ΤΙΜΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ*

«H ευθύνη είναι δική μου»

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΦΙΕΡΩΜΑ 1974-2014

«Και ποιος είσαι εσύ που θα αναλάβεις την ευθύνη; H ευθύνη είναι πάντα δική μου!». Είναι μια φράση του Κωνσταντίνου Καραμανλή που δεν θα μπορούσα, βέβαια, να ξεχάσω. Εγώ είμαι διοικητής της Εθνικής Τράπεζας και σε μία από τις τακτικές συναντήσεις που είχα με τον Καραμανλή, θέλησα να του αναφέρω ότι έπρεπε να προβώ σε μια οικονομική επιλογή που είχε και σημαντικό ρίσκο, διαβεβαιώνοντάς τον όμως ότι θα επωμιζόμουν προσωπικά την ευθύνη τυχόν αποτυχίας της. Και προτού καλά καλά ολοκληρώσω το σκεπτικό μου, με διέκοψε και μου είπε τη φράση που μόλις διαβάσατε: «Και ποιος είσαι εσύ που θα αναλάβεις την ευθύνη; H ευθύνη είναι πάντα δική μου!» Τότε βέβαια έφυγα από το γραφείο του πιο ανήσυχος, καθώς η άνωθεν κάλυψη της επιλογής μου με επιβάρυνε περισσότερο. Στην πορεία, ωστόσο, των ετών, κατάλαβα ότι η απάντηση του Καραμανλή είχε ίσως και δεύτερη ανάγνωση, με πιο κρυφή και ευφυή στόχευση. Είμαι σχεδόν σίγουρος πια ότι δεν ήθελε μόνον να μου μεταδώσει το αίσθημα της τεράστιας ευθύνης που συναισθανόταν ως πρωθυπουργός της χώρας. Αλλά και να καταστήσει ακόμη μεγαλύτερη την προσπάθειά μου να μην αποτύχει η επιλογή μου, προκειμένου να μη χρειαστεί να αναλάβει εκείνος τη δική του ευθύνη για το γεγονός ότι με είχε επιλέξει ως διοικητή της μεγαλύτερης τράπεζας της χώρας... Είναι αρκετές φορές που αναπολώ τις συναντήσεις μας, όπως και τα χαρίσματά του. Διότι το προσωπικό αίσθημα ευθύνης που ένιωθε για τον τόπο μας δεν ήταν το μόνο προτέρημά του.

Ο Καραμανλής είχε μια σπάνια διαίσθηση να αντιλαμβάνεται τι συνέβαινε γύρω του, ακόμη και αν δεν διέθετε τις απαιτούμενες τεχνοκρατικές γνώσεις. Στις συζητήσεις του πάντα οδηγούσε τους συνομιλητές του απευθείας στην καρδιά κάθε προβλήματος και τους ζητούσε επί τόπου να ακούσει και τις προτεινόμενες λύσεις τους. Επιδίωκε να αναλύσει εξαντλητικά κάθε θέμα και, αν δεν είχε επαρκή δεδομένα, σου έδινε την εντύπωση ότι προτιμούσε να περιμένει για να διαμορφώσει την τελική του άποψη. Τις φορές, ωστόσο, που το απαιτούσαν οι συνθήκες, έπαιρνε αμέσως τις αποφάσεις του και τις ανακοίνωνε την ίδια στιγμή στους συνομιλητές του, επωμιζόμενος και το ρίσκο της ευθύνης του, το οποίο ουδέποτε διανοήθηκε να μεταθέσει σε άλλους. Γι’ αυτό και θεωρώ ακόμη μεγαλύτερο χάρισμά του τη σπάνια ικανότητά του να αναλύει τις συνθήκες κάθε εποχής και να θέτει μακροπρόθεσμους στόχους για τη χώρα, χαράσσοντας και τη στρατηγική για την επίτευξή τους. Θα μπορούσα χωρίς δεύτερη σκέψη να τον χαρακτηρίσω «ηγήτορα του διά ταύτα», διότι είχε επιπλέον και το πλεονέκτημα να αναπροσαρμόζει την τακτική του όταν έβρισκε εμπόδια μπροστά του, χωρίς όμως ποτέ να παραιτείται από τον κεντρικό του στόχο. Με λίγα λόγια, ήξερε τον σκοπό που επιδίωκε η πολιτική του και το μόνο μέλημά του είναι να ανασχεδιάζει διαρκώς το πώς θα φτάσει όσο το δυνατόν γρηγορότερα στον στόχο του.

Εν αντιθέσει με κάποιους που έσπευσαν –κυρίως μετά τον θάνατό του– να ισχυριστούν ότι ο χαρακτήρας του ήταν ευερέθιστος, προσωπικά σπανίως τον θυμάμαι να εκρήγνυται. Τις λίγες φορές που τον θυμάμαι να εκνευρίζεται δημοσίως, συνέβη με απόλυτο αυτοέλεγχο και αφορμή υπήρξαν κάποιες συζητήσεις άνευ επιχειρημάτων. Απεχθανόταν τις προτάσεις που βασίζονταν σε ακραία αισιοδοξία ή ακραία απαισιοδοξία χωρίς να στηρίζονται σε αντικειμενικά δεδομένα. Με λίγα λόγια, του φαινόταν –και δεν μπορούσε να το κρύψει– χάσιμο χρόνου να συζητάει με ανθρώπους που δεν είχαν επιχειρήματα, αλλά και άμυαλοι όσοι προσπαθούσαν να τον πείσουν για κάποιο θέμα επικαλούμενοι τη δική τους διαίσθηση, χωρίς να μπορούν να στοιχειοθετήσουν την άποψή τους με μια λογική δομή και με προτάσεις εφαρμόσιμες. Γι’ αυτό άλλωστε θα μπορούσα πλέον και με τη δική μου πείρα να πω με απόλυτη βεβαιότητα ότι η συνεργασία με τον Καραμανλή ήταν πραγματικά πολύ εύκολη για όποιους είχαν καταλάβει έστω και στοιχειωδώς τον τρόπο που σκεφτόταν.

Από την αρχή κατάλαβα και το χάρισμά του να ενθουσιάζει τους ανθρώπους με τους οποίους συνεργαζόταν, με συνέπεια εκείνοι να καθιστούν ακόμη πιο γρήγορη και αποτελεσματική την υλοποίηση κάθε του επιλογής. Το 1979, βρισκόμουν στη Μανίλα ως πρόεδρος της Ολυμπιακής Αεροπορίας και είχα προταθεί να είμαι ο επόμενος πρόεδρος της IATTA. Εντελώς ξαφνικά δέχθηκα τηλεφώνημα από τον Πέτρο Μολυβιάτη που μου είπε ότι την επομένη στις 8.30 το πρωί ήθελε να με δει ο πρόεδρος. Του είπα χαριτολογώντας ότι θα έπρεπε να μου στείλει ένα Κονκόρντ για να ανταποκριθώ στην προεδρική εντολή, καθώς βρισκόμουν στην άλλη άκρη του κόσμου, αλλά από την απάντησή του κατάλαβα ότι μάλλον εγώ θα έπρεπε να εφεύρω τον τρόπο να είμαι το ταχύτερον δυνατόν στην Αθήνα. Διέκοψα αμέσως τη συμμετοχή μου στη Γενική Συνέλευση και επέστρεψα στην Ελλάδα μία μέρα αργότερα. Δεν κρύβω ότι η διοίκηση της Εθνικής Τράπεζας που μου πρότεινε ήταν για μένα τότε μια μεγάλη πρόκληση και κατά κάποιον τρόπο σκοπός ζωής. Οταν του είπα ότι δεν είχα ακόμη τελειώσει με την αναδιάρθρωση της Ολυμπιακής, μου απάντησε με τρόπο που δεν άφηνε περιθώρια αντίρρησης: «Θέλω να αναλάβεις την τράπεζα γιατί νομίζω ότι κάτι συμβαίνει εκεί, δεν ξέρω τι ακριβώς, αλλά εσύ θα το βρεις». Η διαίσθησή του ήταν αλάνθαστη.

* Πρώην διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ