ΜΙΧΑΛΗΣ Β. ΚΟΣΜΟΠΟΥΛΟΣ*

Οι ελληνικές σπουδές στο εξωτερικό

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Eχουν παρέλθει πλέον οι εποχές κατά τις οποίες ο μέσος Ευρωπαίος/Αμερικανός/Καναδός/Ασιάτης μεγάλωνε γαλουχημένος από τις αξίες του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού και φοιτούσε στο πανεπιστήμιο για να μάθει περισσότερα για τον πολιτισμό των ονείρων του.

Η ​​οικονομική κρίση έχει πλήξει τις ανθρωπιστικές σπουδές στα περισσότερα πανεπιστήμια της Ευρώπης και της Αμερικής, με ιδιαίτερα αρνητικό αντίκτυπο στις νεοελληνικές σπουδές. Τα περισσότερα πανεπιστήμια στο εξωτερικό αξιολογούν τα προγράμματά τους με βάση τον αριθμό των εγγεγραμμένων φοιτητών και οι νεοελληνικές σπουδές συγκεντρώνουν μικρό αριθμό φοιτητών. Οι λόγοι είναι σύνθετοι, αλλά ένας βασικός είναι το ότι έχουν παρέλθει πια οι εποχές κατά τις οποίες ο μέσος Ευρωπαίος/Αμερικανός/ Καναδός μεγάλωνε γαλουχημένος από τις αξίες του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού και φοιτούσε στο πανεπιστήμιο για να μάθει περισσότερα για τον πολιτισμό των ονείρων του. Οι περισσότεροι νέοι σήμερα φοιτούν στο πανεπιστήμιο για να πάρουν το πτυχίο που θα τους επιτρέψει να βρουν δουλειά, κάτι που σπάνια θα καταφέρουν εάν ακολουθήσουν νεοελληνικές σπουδές. Πλην εξαιρέσεων, οι φοιτητές του εξωτερικού, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που έχουν ελληνική καταγωγή, δεν θα εγγραφούν σε μαθήματα νέας ελληνικής γλώσσας και δεν θα ασχοληθούν με τη σύγχρονη Ελλάδα εάν δεν έχουν κάποιο έναυσμα, εάν εμείς δεν κάνουμε τον ελληνικό πολιτισμό προσιτό και ελκυστικό.

Για να πετύχουμε κάτι τέτοιο χρειάζεται στρατηγική βασισμένη πάνω σε τρεις άξονες.

Ο πρώτος άξονας είναι να σταματήσει η κατάτμηση του ελληνικού πολιτισμού σε αρχαίο, βυζαντινό, και νεότερο. Ο ελληνισμός αδικείται όταν τον περιορίζουμε σε μία περίοδο ή ένα αντικείμενο: η σύγχρονη Ελλάδα δεν είναι αποκομμένη από το παρελθόν, αλλά αποτελεί τμήμα ενός πολιτισμικού συνεχούς χιλιάδων χρόνων και πρέπει να διδάσκεται σε όλο της το θεματικό, χρονικό και γεωγραφικό εύρος. Οι ελληνικές σπουδές στο εξωτερικό θα πρέπει να είναι και διεπιστημονικές και να προσφέρουν διαχρονική προσέγγιση του ελληνικού πολιτισμού. Υπό τις παρούσες συνθήκες, χρειάζεται περισσότερη έμφαση στην ολιστική, διαχρονική και διεπιστημονική διδασκαλία του ελληνικού πολιτισμού και λιγότερη κατάτμηση σε μεμονωμένες περιόδους. Τα Τμήματα, οι Εδρες και τα Κέντρα Ελληνικού Πολιτισμού θα πρέπει να λειτουργούν σε δύο επίπεδα: να προσφέρουν διαχρονική διδασκαλία του ελληνικού πολιτισμού με τη μορφή εισαγωγικών μαθημάτων και ταυτόχρονα δυνατότητα εξειδίκευσης των προχωρημένων φοιτητών στο γνωστικό αντικείμενο του κατόχου της Εδρας ή των διδασκόντων στο Κέντρο.

Κάτι τέτοιο απαιτεί συλλογική προσπάθεια και είναι δύσκολο να γίνει από τον μεμονωμένο κάτοχο μιας Εδρας ή τα συνήθως λιγοστά άτομα ενός Κέντρου Ελληνικού Πολιτισμού. Σε ιδανικές περιπτώσεις χρειάζεται τρίπτυχο Εδρών αρχαίας, βυζαντινής και νεότερης Ελλάδας, ή συνδυασμός Εδρας και Κέντρου, αλλά τέτοιες ευτυχείς συγκυρίες είναι σπάνιες. Από την άλλη πλευρά, συνήθως οι Εδρες λειτουργούν σε πανεπιστήμια όπου ήδη υπάρχουν κάποιοι καθηγητές που ασχολούνται με την Ελλάδα, διασκορπισμένοι σε διάφορα τμήματα. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η Εδρα θα πρέπει να λειτουργεί ως πυρήνας συσπείρωσης και συνεργασίας των καθηγητών που διδάσκουν θέματα σχετικά με την Ελλάδα.

Ο δεύτερος άξονας αφορά το άνοιγμα στις τοπικές κοινωνίες. Κάτι τέτοιο όχι μόνο πληροί την κατ’ ουσίαν αποστολή των Εδρών, που πιστεύω ότι είναι η διάσωση της ελληνικής ταυτότητας της ομογένειας και η διάπλαση φιλελλήνων, αλλά μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ως μοχλός εύρεσης χρηματικών πόρων για την πρόσληψη πρόσθετων καθηγητών ελληνικών σπουδών. Σε καμία περίπτωση δεν νοείται, υπό τις παρούσες συνθήκες, απομόνωση σε κάποιο γνωστικό αντικείμενο έρευνας χωρίς επαφή με το κοινό και την ευρύτερη κοινωνία.

Ο τρίτος άξονας σχετίζεται με τη γενικότερη ανάγκη συντονισμού της χρηματοδότησης αλλά και του περιεχομένου των ελληνικών σπουδών στο εξωτερικό. Από τη μία πλευρά, η όποια χρηματοδότηση από το ελληνικό κράτος θα πρέπει να εστιαστεί σε φορείς που προσφέρουν ολιστική, διαχρονική μελέτη του ελληνισμού (με την εξαίρεση καταξιωμένων μεταπτυχιακών προγραμμάτων). Από την άλλη, είναι αναγκαία η άμεση δημιουργία ενός κεντρικού συντονιστικού οργάνου για τις ελληνικές σπουδές στο εξωτερικό.

Επί του παρόντος, λειτουργούν πολυάριθμα ανεξάρτητα προγράμματα ελληνικών σπουδών ανά τον κόσμο, χωρίς κάποιον επίσημο συντονισμό ή κοινό μακροχρόνιο πρόγραμμα δράσης. Πιστεύω ότι η λύση βρίσκεται στη σύσταση ενός μονίμου Εθνικού Συμβουλίου Ελληνικών Σπουδών στο Εξωτερικό, αποτελούμενο από τους διευθυντές των Εδρών και των μεγάλων προγραμμάτων ελληνικών σπουδών στο εξωτερικό και αντιπροσώπων τόσο των μεγάλων κοινωφελών ιδρυμάτων όπως του Ιδρύματος Ωνάση και του Ιδρύματος Νιάρχου, όσο και των μεγάλων οργανώσεων της διασποράς. Σκοπός του συμβουλίου θα είναι να χαράξει και να συνδράμει στην εφαρμογή κεντρικής στρατηγικής για τις ελληνικές σπουδές στο εξωτερικό για τα επόμενα 50 χρόνια. Φοβούμαι πως εάν συνεχισθούν η κατάτμηση, η εσωστρέφεια και η έλλειψη συντονισμού και εθνικού σχεδιασμού, η επόμενη γενιά θα θρηνήσει τον θάνατο των ελληνικών σπουδών στο εξωτερικό.

* Ο κ. Μιχάλης Β. Κοσμόπουλος είναι καθηγητής Αρχαιολογίας στην Εδρα Ελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Μιζούρι στο Σεν Λούις των ΗΠΑ και τακτικό μέλος της Αμερικανικής Ακαδημίας Επιστημών (St. Louis). Εχει διατελέσει διευθυντής του Κέντρου Ελληνικού Πολιτισμού στο Πανεπιστήμιο Μανιτόμπα του Καναδά.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ