ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η Γερμανία θέσπισε για πρώτη φορά κατώτατο μισθό 1.400 ευρώ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Γερμανία

Κατώτατο ωρομίσθιο ύψους 8,5 ευρώ υιοθέτησε χθες για πρώτη φορά η Γερμανία, καθώς ήταν ο εκ των ουκ ων άνευ όρος που είχε θέσει το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD) για τη συμμετοχή του στον κυβερνητικό συνασπισμό με τους Χριστιανοδημοκράτες της κ. Μέρκελ. Το επίπεδο των βασικών αυτών αποδοχών, που θα αναθεωρείται ανά διετία, συνάδει με εκείνο άλλων ανεπτυγμένων οικονομιών της Ευρώπης: υπολείπεται μεν ελαφρώς από το αντίστοιχο στη Γαλλία, όπου φθάνει στα 9,53 ευρώ, αλλά υπερβαίνει τα 7,91 ευρώ της Βρετανίας.

Το ιστορικό νομοσχέδιο, όπως έσπευσαν να το χαρακτηρίσουν πολιτικοί αναλυτές επειδή η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης είχε ώς τώρα αντισταθεί σθεναρά στη θέσπιση βασικού μισθού, θα ωφελήσει άμεσα περισσότερους από πέντε εκατομμύρια εργαζομένους, τους πλέον κακοπληρωμένους από τα 42 εκατομμύρια εργαζομένων της Γερμανίας. Εκφράζοντας ικανοποίηση, η υπουργός Εργασίας, Αντρέα, Ναλς, αναφέρθηκε στους «σκληρά εργαζόμενους, φθηνούς και απροστάτευτους» εργαζομένους, τονίζοντας πως «αυτή ήταν ώς τώρα η πραγματικότητα για εκατομμύρια υπαλλήλους στη Γερμανία, που τώρα τελειώνει».

Το νομοσχέδιο θα τεθεί σε ισχύ σταδιακά, αρχής γενομένης από την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους και μέχρι τον Ιανουάριο του 2017, επειδή η κυβέρνηση αποφάσισε να δώσει περιθώριο δύο ετών σε ορισμένους τομείς ώστε να μπορέσουν να προσαρμοσθούν. Μολονότι χαιρετίστηκε ως νίκη τόσο από το SPD όσο και από τα εργατικά συνδικάτα, προκάλεσε την αντίδραση των τελευταίων το γεγονός ότι τελικά προβλέπει πολύ περισσότερες εξαιρέσεις από όσες περιείχε ο αρχικός σχεδιασμός του. Η σημαντικότερη εξαίρεση αφορά τους 18χρονους που θα επιτρέπεται να αμείβονται με μικρότερες αποδοχές, επειδή, σύμφωνα με την κυβέρνηση, πρέπει να επιδιώξουν κάποια επαγγελματική κατάρτιση.

Παράλληλα, εξαιρούνται και όσοι επανεντάσσονται στην αγορά εργασίας έχοντας παραμείνει άνεργοι επί τουλάχιστον 12 μήνες και θα αμείβονται με χαμηλότερες αποδοχές τούς πρώτους έξι μήνες. Η κυβέρνηση επικαλέστηκε, άλλωστε, την ανάγκη να διασφαλίσει τη βιωσιμότητα τομέων για να παρατείνει το χρονοδιάγραμμα μέσα στο οποίο θα πρέπει να προσαρμοσθούν οι αποδοχές όσων κάνουν παραδόσεις εφημερίδων ή των εποχικών απασχολουμένων στη συγκομιδή φρούτων. Σε αυτούς τους τελευταίους αναφέρθηκε ο Γερμανός υπουργός Γεωργίας, Κρίστιαν Σμιτ, που εξέφρασε ικανοποίηση για τη θέσπιση βασικού μισθού, αλλά προειδοποίησε πως θα εξαφανισθούν τα φθηνότερα εργατικά χέρια για τη συγκομιδή φρούτων και λαχανικών ή θα έρχονται από άλλες χώρες.

Ο μεγάλος αριθμός των εξαιρέσεων έχει προκαλέσει την αντίδραση των εργατικών συνδικάτων. Οπως τόνισε ο Φρανκ Μπσίρσκε, επικεφαλής του ισχυρού εργατικού συνδικάτου Verdi, η κυβέρνηση «ακρωτηρίασε βάναυσα τον βασικό μισθό με τον μεγάλο αριθμό εξαιρέσεων». Τις εξαιρέσεις επέκρινε, άλλωστε, ο επίτροπος Απασχόλησης της Ε.Ε., Λάζλο Αντορ, όταν μιλώντας στη γερμανική εφημερίδα Die Welt υπογράμμισε πως ο βασικός μισθός πρέπει να ισχύει για όλους «ώστε να μην υπάρχουν άνθρωποι φτωχοί αν και εργαζόμενοι». Στηλιτεύοντας, άλλωστε, το βασικό επιχείρημα κυβερνητικών στελεχών που εναντιώθηκαν στο νομοσχέδιο, το γερμανικό περιοδικό Spiegel Online τόνισε πως «επιστρατεύθηκαν σενάρια τρόμου για να πεισθεί ο κόσμος πως θα χαθούν πολλές θέσεις εργασίας, λες και τα 8,5 ευρώ είναι ιλιγγιώδες ωρομίσθιο. Μιλάμε για μηνιαίες αποδοχές ύψους μόλις 1.400 ευρώ!».

Σε αντίθεση με την πλειονότητα των ευρωπαϊκών χωρών και κυρίως των εταίρων της στην Ε.Ε., η Γερμανία δεν είχε ποτέ ώς τώρα υιοθετήσει βασικό μισθό, καθώς οι πολιτικές δυνάμεις τον θεωρούσαν πολιτική παρέμβαση στις διαπραγματεύσεις μεταξύ εργατικών συνδικάτων και εργοδοτών με αντικείμενο τα επίπεδα των μισθών. Ετσι λειτουργούσε ώς τώρα ένα σύστημα καθορισμού των μισθών ανά κλάδο και ανά περιοχή, που, όμως, τα τελευταία χρόνια έχει εκφυλισθεί. Ενώ το 1998 οι συμφωνίες που απέρρεαν από διαπραγμάτευση μεταξύ συνδικάτων και εργοδοτών κάλυπταν το 70% του εργατικού δυναμικού της χώρας, σήμερα το ποσοστό αυτό έχει υποχωρήσει στο 59%. Το αποτέλεσμα ήταν να εκτιναχθεί το ποσοστό των κακοπληρωμένων εργαζομένων μετά τη θέσπιση της μεταρρυθμιστικής «Ατζέντας 2010» που προώθησε προ δεκαετίας το τότε κυβερνών SPD υπό τον Γκέρχαρντ Σρέντερ.

Ετσι παρά τις αντιδράσεις ορισμένων μελών του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος της κ. Μέρκελ (CDU), η ψηφοφορία στην Κάτω βουλή της Γερμανίας έδειξε πως το νομοσχέδιο έχει τη στήριξη μεγάλης μερίδας των βουλευτών: ψηφίστηκε με 535 ψήφους υπέρ και μόλις πέντε κατά, αλλά και 61 αποχές. Κύριο επιχείρημα που επικαλέστηκαν οι πολέμιοι του βασικού μισθού ήταν πως θα εξαναγκάσει τις μικρές επιχειρήσεις να απολύσουν προσωπικό. Σε αυτό καταλήγει και η ναυαρχίδα του συμπολιτευόμενου Τύπου, η Welt, που σχολιάζει πως «η κυβέρνηση μπορεί να ορίζει τον μισθό σε όλους τους τομείς σε όλη τη Γερμανία, αλλά το πόσες θέσεις εργασίας θα υπάρχουν θα το αποφασίσει η αγορά».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ