ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Κωνσταντίνος Μητσοτάκης: Η μεγάλη αδυναμία της Μεταπολίτευσης

ΓΙΩΡΓΟΣ Π. ΤΕΡΖΗΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΦΙΕΡΩΜΑ 1974-2014

«Την ώρα που έπεφτε η χούντα, τα πράγματα φαίνονταν περισσότερο σκοτεινά και δύσκολα απ’ όσο όλη τη διάρκεια της επταετίας», εξιστορεί στην «Κ» ο πρώην πρωθυπουργός κ. Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, ο πολιτικός βίος του οποίου σημάδεψε τη σύγχρονη ελληνική Ιστορία. «Δύο μήνες πριν από τον Ιούλιο του ’74, είχα πάει στο Παρίσι και είχα άλλη μία συνάντηση με τον Καραμανλή, η ατμόσφαιρα ήταν μαύρη, απελπισμένη... και ο Καραμανλής ήταν απελπισμένος, η μεγαλύτερη μαυρίλα για εμάς ήταν στις παραμονές της κυπριακής τραγωδίας, η οποία δυστυχώς προϋπήρξε για να πέσει η χούντα». Είναι η τελευταία, από τις πολλές συναντήσεις Καραμανλή - Μητσοτάκη στο Παρίσι κατά τη διάρκεια της επταετίας. «Στη διάρκεια της δικτατορίας, υπήρξα στενός συνεργάτης του Καραμανλή... Είχα κάνει μία δήλωση, επ’ ευκαιρία του τότε σχεδίου Συντάγματος (σ.σ. 1968), όπου είχα πει ότι η λύση του ελληνικού πολιτικού προβλήματος δεν μπορεί να είναι παρά να επανέλθει ο νόμιμος αρχηγός του κράτους, ο τότε βασιλεύς, και ο Καραμανλής να φτιάξει οικουμενική κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας. Ηταν η περίφημη “λύση Καραμανλή”, για την οποία αγωνίστηκα και η οποία τελικά επεβλήθη», προσθέτει ο 96χρονος Κωνσταντίνος Μητσοτάκης.

Θυμάται με χαρακτηριστικές λεπτομέρειες την περίοδο της εξορίας στο Παρίσι. «Ατελείωτα βράδια κουβεντιάζαμε... τότε ουσιαστικά σχεδιάστηκε και η πολιτική της Μεταπολίτευσης, τότε συμφωνήσαμε ότι θα επιστρέψουν όλοι οι εξόριστοι πλην των Σλαβομακεδόνων, ότι θα αναγνωρίσουμε το Κομμουνιστικό Κόμμα... είχαμε προχωρήσει ακόμη και σε ονόματα πιθανών υπουργών, ήμουν από τους λίγους που ήξερε, περίπου, ποιες ήταν οι προσωπικές προτιμήσεις του Καραμανλή». Στην τελευταία τους συνάντηση, ο Μητσοτάκης του αναγγέλλει ότι θα επιστρέψει. «Θα γυρίσω στην Ελλάδα, αλλά θα μπω φυλακή». Και πράγματι συλλαμβάνεται από το καθεστώς Ιωαννίδη και απελευθερώνεται μόνον τα μεσάνυχτα της βραδιάς που επιστρέφει ο Καραμανλής. «Ημουν ο τελευταίος Ελληνας πολιτικός ο οποίος απελευθερώθηκε εκείνο το βράδυ, αργά τη νύχτα. Οπως επληροφορήθην με θυμήθηκαν στο συμβούλιο πολιτικών αρχηγών ο Στέφανος Στεφανόπουλος και ο Σπύρος Μαρκεζίνης και έδωσαν εντολή στους στρατηγούς να με αφήσουν ελεύθερο. Και, πράγματι, απελευθερώθηκα τα μεσάνυχτα της βραδιάς που επέστρεψε θριαμβευτής ο Καραμανλής».

Ο πρώην πρωθυπουργός αντιπαρέρχεται τις ερωτήσεις για τα πρώτα βήματα της Μεταπολίτευσης και τον δικό του ρόλο. Ωστόσο, είναι πρόθυμος να κάνει τον απολογισμό της περιόδου, προφανώς και της δικής του πολιτικής παρουσίας σε αυτήν. «Και μόνον το γεγονός ότι έβαλε την Ελλάδα στην Ευρώπη φτάνει για να δικαιώσει ιστορικά απολύτως τη Μεταπολίτευση», αναφέρει. «Η Μεταπολίτευση εγκαθίδρυσε για πρώτη φορά μία σταθερή δημοκρατία στην Ελλάδα η οποία δεν κινδύνευσε και δεν κινδυνεύει. Παρά τις βαριές αδυναμίες που είχε το Σύνταγμα, ήταν βαθύτατα δημοκρατικό και εγκαινίασε μία καινούργια περίοδο για την Ελλάδα, περίοδος η οποία βέβαια, έχω την αίσθηση, φτάνει στο τέλος της».

Οταν ένας πολιτικός, με την εμπειρία του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, ανοίγει σε μία μόλις πρόταση δύο μείζονα ζητήματα, αυτό του Συντάγματος και αυτό του τέλους της Μεταπολίτευσης, απλώς επιλέγεις ποιο από τα δύο θα συζητήσεις πρώτο. Διότι για τον ίδιο τα δύο αυτά θέματα συνδέονται άρρηκτα. «Η Ελλάς δεν βγαίνει από την κρίση αν δεν γίνει μια βαθιά συνταγματική αναθεώρηση. Την εποχή εκείνη που κατηρτίσθη το Σύνταγμα μπορεί να εδικαιολογούντο τα πράγματα. Η πραγματικότητα έχει αλλάξει και απαιτείται μία αναθεώρηση, η οποία έχει πολλά να λύσει», είναι η χαρακτηριστική του αναφορά. Ως προς το Σύνταγμα του 1974, το οποίο με την εξαίρεση του 1985 ουδέποτε αναθεωρήθηκε στον πυρήνα του, ο κ. Μητσοτάκης δεν αποφεύγει την κριτική: «Το αίτημα για περισσότερη δημοκρατία ήταν φυσικό να κυριαρχεί την επομένη της πτώσης της Χούντας... αλλά έπρεπε να υπάρχει και η φροντίδα να περιφρουρήσουμε το κύρος του κράτους, την ισχύ του νόμου της δημοκρατίας. Αυτό δεν έγινε, με αποτέλεσμα να πάμε προς τον κρατισμό, προς υπερβολές στο θέμα των συνδικαλιστικών ελευθεριών, σε πράγματα τα οποία πληρώσαμε ακριβά και τα πληρώνει ακόμη και σήμερα ο τόπος».

Κύρια αιτία γι’ αυτήν τη «μεγάλη αδυναμία» της μεταπολίτευσης θεωρεί ότι ήταν «η δικαιολογημένη, εκ των πραγμάτων, ευαισθησία της Δεξιάς έναντι της Αριστεράς». «Η δική μας επιρροή, του φιλελευθέρου κομματιού, δεν ήταν αισθητή. Ηταν η ελληνική Δεξιά η οποία επηρέασε το Σύνταγμα 100% με τα συν και τα πλην του... ωστόσο αυτό είχε ως αποτέλεσμα το νέο Σύνταγμα να έχει ως βασική αδυναμία ότι εστερείτο πλήρως πνοής φιλελεύθερης και, κατά κάποιον τρόπο, άνοιγε την πόρτα σε αυτό που αργότερα ζήσαμε, στην αμφισβήτηση της λειτουργίας του κράτους», σημειώνει.

Για τον κ. Μητσοτάκη, η σημερινή Βουλή πρέπει να ανοίξει τον δρόμο της συνταγματικής αναθεώρησης. «Το θεσμικό κομμάτι είναι πολύ σημαντικό, όμως το πρόβλημα στην Ελλάδα είναι ότι βλέπουμε το σήμερα και το τι θα πουν τα δελτία των 20.00 της ίδια ημέρας. Πρέπει να δούμε πώς θα υποκαταστήσουμε το καλό σύστημα, το οποίο μας άφησε τα βασικά θετικά αποτελέσματα, πώς θα το προσαρμόσουμε στις σημερινές ανάγκες. Δεν είναι ίδια εποχή...», υποστηρίζει και η ατζέντα που ανοίγει κάθε άλλο παρά περιορισμένη είναι. «Υπάρχουν ζητήματα που ταλαιπωρούν τη χώρα κατά τρόπο τραγικό, φερ’ ειπείν το πρόβλημα της ποινικής ευθύνης των υπουργών, αλλά και η ανάγκη να οριοθετήσουμε τις εξουσίες και ειδικά τη δικαστική», σημειώνει, επιμένοντας στη συγκρότηση Συνταγματικού Δικαστηρίου. «Δεν μπορεί η δικαστική εξουσία να τινάζει στον αέρα την οικονομική πολιτική με αποφάσεις καθαρά οικονομικού περιεχομένου, δεν είναι δυνατόν να υπάρχει αβεβαιότητα στις επενδύσεις και στην οικονομική δραστηριότητα γιατί το ΣτΕ και το κάθε δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να κηρύξει κάθε νόμο αντισυνταγματικό...», επιχειρηματολογεί.

Παράλληλα, καλεί να αντιμετωπιστεί το «γελοίο φαινόμενο να αλλάζουμε άποψη για την εκλογή Προέδρου Δημοκρατίας καταπώς μας συμφέρει». «Πρέπει να σταθεροποιήσουμε, κατά το δυνατόν, την περίοδο της διακυβέρνησης, τη θητεία της κάθε Βουλής, δεν είναι δυνατόν να εξαρτάται το απόλυτα πρωθυπουργοκεντρικό σύστημα (σ.σ. το οποίο ο ίδιος δηλώνει ότι δεν αποδέχεται και προτιμά να υπάρχει εξισορρόπηση μεταξύ πρωθυπουργού και Προέδρου) από την ύπαρξη μιας μειοψηφίας 120 βουλευτών». Κατά τον κ. Μητσοτάκη, θα πρέπει να αναζητηθεί μία σχετική ισορροπία εξουσιών, που όμως δεν θα οδηγεί σε προεδρικό σύστημα. «Η σύνδεση των εκλογών με την αδυναμία εκλογής Προέδρου ήταν λάθος. Σήμερα, επιτέλους, πολλοί το δέχονται ότι πρέπει να διορθωθεί... δεν υπάρχει άλλη λύση από την εκλογή Προέδρου από τον λαό, προς την οποία θα πρέπει να βαδίσουμε».

Είναι το τέλος της Μεταπολίτευσης; Απαντάει, χωρίς δισταγμό, «ναι». «Η αποτίμηση είναι θετική, η διαπίστωση είναι ότι φτάσαμε στο τέρμα μιας περιόδου και στο κλείσιμο ενός κεφαλαίου... το παλιό πολιτικό σύστημα έχει πεθάνει, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία. Κάτι καινούργιο πρέπει να προετοιμαστεί, σίγουρα κάτι καινούργιο εκκολάπτεται. Και είναι πολύ αισθητή, αγωνιώδης η αναζήτηση του καινούργιου, το οποίο για την ώρα δεν φαίνεται, αλλά σίγουρα θα φανεί στην πορεία του χρόνου».

Ως προς το επίπεδο του πολιτικού προσωπικού, δεν αποφεύγει να απαντήσει. «Περνάμε μία περίοδο βαθιάς πολιτικής παρακμής, ίσως πρόκειται και γενικότερο φαινόμενο, πανευρωπαϊκό και παγκόσμιο... σήμερα η πολιτική ηγεσία έχει να αντιμετωπίσει ένα βαρύ, δύσκολο πρόβλημα και δεν είμαι βέβαιος ότι στέκεται στο ύψος των εθνικών αναγκών...». Λίγο πριν από το τέλος της συνέντευξης με την «Κ», από τις σπάνιες που πλέον παραχωρεί, ο κ. Μητσοτάκης μοιάζει να ζυγίζει τα λόγια του. Αλλωστε, η επικαιρότητα συνιστά, εκ των πραγμάτων, «επικίνδυνα ύδατα» για έναν άνθρωπο που συχνά δεν διστάζει να ασκήσει οξεία κριτική. «Η Ελλάς βρίσκεται σε κρίση, έχει ανάγκη να χρησιμοποιήσει το καλύτερο υλικό το οποίο διαθέτει, να κυβερνήσουν οι άριστοι και οι επιλογές να είναι αξιοκρατικές χωρίς να λαμβάνονται υπόψη προσωπικά ή κομματικά συμφέροντα», συμπληρώνει. «Αυτήν την παλιά αλήθεια δεν πρέπει να την ξεχνάμε ποτέ».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ