ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Η Αμερική παραμένει κυρίαρχη

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ

Μάικλ Κοξ: «Το πραγματικό ζήτημα, φυσικά, δεν είναι η Βρετανία. Είναι η πλημμυρίδα του ευρωσκεπτικισμού στην Ευρώπη και ο τρόπος που συνδέεται με την κρίση του ευρώ».

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Εντονα στοιχεία υπερβολής εντοπίζει στην τρέχουσα συζήτηση για την άνοδο της Κίνας και την παρακμή των Ηνωμένων Πολιτειών ο Μάικλ Κοξ, καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και συν-διευθυντής του ερευνητικού προγράμματος IDEAS στο London School of Economics. «Οικονομικά και στρατηγικά, αναμφίβολα η Κίνα είναι ο νέος μεγάλος παίκτης. Η θέση των Ηνωμένων Πολιτειών μέσα στο διεθνές σύστημα όμως παράμενει συντριπτικά κυρίαρχη» δηλώνει στην «Κ» ο καθηγητής Κοξ, που βρέθηκε την περασμένη εβδομάδα στην Αθήνα για να εκπροσωπήσει το LSE στην παρουσίαση της έκθεσης του Southern European International Affairs Programme, που υπάγεται στο IDEAS, αλλά και να δώσει μία διάλεξη για τη διεθνή ισορροπία ισχύος στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Ο Βρετανός ακαδημαϊκός και σύμβουλος του βρετανικού υπουργείου Εξωτερικών αναδεικνύει ως προεξάρχουσα πτυχή της «διαρθρωτικής ισχύος των ΗΠΑ» τον ρόλο του δολαρίου ως βασικού διεθνούς αποθεματικού νομίσματος – ρόλο τον οποίο θα διατηρήσει «για όσο χρονικό διάστημα μπορούμε να κάνουμε προβλέψεις». «Μιλάμε για τα ελλείμματα των Ηνωμένων Πολιτειών από τη δεκαετία του 1970. Ξέρετε τι; Δεν έχουν σημασία» ισχυρίζεται ο συνομιλητής μας, υπογραμμίζοντας το πλεονέκτημα που δίνει στην υπερδύναμη το γεγονός ότι εκδίδει χρέος στο νόμισμα με το οποίο συναλλάσσεται όλος ο κόσμος.

Αναδεικνύοντας την προστιθέμενη αξία που παράγει η αμερικανική οικονομία, τη δύναμη των αμερικανικών πολυεθνικών του κόσμου και την τεράστια στρατιωτική της υπεροχή, ο καθηγητής Κοξ μιλάει για «έλλειψη ιστορικής προοπτικής» όσων μιλούν για την υποχώρηση της χώρας. «Οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετωπίζουν σήμερα λιγότερους κινδύνους από οποτεδήποτε άλλοτε τα τελευταία 100 χρόνια» σημειώνει. «Μπορεί να ακούμε συνεχώς για τη χρηματοπιστωτική κρίση, για την άρνηση του Ομπάμα να βομβαρδίσει τη Συρία, την κρίση του ευρώ, την εκφοβιστική συμπεριφορά του Πούτιν, αλλά τα θεμελιώδη δεν έχουν αλλάξει πραγματικά».

Η αναφορά στον Ρώσο πρόεδρο οδηγεί αναπόδραστα στη μεγάλη γεωπολιτική κρίση των ημερών. Η «Κ» ρωτά τον καθηγητή Κοξ αν θεωρεί ότι η παρέμβαση του Πούτιν στην Ουκρανία είναι σημάδι αδυναμίας όσο και ισχύος.

«Πολλοί στη Δύση μιλούν για την ουκρανική κρίση με όρους του 1938, θεωρούν ότι πρόκειται για υπαρξιακή απειλή» απαντά. «Η δική μου στάση είναι ότι δεν πρέπει να υπερεκτιμήσουμε τον κίνδυνο. Δεν πρόκειται για νέο Ψυχρό Πόλεμο. Δεν υπάρχει ιδεολογική πτυχή, ενώ η διεθνής θέση της Ρωσίας τα τελευταία 25 χρόνια, παρά τον Πούτιν, έχει υποχωρήσει σημαντικά. Δεν αποτελεί αντίπαλο δέος πια για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ούτε η Κίνα πρόκειται να θυσιάσει τη σχέση της με τις ΗΠΑ και την Ε.Ε. και μία γεωστρατηγική συμμαχία με τη Ρωσία. Επιπλέον, με τα πρόσφατα γεγονότα στην Ουκρανία, έχει αναζωογονηθεί το ΝΑΤΟ και η έξοδος κεφαλαίων από τη Ρωσία έχει επιταχυνθεί».

Κατά τη γνώμη του, ο Πούτιν «δρα ιδιαίτερα επιθετικά, όπως κάνουν συχνά αδύναμα και ανασφαλή καθεστώτα» και χρησιμοποιεί ρητορική που είναι «ιδιαίτερα προβληματική», όπως όταν μιλάει για τα δικαιώματα όλων των Ρώσων εκτός Ρωσίας – «δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι υπάρχουν πολλοί Ρώσοι στις Βαλτικές χώρες». Παραδέχεται ωστόσο ότι ο Ρώσος ηγέτης «έχει καταφέρει να παίξει μία πολύ καλή παρτίδα δεδομένης της πολύ αδύναμης θέσης στην οποία βρίσκεται». Οπως λέει, χάρη στις υψηλές τιμές του πετρελαίου και του αερίου ο Πούτιν «έχει καταφέρει να βελτιώσει το βιοτικό επίπεδο των Ρώσων, ακόμα και να αυξήσει το προσδόκιμο ζωής», ενώ «έχει παίξει επιδέξια το χαρτί του αντι-ολιγάρχη». Επιπλέον, σύμφωνα με τον καθηγητή του LSE, έχει εκμεταλλευτεί στο μέγιστο την αίσθηση εθνικής ταπείνωσης που ένιωθαν οι Ρώσοι τη δεκαετία του 1990, την οποία πολλοί στη Δύση αγνοούν. «Ηταν καταστροφικά χρόνια για τη Ρωσία. Το βιοτικό επίπεδο κατρακύλησε κατά 30%-40%. Η βιομηχανία κατέρρευσε».

Η αντιμετώπιση του ρωσικού ζητήματος, όπως παρατηρεί ο συνομιλητής μας, είναι ένα από τα πολλά μέτωπα στα οποία η Ευρώπη δυσκολεύεται να δράσει συντονισμένα. Ενώ η Ρωσία προχωρά σε προσαρτήσεις εδαφών, η Ε.Ε. κινδυνεύει να χάσει ένα από τα κράτη-μέλη της, τη χώρα καταγωγής του καθηγητή Κοξ. Πιστεύει ότι θα συμβεί αυτό;

«Οχι. Θεωρώ δεδομένο ότι η ελκυστικότητα της Βρετανίας ως επενδυτικού προορισμού συνδέεται άμεσα με τη θέση της εντός της Ε.Ε. Το θέλει και το City, ενώ θα συνεχίσουμε να επηρεαζόμαστε από την ευρωπαϊκή νομοθεσία, είτε είμαστε εντός είτε εκτός. Καλύτερα λοιπόν να είμαστε εντός και να έχουμε μία φωνή. Επιπλέον, ισχυρά ευρωπαϊκά κράτη –ιδιαίτερα αυτά που είναι πιο φιλικά προς την ελεύθερη αγορά– θέλουν τη Βρετανία να παραμείνει εντός. Αρα, αν επικρατήσει η λογική, δεν θα υπάρξει έξοδος». Παρ’ όλα αυτά, αναγνωρίζει ότι η λογική δεν επικρατεί πάντα σε δημοψηφίσματα, ενώ αποκαλύπτει ότι ανησυχεί περισσότερο για τη λαϊκή ετυμηγορία στο ζήτημα της ανεξαρτησίας της Σκωτίας παρά σχετικά με την παραμονή στην Ευρώπη.

«Το πραγματικό ζήτημα, φυσικά, δεν είναι η Βρετανία» εξηγεί, διευρύνοντας τον προβληματισμό του. «Είναι η πλημμυρίδα του ευρωσκεπτικισμού στην Ευρώπη και ο τρόπος που συνδέεται με την κρίση του ευρώ». Είναι αισιόδοξος για τη μακροημέρευση του ευρώ, δεδομένης της αντίδρασης των λαών της Ευρώπης στην περαιτέρω απώλεια εθνικής κυριαρχίας; «Δεν ξέρω. Το ευρώ είναι πολύ μεγάλο για να καταρρεύσει. Αν καταρρεύσει, γυρίζουμε πίσω στην πραγματική Ιστορία». Η τελευταία φράση κάνει τον χειμαρρώδη ακαδημαϊκό να σταματήσει τη ροή του, αναλογιζόμενος το μέγεθος του πισωγυρίσματος. Είναι η ίδια σκέψη που έχει επιτρέψει στην περιοχή του κοινού νομίσματος να διατηρήσει τη συνοχή της. Για πόσο ακόμα όμως; Κανείς άλλωστε δεν ταυτίζεται με μία «ζώνη», όσο κι αν η οικονομική και στρατηγική λογική το επιτάσσει.

Έντυπη

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ