ΕΛΛΑΔΑ

Οι εκλογές του 1956

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ Ε. ΜΠΟΤΣΙΟΥ*

1956. Ο Κων. Καραμανλής στις εκλογές της 19ης Φεβρουαρίου. Η συμμετοχή των γυναικών για πρώτη φορά σε βουλευτικές εκλογές ωφέλησε την ΕΡΕ, καθώς η γυναικεία ψήφος προτιμούσε την πολιτική σταθερότητα. Η αναμέτρηση του 1956 έχει μείνει γνωστή για το περίπλοκο εκλογικό σύστημα διεξαγωγής της.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ιστορία

Στις αφηγήσεις για τη μεταπολεμική Ελλάδα οι εκλογές της 19ης Φεβρουαρίου 1956 επισκιάζονται συνήθως από τις προηγούμενες, του Νοεμβρίου 1952, και τις επόμενες, του Μαΐου 1958: στις πρώτες ο Ελληνικός Συναγερμός του Αλέξανδρου Παπάγου τερμάτισε μια οδυνηρή διετία πολιτικής αστάθειας σαρώνοντας τις παλαιές δυνάμεις του Εθνικού Διχασμού και το θνησιγενές πλαστηρικό Κέντρο. Στις δεύτερες δέσποσε η ανάδειξη της ΕΔΑ σε αξιωματική αντιπολίτευση, εννέα μόλις χρόνια μετά τον Εμφύλιο, γεγονός που επιτάχυνε τη μετεξέλιξη των παλαιών Φιλελεύθερων σε μια νέα κεντρώα πρόταση που θα αποτελούσε «εθνική αντιπολίτευση» και ανάχωμα προς την Αριστερά.

Η πιο γνώριμη διάσταση των εκλογών του 1956 είναι το περίπλοκο και αμφισβητούμενο εκλογικό σύστημα διεξαγωγής τους. Στιγματίστηκε ως «τριφασικό» από τα κόμματα της τότε αντιπολίτευσης, η οποία, παρότι πλειοψήφησε στην κάλπη με 1.620.007 ψήφους και ποσοστό 48,15%, συγκέντρωσε πολύ λιγότερες έδρες (132) από την ΕΡΕ του Κωνσταντίνου Καραμανλή, ο οποίος σχημάτισε τελικά κυβέρνηση με άνετη κοινοβουλευτική πλειοψηφία 165 εδρών – διαθέτοντας 1.594.112 ψήφους και ποσοστό 47,38%. Επρόκειτο για ένα κατά βάση πλειοψηφικό σύστημα καταγόμενο από τον βενιζελικό νόμο του 1929 για την εκλογή των γερουσιαστών που μετέβαλε την αναλογικότητα μεταξύ πρώτου και δεύτερου κόμματος ανά τύπο περιφέρειας: ήταν πλειοψηφικό σε περιφέρειες που εξέλεγαν έως τρεις βουλευτές, πλειοψηφικό με περιορισμένη εκπροσώπηση του δεύτερου κόμματος ή συνασπισμού σε μεσαίες περιφέρειες, όπου εκλέγονταν τέσσερις έως δέκα βουλευτές και αναλογικό στις μεγάλες εκλογικές περιφέρειες, όπου εκλέγονταν περισσότεροι από δέκα βουλευτές.

Σοβαρό εμπόδιο για κόμματα χωρίς πανελλαδική εμβέλεια ήταν το υψηλό «κατώφλι» εισόδου στην κατανομή των εδρών ανά περιφέρεια: ένα κόμμα χρειαζόταν το 15% των έγκυρων ψηφοδελτίων στη συγκεκριμένη περιφέρεια αλλά και σε επίπεδο επικράτειας για να συμμετάσχει, ενώ για συνασπισμούς κομμάτων το ποσοστό ανερχόταν στο 25%. Λάδι στη φωτιά έριξαν ο καθορισμός των βουλευτικών εδρών βάσει της παρωχημένης απογραφής του 1940, η δυνατότητα των στρατιωτικών και των δημοσίων υπαλλήλων να ψηφίσουν εκτός της εκλογικής τους περιφέρειας και η άρνηση του Καραμανλή να διεξαγάγει τις εκλογές υπηρεσιακή κυβέρνηση. Ολοι αυτοί οι παράγοντες στοιχειοθέτησαν τη διαδεδομένη αντίληψη ότι η στερέωση του Καραμανλή στην εξουσία το 1956 στερούνταν λαϊκής νομιμοποίησης, όπως η πρωθυπουργοποίησή του τον Οκτώβριο του 1955 από τον βασιλιά Παύλο στερούνταν συνταγματικής νομιμοποίησης. Εστιάζοντας στους κυβερνητικούς χειρισμούς, η συζήτηση για τις εκλογές του 1956 συχνά υποβαθμίζει μία από τις σημαντικότερες πτυχές τους. Οτι απέναντι στον Καραμανλή στάθηκε μια ετερόκλητη εκλογική συμμαχία όλων σχεδόν των κομμάτων της αντιπολίτευσης από τη Δεξιά ώς την Αριστερά, η Δημοκρατική Ενωσις. Για πρώτη –και μοναδική φορά– μετά τον Εμφύλιο τα λεγόμενα αστικά κόμματα έρχονταν κάτω από την ίδια στέγη με την ΕΔΑ δίνοντας την αίσθηση λαϊκού μετώπου.

Ο συνασπισμός και οι αντιφάσεις του

Τον πυρήνα της Δημοκρατικής Ενώσεως αποτελούσαν τα κόμματα του Κέντρου, η Φιλελεύθερη Δημοκρατική Ενωσις (ΦΔΕ) του Σοφοκλή Βενιζέλου, το Κόμμα Φιλελευθέρων με αρχηγό τον Γεώργιο Παπανδρέου, η Εθνική Προοδευτική Ενωσις Κέντρου (ΕΠΕΚ) με αρχηγό τον Σάββα Παπαπολίτη και το Κόμμα Αγροτών-Εργαζομένων (ΚΑΕ) του Αλέξανδρου Μπαλτατζή. Δημιούργησαν τον συνασπισμό Δημοκρατικό Κέντρο τον Δεκέμβριο του 1955, λίγο πριν ψηφιστεί το «τριφασικό». Το Δημοκρατικό Κέντρο έσπευσε να προσεγγίσει την ΕΔΑ όταν διαπίστωσε τις αυξανόμενες πιθανότητές της να αναδειχθεί σε αξιωματική αντιπολίτευση μετά τη σύμπραξή της με το Δημοκρατικό Κόμμα Εργαζόμενου Λαού (ΔΚΕΛ) των μετριοπαθών Γεώργιου Καρτάλη και Αλέξανδρου Σβώλου και την Κίνηση Εθνικής Δημοκρατικής Πρωτοβουλίας – τα τρία κόμματα είχαν συγκροτήσει το κεντροαριστερό σχήμα Εθνική Κίνηση Αλλαγής (ΕΚΑ). Το Δημοκρατικό Κέντρο και η ΕΚΑ συνενώθηκαν ως Δημοκρατική Ενωσις τον Ιανουάριο του 1956.

Μικρή έκπληξη προκάλεσε αυτή καθεαυτή η συνεννόηση παλαιών άσπονδων εχθρών του Εθνικού Διχασμού, δεδομένου ότι οι Φιλελεύθεροι και το Λαϊκό Κόμμα είχαν συνεργαστεί ήδη στις εκλογές του 1952 σαν αντισυναγερμική και αντικομμουνιστική πρόταση. Μεγαλύτερη προσοχή συγκέντρωσε η προσέγγιση με την ΕΔΑ. Μάλιστα, η ένταξη του Λαϊκού Κόμματος στη Δημοκρατική Ενωσι προκάλεσε τον Καραμανλή να δηλώσει ότι η ΕΡΕ αναμετριόταν μόνη με όλους «από της άκρας Δεξιάς μέχρι της άκρας Αριστεράς».

Αλλη αξιοσημείωτη διάσταση ήταν ότι επικεφαλής της Δημοκρατικής Ενώσεως τέθηκε ο Γεώργιος Παπανδρέου, ο οποίος είχε συνεργαστεί ως ανεξάρτητος με τον Ελληνικό Συναγερμό στις εκλογές του 1952, πριν αναλάβει το 1953 τη συναρχηγία (μαζί με τον Σοφοκλή Βενιζέλο) και δύο χρόνια αργότερα (1955) την αρχηγία του Κόμματος Φιλελευθέρων. Τέλος, δεν πέρασε απαρατήρητος ο αποκλεισμός του Κόμματος Προοδευτικών από τη Δημοκρατική Ενωσι επειδή ο αρχηγός του Σπύρος Μαρκεζίνης ενσάρκωνε τις κεντρικές πολιτικές του Ελληνικού Συναγερμού.

Θεμελιώδης αδυναμία

Ο εκλογικός νόμος έβαλε σε πειρασμό το Κέντρο και την Αριστερά να συνασπιστούν ώστε να αποφύγουν τον διαγκωνισμό για τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Εξέθεσε, όμως, μια θεμελιώδη αδυναμία τους: την έλλειψη εσωτερικής συνοχής και αξιόπιστου κυβερνητικού προγράμματος. Ηταν προφανής ο ιδεολογικός συμβιβασμός των επιμέρους μονάδων της Δημοκρατικής Ενώσεως για μικρόπνοες εκλογικές σκοπιμότητες. Η κοινή εναντίωσή τους στη διακυβέρνηση Καραμανλή επέτεινε την εντύπωση ότι στις εκλογές συγκρούονταν ανανεωτικά στοιχεία με τον παλαιοκομματισμό, που, για να επιβιώσει, δεν δίσταζε να συμμαχήσει ακόμα και με τον απόλυτο αντίπαλο, την Αριστερά. Τα κεντρώα κόμματα δεν έδειχναν καμία αυθεντική διάθεση να συνδιαμορφώσουν κοινές θέσεις με την Αριστερά, τονίζοντας ότι συνεργάζονταν μόνον για τις εκλογές και όχι για κοινή κυβέρνηση. Πνιγμένη σε αντιφάσεις, η Δημοκρατική Ενωσις αδυνατούσε να αντιμετωπίσει την ηγετική κινητοποίηση του Καραμανλή.

Νέο κόμμα και 39 πρωτοεκλεγμένοι βουλευτές

Μέρος της επιτυχίας του Καραμανλή οφειλόταν στην ίδρυση ενός νέου κόμματος, της Εθνικής Ριζοσπαστικής Ενώσεως (ΕΡΕ), στις 4 Ιανουαρίου 1956. Η ΕΡΕ διεύρυνε το «κεντρώο άνοιγμα» που είχε εγκαινιάσει ο Παπάγος το 1952. Τριάντα εννέα από τους 165 βουλευτές της εκλέγονταν για πρώτη φορά το 1956. Τον ηγετικό πυρήνα διαμόρφωσαν στελέχη του Συναγερμού που είχαν στηρίξει τη «λύση Καραμανλή» ζητώντας πολιτικό εκσυγχρονισμό γύρω από το τρίπτυχο «ασφάλεια, σταθερότητα, ανάπτυξη» (Γεώργιος Ράλλης, Ανδρέας Αποστολίδης, Λάμπρος Ευταξίας, Σπύρος Θεοτόκης) και ανερχόμενοι Φιλελεύθεροι πολιτευτές (Ευάγγελος Αβέρωφ, Κωνσταντίνος Τσάτσος, Γρηγόριος Κασιμάτης, Δημήτριος Μακρής, Αύγουστος Θεολογίτης, Δημήτριος Μανέντης κ.ά.). Νέα πρόσωπα έδωσε, επίσης, ένας στενός κύκλος συνεργατών του Καραμανλή (Νικόλαος Μάρτης, Νικόλαος Ζαρντινίδης κ.ά.). Στην ΕΡΕ δεν συμμετείχαν οι παραγκωνισμένοι μνηστήρες του εξανεμισμένου Συναγερμού: ο Στέφανος Στεφανόπουλος απέτυχε να εκλεγεί στην Ηλεία ως ανεξάρτητος, ενώ ο Μαρκεζίνης δεν εξασφάλισε κοινοβουλευτική εκπροσώπηση με το Κόμμα Προοδευτικών. Εξαίρεση αποτέλεσε ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, ο οποίος εξελέγη στην Αχαΐα ως ανεξάρτητος συνεργαζόμενος με την ΕΡΕ.

Με την επίκληση του ριζοσπαστισμού, η ΕΡΕ επιχειρούσε να ξεφύγει από τα διλήμματα Αριστεράς-Δεξιάς, προτάσσοντας την ανάγκη μεταρρυθμίσεων εθνικού χαρακτήρα. Διακήρυσσε την εθνική ενότητα, την υπέρβαση του Διχασμού και του Εμφυλίου δίνοντας προτεραιότητα σε έργα οικονομικής ανάπτυξης και κοινωνικής ευημερίας. Υπογραμμίζοντας τη βούλησή του για φιλελευθεροποίηση και εθνική ανεξαρτησία –ιδιαίτερα αφού κατηγορούνταν ως ευνοούμενος του Στέμματος και των ΗΠΑ– ο Καραμανλής προέβη σε αξιοπρόσεκτες πρωτοβουλίες ως συναγερμικός πρωθυπουργός (Οκτώβριος 1955 - Φεβρουάριος 1956): ανακάλεσε το ελληνικό εκστρατευτικό σώμα από την Κορέα, αναδιαπραγματεύθηκε την αρχή της ετεροδικίας για τους Αμερικανούς στρατιωτικούς στην Ελλάδα, αμνήστευσε τους καταδικασμένους για την πολύκροτη υπόθεση των αεροπόρων και έλαβε μέτρα επιείκειας για την αποφυλάκιση του 25% των πολιτικών κρατουμένων έως το 1957 και τον περιορισμό τον εκτοπισμένων σε 600.

Πέρα από τις μετακινήσεις πολιτευτών, στις εκλογές του 1956 σημειώθηκαν καταλυτικές αλλαγές στην κοινωνική βάση των κομμάτων. Η υποχώρηση των Φιλελευθέρων σε παραδοσιακά τους προπύργια, ιδιαίτερα στις αγροτικές περιοχές των Νέων Χωρών, τάση εμφανής ήδη το 1952, συνεχίστηκε και παγιώθηκε προς όφελος της ΕΡΕ. Η δύναμή της αυξήθηκε περαιτέρω στην Ηπειρο, τη Μακεδονία και τη Θράκη εξασφαλίζοντάς της πλειοψηφία στη Βόρεια Ελλάδα. Στην Παλαιά Ελλάδα, διατήρησε λίγο-πολύ τις επιδόσεις του Συναγερμού. Η συμμετοχή των γυναικών για πρώτη φορά σε βουλευτικές εκλογές ωφέλησε επίσης την ΕΡΕ, καθώς η γυναικεία ψήφος προτιμούσε την πολιτική σταθερότητα.

Κυβέρνηση με ριζοσπάστες και συντηρητικούς μαζί

Μετά τις εκλογές του 1956, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής στερέωσε την κυριαρχία του στο κεντροδεξιό κράμα που ο ίδιος δημιούργησε από συντηρητικά και μεταρρυθμιστικά στοιχεία των παλαιών παρατάξεων. Οι «ριζοσπάστες» του Συναγερμού ανέλαβαν σημαντικές θέσεις στην πρώτη κυβέρνηση της ΕΡΕ (1956 - 1958): ο Ανδρέας Αποστολίδης την Αντιπροεδρία της κυβέρνησης (έως το 1957), ο Γεώργιος Ράλλης το υπουργείο Συγκοινωνιών και Δημοσίων Εργων, ο Κωνσταντίνος Παπακωνσταντίνου το υπουργείο Δικαιοσύνης. Μετριοπαθείς συντηρητικοί ανέλαβαν επίσης νευραλγικές θέσεις: ο Αριστείδης Πρωτοπαπαδάκης το υπουργείο Εθνικής Αμύνης, ο Δημήτριος Χέλμης το υπουργείο Συντονισμού, ο Σπύρος Θεοτόκης το υπουργείο Εξωτερικών. Παλαιοί Φιλελεύθεροι εκτοξεύτηκαν στο στενό κυβερνητικό επιτελείο: ο Δημήτριος Μακρής ορίστηκε υπουργός Εσωτερικών, ο Κωνσταντίνος Τσάτσος υπουργός Προεδρίας, ο Ευάγγελος Αβέρωφ υπουργός Εξωτερικών (αντικατέστησε τον Μάιο του 1956 τον Θεοτόκη). Ιδιαίτερος ρόλος επιφυλάχθηκε στον κανελλοπουλικό Παναγή Παπαληγούρα (υπουργός Εμπορίου-Βιομηχανίας), ενώ ως πρώτη γυναίκα υπουργός ορίστηκε η Λίνα Τσαλδάρη, χήρα του ιστορικού αρχηγού του Λαϊκού Κόμματος Παναγή Τσαλδάρη (υπουργός Κοινωνικής Προνοίας), διττό σύμβολο συνέχειας και εκσυγχρονισμού.

Το κεντρικό συμπέρασμα

Μέχρι τις εκλογές του 1958 ο πολιτικός ανταγωνισμός εστίασε στο Κυπριακό και την οικονομική ανάπτυξη. Από τη μαζική πολεμική εναντίον των κυβερνητικών επιλογών στο Κυπριακό ωφελήθηκε προπάντων η ΕΔΑ, η οποία πρότεινε χωρίς περιστροφές την ουδετερότητα της χώρας ανάμεσα στα δύο μπλοκ, σε αντίθεση με τις αμήχανες ενστάσεις των κεντρώων και συντηρητικών κομμάτων. Τα κόμματα αυτά δεν μπόρεσαν εξάλλου να αντικρούσουν τη δυναμική αναπτυξιακή πολιτική της κυβέρνησης με επίκεντρο τον εξηλεκτρισμό, τις υποδομές, την εκβιομηχάνιση και την αύξηση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών εξαγωγών.

Για να αναγνωριστεί ως «εθνική αντιπολίτευση» όφειλε επιπλέον να αφομοιώσει ένα κεντρικό συμπέρασμα των εκλογών του 1956: ότι η εναλλαγή στην εξουσία προϋπέθετε πια απαραιτήτως σταθερές μονοκομματικές κυβερνήσεις και όχι μεταβατικά συμμαχικά σχήματα. Ο μακρόσυρτος ανταγωνισμός Σοφοκλή Βενιζέλου - Γεωργίου Παπανδρέου για την ηγεσία του Κέντρου καθυστέρησε την αναδιοργάνωσή του γύρω από αυτό το πρωταρχικό πολιτικό αίτημα. Ο δρόμος άνοιξε μετά το ανατρεπτικό αποτέλεσμα των εκλογών του 1958, εν πολλοίς χάρη στη βασική συναίνεση του Κωνσταντίνου Καραμανλή και του Γεωργίου Παπανδρέου ως προς την ανάγκη δημιουργίας ενός βιώσιμου δικομματισμού. Βέβαια, η θεωρία από την πράξη απείχε πολύ, όπως απέδειξε η αποτυχία του δικομματικού πειράματος από το 1961 έως το 1967.

* Η κ. Κωνσταντίνα Ε. Μπότσιου είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια Σύγχρονης Ιστορίας του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.

 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ