις που το συνθέτουν. Κι αυτές φανερώνουν πολλά, αλλά, μην το ξεχνάμε, άλλα τόσα κρύβουν.

* Ο κ. Χάρης Βλαβιανός είναι ποιητής και εκδότης του περιοδικού «Ποιητική». Το τελευταίο του βιβλίο και πρώτο πεζό είναι «Το αίμα νερό» (εκδ. Πατάκης).

Το σπιτάκι που ’χτισα για το Κατερινάκι
Αύγουστος Κορτώ*

Ποτέ δεν τα χώνεψα τα νεκροταφεία. Ενώ καταλάβαινα τον λόγο ύπαρξής τους, την ανάγκη των χαροκαμένων να επισκέπτονται τους αγαπημένους τους, και να φροντίζουν το μνήμα τους μιας και δεν μπορούσαν πια να φροντίσουν τους ίδιους, για μένα η όλη διαδικασία ήταν μια αναίτια, περίσσια πληγή που ανάβλυζε μονάχα σιωπή και ψυχική οδύνη. Οπως βουβός παρέμενε ο Θεός στις παιδικές προσευχές μου, έτσι και οι άνθρωποι που είχα χάσει ποτέ δεν θα αποκρίνονταν στους μονολόγους μου πάνω απ’ τη μαρμάρινη πλάκα.

Στη μάνα μου βεβαίως χρωστώ αυτή την αντιπάθεια – η Κατερίνα δεν πήγε ούτε μία φορά στους τάφους των γονιών της, μήτε καν στης αγαπημένης ξαδέρφης της Ζωής. Ο,τι χαμένο αγαπούσε το κουβαλούσε μέσα της, και σ’ αυτά τα αποθέματα αγάπης και άσβεστης μνήμης στρεφόταν σαν την κυρίευε η νοσταλγία. Ετσι, όταν τρία χρόνια μετά την ταφή της ήρθε η ώρα της εκταφής, κι εγώ κι ο πατέρας μου, πιστοί στο πνεύμα της, αφήσαμε τα απομεινάρια του σαρκίου της να καταλήξουν στο χωνευτήρι χωρίς δεύτερη σκέψη.

Μία φορά μονάχα μετάνιωσα για την επιλογή μου αυτή – τον Φλεβάρη του 2009, όταν, διαλυμένος απ’ τη χειρότερη κατάθλιψη που έζησα ποτέ, ένιωσα την ανάγκη να σφίξω στην αγκαλιά μου έστω και μια κρύα ταφόπλακα. Μα ταφόπλακα δεν υπήρχε, κι έτσι κατέληξα τρισάθλιος και γονατιστός να κλαίω πάνω απ’ την πράσινη καταπακτή του χωνευτηρίου.

Κι έκτοτε, πολλές φορές μ’ έτρωγε η απουσία ενός μνημείου για το Κατερινάκι μου. Κι όχι για μένα (εγώ πλέον την περιείχα, μαζί με τον καημό της), όσο για τους ανθρώπους που ποτέ δεν τη γνώρισαν, και δεν υποψιάζονταν πόσο υπέροχη ήταν η γυναίκα που με γέννησε και με ανάστησε, όπως λέγανε παλιά. Η σιωπή που περιέβαλλε την ανυπαρξία της με πλάκωνε χειρότερα κι από γρανίτη.

Και καθώς καμιά μυθοπλαστική εκδοχή της, καμιά καρικατούρα ή αγιογραφία απ’ όσες είχα αποπειραθεί στα βιβλία που έγραψα μετά τον θάνατό της δεν αρκούσε γι’ αυτό τον σκοπό, στην τεφρή επέτειο των δέκα χρόνων από το φευγιό της πήρα την απόφαση να της χτίσω το μοναδικό μνημείο που μπορούσα, ένα σπιτάκι –σαν εκκλησάκι δίχως τον σταυρό– που οι περαστικοί της ζωής θα μπορούσαν, αν ήθελαν, να περιεργαστούν για μερικές στιγμές, και να αναλογιστούν, προσπερνώντας την αδεξιότητα του καθαυτό οικοδομήματος, τη στοργή και την αποθυμιά του ορφανού που το ’χτισε.

Κι αυτό θαρρώ πως έκανα με το «Βιβλίο της Κατερίνας».

Ελπίζω μονάχα να στάθηκα αντάξιός σου, μάνα.

* Ο κ. Αύγουστος Κορτώ είναι συγγραφέας και μεταφραστής. Το τελευταίο βιβλίο, «Το βιβλίο της Κατερίνας» (εκδ. Πατάκης), κυκλοφόρησε το φθινόπωρο του 2013 και βρίσκεται στην 8η έκδοση (13.000 αντίτυπα).

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ