ΒΙΒΛΙΟ

Πολιτισμός, η «ελληνική ιδιομορφία»

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΤΑΞΟΠΟΥΛΟΥ

Ο ανερμάτιστος πολιτικός σχεδιασμός ως εγγενές και διαχρονικό πρόβλημα εξετάζεται στο βιβλίο της Μυρσίνης Ζορμπά.

ΜΥΡΣΙΝΗ ΖΟΡΜΠΑ
Πολιτική του Πολιτισμού – Ευρώπη
και Ελλάδα στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα
εκδ. Πατάκης, 2014, σελ. 424

Στα μέσα του 2012, το υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού συγχωνεύεται με το υπουργείο Παιδείας, Διά Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων. Προκύπτει το υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού – ένα θεσμικό εγχείρημα με διάρκεια αντιστρόφως ανάλογη προς το μήκος του ονόματός του.

Τον Ιανουάριο του 2013, ο αναπληρωτής υπουργός ΥΠΑΙΘΠΑ, Κώστας Τζαβάρας, ανακοινώνει την κατάργηση του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου (του οποίου το έργο ανατίθεται στη σχετική Διεύθυνση του υπουργείου), ενώ δρομολογείται και η κατάργηση του Ελληνικού Ιδρύματος Πολιτισμού (ΕΙΠ).

Ενα χρόνο αργότερα, στις αρχές της φετινής χρονιάς και ενώ το ΥΠΑΙΘΠΑ είχε ήδη χωριστεί εις τα εξ ων συνετέθη, ο νυν υπουργός Πάνος Παναγιωτόπουλος ανακοινώνει ότι οι αρμοδιότητες του ΕΚΕΒΙ μεταφέρονται τώρα στο ΕΙΠ το οποίο όχι μόνο δεν καταργείται, αλλά αναβαθμίζεται για να αποτελέσει «ομπρέλα για τον ελληνικό πολιτισμό στο πρότυπο των ξένων μορφωτικών ιδρυμάτων».

Οι παραπάνω αλληλοαναιρούμενες αποφάσεις, σε διάστημα ενός και μόνον έτους, δημιουργούν εικόνα πλήρους σύγχυσης και επιπλέον εγείρουν ερωτήματα που είχαν ή θα έπρεπε να έχουν απαντηθεί: Πρέπει να υπάρχει αυτόνομο υπουργείο για τον πολιτισμό; Χρειάζεται ένας αυτόνομος φορέας για την πολιτική του βιβλίου ή επαρκεί η «αρμόδια υπηρεσία»; Είναι στρατηγικής σημασίας η πολιτιστική διπλωματία – ποιος τη σχεδιάζει, ποιος την υλοποιεί; Γιατί το ΕΙΠ (του οποίου ο καταστατικός ρόλος είναι η συνάρτηση της κουλτούρας και του πολιτισμού με την εξωτερική πολιτική και τις διεθνείς σχέσεις της χώρας) αναλαμβάνει την εθνική πολιτική για το βιβλίο; Ακολουθεί κάποιο ανάλογο πρότυπο λειτουργίας ξένων μορφωτικών ιδρυμάτων, π.χ. του Ινστιτούτου Γκαίτε ή του Βρετανικού Συμβουλίου; Και, σε κάθε περίπτωση, γιατί πρέπει το προς αναβάθμιση ΕΙΠ να «υιοθετήσει» μόνο τον τομέα του βιβλίου, και όχι το θέατρο, τον χορό, τον κινηματογράφο;

Αυτός ο ad hoc και ανερμάτιστος πολιτικός σχεδιασμός, ως εγγενές και διαχρονικό πρόβλημα της πολιτιστικής πολιτικής στην Ελλάδα, εξετάζεται στο βιβλίο της Μυρσίνης Ζορμπά που κυκλοφόρησε πρόσφατα, συμπίπτοντας σχεδόν με τις εξαγγελίες για την ανασυγκρότηση του ΕΙΠ και την απορρόφηση από αυτό των δομών του ΕΚΕΒΙ.

Η μελέτη συνοψίζει την παλαιότερη ερευνητική δουλειά της Ζορμπά, καθώς και την εμπειρία της από θεσμικές θέσεις που κατείχε στον χώρο του πολιτισμού (υπήρξε, άλλωστε, η πρώτη διευθύντρια του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου), δύο πηγές γνώσης που εκβάλλουν στο –ρητορικό– ερώτημα του επιλογικού κεφαλαίου «Μπροστά σε αλλαγή Παραδείγματος;». Το πρώτο μέρος του βιβλίου μπορεί να διαβαστεί ως μια συνοπτική, εναλλακτική αφήγηση της μεταπολεμικής ευρωπαϊκής ιστορίας, που φέρνει στο προσκήνιο τη σχέση πολιτικής - πολιτισμού, αναδεικνύοντας τις συνθήκες μέσα στις οποίες γεννήθηκε και αυτονομήθηκε το πεδίο της πολιτικής του πολιτισμού.

Αυτό ακριβώς το πεδίο, η θεωρητική του συγκρότηση, η δομή, οι κανόνες, οι μετασχηματισμοί του, η ένταξή του σε μια κυβερνητική ατζέντα είναι τα ζητήματα που απασχολούν τη συγγραφέα στο δεύτερο μέρος του βιβλίου.

Ωστόσο, η «δραματουργία» του κειμένου τείνει προς το τρίτο και τελευταίο μέρος, όπου εμφανίζονται οι πρωταγωνιστές της ελληνικής περίπτωσης: πρωθυπουργοί και υπουργοί Πολιτισμού, των οποίων αξιολογείται ο ρόλος στην εννοιολόγηση της κουλτούρας και στη διαμόρφωση των πολιτιστικών πολιτικών, κυρίως κατά την περίοδο μετά το 1980. Εξαιρώντας τη θητεία του Θάνου Μικρούτσικου στο υπουργείο Πολιτισμού και το πολιτικό πρόταγμα του εκσυγχρονιστικού εγχειρήματος, η μελέτη αποδομεί τις διάφορες εκδοχές της πολιτικής για τον πολιτισμό που εφαρμόστηκαν στη χώρα, ως ελληνοκεντρικά παράγωγα της εκάστοτε συγκυρίας, χωρίς αναφορά στη σύγχρονη, εκτός Ελλάδας θεωρία και πρακτική.

Το νέο Παράδειγμα που προτείνεται εντέλει, μια «στρατηγική της πολιτισμικής δημοκρατίας», συγγενές προς την έννοια της συμμετοχικής δημοκρατίας, επιχειρεί να δημιουργήσει ένα νέο θεωρητικό πλαίσιο για τον πολιτισμό, εναρμονισμένο με ανάλογα, διεθνή ρεύματα σκέψης. Βέβαια, η οριζόντια και πλήρης εφαρμογή ενός τέτοιου μοντέλου δεν έχει ακόμα δοκιμαστεί στην πράξη ώστε να ελεγχθούν οι αδυναμίες ή η δυναμική του. Μέχρι αυτό να συμβεί (μάλλον κάπου αλλού), στα καθ’ ημάς φαίνεται να συνεχίζεται με συνέπεια το «δικό μας» μοντέλο προσέγγισης στη διαχείριση του πολιτισμού, ιδιοσυγκρασιακό και αυτοσχέδιο, που επιβεβαιώνει τη μελαγχολική διαπίστωση ότι, περιγράφοντας «την ελληνική περίπτωση», καταλήγουμε συνήθως να ερμηνεύουμε την «ελληνική ιδιομορφία».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ