Στάθης Ν. Καλύβας* ΣΤΑΘΗΣ Ν. ΚΑΛΥΒΑΣ*

Ιστορική δικαίωση και πολιτικός εξευτελισμός

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Οταν επισκεπτόμουν την Ελλάδα το διάστημα πριν από το 2009, τρία πράγματα μου έκαναν εντύπωση. Το πρώτο ήταν η ραγδαία βελτίωση του βιοτικού επιπέδου, σε βαθμό μάλιστα που θεωρούσα πως πλέον ο μέσος Ελληνας είχε φθάσει να ζει καλύτερα από τον μέσο Αμερικανό. Το δεύτερο ήταν πως η βελτίωση αυτή δεν φαινόταν να έχει κάποια προφανή σχέση με την οικονομία. Δεν έβλεπα π.χ. τις εγχώριες πολυεθνικές ή τις μεγάλες βιομηχανίες πάνω στις οποίες στηρίζεται η ευημερία. Το τρίτο ήταν πως είχε οδηγήσει σε μιαν ευδαιμονία. Ενώ τα καμπανάκια αφθονούσαν (κάθετη πτώση της ανταγωνιστικότητας, δραματική ποιότητα της παιδείας, έκρηξη της διαφθοράς κ.λπ.) κανείς δεν φαινόταν να προβληματίζεται. Οταν μάλιστα έθετα προς συζήτηση τον προβληματισμό μου αυτόν συναντούσα μιαν έντονη καχυποψία. Ετσι, με τον καιρό σταμάτησα τις κουβέντες αυτές.

Τα θυμήθηκα αυτά γιατί πρόσφατα είχα την ίδια αίσθηση, διαπιστώνω δηλαδή μιαν αντίστοιχη αντίφαση με την εποχή της ευημερίας. Από τη μια τα μακροοικονομικά μεγέθη αλλά και αρκετά μεγέθη της λεγόμενης «πραγματικής» οικονομίας εμφανίζουν αισθητή βελτίωση. Δεν αναφέρομαι μόνο στα περίφημα spreads που οδήγησαν στην πτώχευση του 2010, ούτε στην ανέλπιστη μέχρι πολύ πρόσφατα έξοδο στις αγορές ή το πρωτογενές πλεόνασμα που όλοι σχεδόν θεωρούσαν αδύνατο να πετύχει η χώρα. Αναφέρομαι και σε μια σειρά άλλα μεγέθη, από τους δείκτες οικονομικού κλίματος και καταναλωτικής εμπιστοσύνης του ΙΟΒΕ ώς τους δείκτες πωλήσεων λιανεμπορίου, επιχειρηματικών προσδοκιών και τομέα υπηρεσιών, περνώντας από τις πωλήσεις αυτοκινήτων και τον αριθμό των κλειστών επιχειρήσεων στο κέντρο της Αθήνας. Ολα αυτά τα μεγέθη παρουσιάζουν σημαντική βελτίωση και κινούνται στα επίπεδα του 2009. Οταν αναφέρω τον προβληματισμό μου αυτό σε φίλους και γνωστούς εισπράττω την ίδια αντίδραση που εισέπραττα παλιότερα, αλλά από την ανάποδη. «Δεν έχεις σχέση με την πραγματικότητα» μου απαντούν όσοι καταδέχονται να με φιλοφρονήσουν με μιαν απάντηση.

Προφανώς δεν είμαι αφελής. Γνωρίζω από πρώτο χέρι τις τεράστιες δυσκολίες που αντιμετωπίζουν τα νοικοκυριά. Οπως όλοι μας, έχω φίλους και στενούς συγγενείς που είναι άνεργοι. Αυτό, όμως, δεν αναιρεί το γεγονός πως οι υπόγειες δυνάμεις που τελικά καθορίζουν την καθημερινότητα έχουν αρχίσει να αλλάζουν. Τελικά η ψυχολογία της κρίσης είναι αντίστοιχη με αυτή της ευημερίας: όταν τις βιώνουμε αρνούμαστε να δεχτούμε πως η πραγματικότητα αυτή μπορεί να αλλάξει. Ποιος φανταζόταν το 2004 πώς θα κατέληγε να μοιάζει το 2014; Ετσι και σήμερα αδυνατούμε να φανταστούμε το 2024 ως κάτι το διαφορετικό από το σήμερα. Ομως τα πράγματα ήδη αλλάζουν και παρότι ο κίνδυνος ενός ατυχήματος δεν έχει εξαλειφθεί, όσο περνάει ο καιρός η βελτίωση θα γίνεται και πιο αισθητή. Οι κρίσιμες ημερομηνίες υπήρξαν ο Ιούνιος του ’12 και το εκλογικό του αποτέλεσμα, ο Ιούλιος της ίδιας χρονιάς με την παρέμβαση Ντράγκι που έθεσε τέρμα στον πανικό των αγορών και η απόφαση της ηγεσίας της Ευρωπαϊκής Ενωσης τον Σεπτέμβριο του ’12 να κρατηθεί η Ελλάδα μέσα στην Ευρωζώνη. Πιστεύω πως οι ευρωεκλογές υπήρξαν ο τελευταίος σημαντικός σκόπελος, καθώς μια διαδικασία πρόωρων εκλογών θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την ανάκαμψη. Πώς θα διαμορφωθεί λοιπόν η πολιτική στη νέα αυτή φάση;

Ο μεγάλος κίνδυνος πλέον θα είναι όλο και λιγότερο η αποσταθεροποίηση και κατάρρευση και όλο και περισσότερο ο εφησυχασμός. Για να χρησιμοποιήσω έναν παραλληλισμό με το πρόσφατο πολιτικό παρελθόν, ο κίνδυνος είναι η επανάληψη του 1987. Οπως είναι γνωστό, η οικονομική πολιτική της πρώτης τετραετίας του ΠΑΣΟΚ οδήγησε σε αδιέξοδο και το 1985 ξεκίνησε μια προσπάθεια συμμαζέματος της οικονομίας. Η κατάληξη της προσπάθειας αυτής είναι γνωστή. Μπροστά στην πτώση της δημοτικότητάς του, ο Ανδρέας Παπανδρέου εγκατέλειψε το 1987 την πολιτική αυτή, εκπαραθυρώνοντας τον Σημίτη και αναθέτοντας στον Δημήτρη Τσοβόλα να τα «δώσει όλα». Η χώρα έφτασε έτσι στο χείλος του γκρεμού το 1989-90 και έζησε άλλα οκτώ χρόνια σοβαρών οικονομικών δυσκολιών έως ότου μια νέα, πιο πετυχημένη τη φορά αυτή, προσπάθεια ανασύνταξης της οικονομίας να αποφέρει καρπούς μετά το 1995. Το χειρότερο όμως είναι πως το δημόσιο χρέος είχε ξεφύγει και η ανταγωνιστικότητα είχε πληγεί με αποτέλεσμα να παραμείνουν ως βραδυφλεγείς βόμβες στα θεμέλια της οικονομίας, με τα γνωστά πια αποτελέσματα.

Η κυβέρνηση (και η Νέα Δημοκρατία ιδίως) βρίσκονται σε μια καμπή αντίστοιχη του 1987. Ο πειρασμός να φανεί δημοφιλής είναι μεγάλος και μπορεί να οδηγήσει σε τραγικές αποφάσεις. Η απομάκρυνση του γενικού γραμματέα Εσόδων Χ. Θεοχάρη έχει έντονα αυτό το πρόσημο. Αυτό θα είναι τεράστιο λάθος και για τη χώρα αλλά και για την κυβέρνηση. Επιχειρώντας να φανεί δημοφιλής τελικά θα αποτύχει εκλογικά, γιατί ο κόσμος καταλαβαίνει πολύ περισσότερα από ό,τι πιστεύουν τα κομματικά επιτελεία. Αν επιμείνει στην προσπάθεια ανάκαμψης είναι πολύ πιθανό (αλλά όχι απαραίτητο) να ηττηθεί στις επόμενες εκλογές. Ομως μια τέτοια ήττα θα εγγράψει μια μεγάλη παρακαταθήκη πάνω σε μια ιστορικής σημασίας δικαίωση. Στην αντίθετη περίπτωση τη σίγουρη ήττα θα συνοδεύσει ο εξευτελισμός.

* Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Yale.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ