ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

«Κόκκινα» δάνεια και stress test φρενάρουν την παροχή ρευστότητας

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΔΟΓΙΑΝΝΗΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Τράπεζες

Καμία επίδραση στην πραγματική οικονομία δεν έχει η βελτίωση των συνθηκών ρευστότητας στις τράπεζες (αυξήσεις κεφαλαίου, ομολογιακές εκδόσεις, σταθεροποίηση καταθέσεων), καθώς αυτή δεν μετασχηματίζεται σε νέα δάνεια. Η απροθυμία των τραπεζών να διοχετεύσουν δάνεια στην οικονομία οφείλεται σε δυο μεγάλες αβεβαιότητες: το υπό εξέλιξη stress test της ΕΚΤ που απειλούν με νέες κεφαλαιακές ανάγκες τις τράπεζες και το πώς θα αντιμετωπιστεί θεσμικά το πρόβλημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Με τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια συνδέεται το επίσης δύσκολο ζήτημα της αναδιάρθρωσης προβληματικών και υπερχρεωμένων επιχειρήσεων.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ), τον περασμένο Ιούνιο, παρά τη θετική πορεία της οικονομίας και την εξαιρετικά θετική τουριστική χρονιά, το υπόλοιπο δανείων όχι μόνο δεν αυξήθηκε, αλλά μειώθηκε κατά 324 εκατ. ευρώ. Δηλαδή, οι αποπληρωμές παλαιών δανείων είναι κατά πολύ υψηλότερες των νέων χορηγήσεων. Μάλιστα, η μείωση του υπολοίπου των δανείων τον προηγούμενο μήνα ήταν αισθητά μεγαλύτερη της μείωσης που είχε σημειωθεί τον Ιούνιο του 2013 (-212 εκατ. ευρώ).

Σημειώνεται ότι τον περασμένο Απρίλιο η αρνητική ροή δανείων διαμορφώθηκε στα 674 εκατ. ευρώ, ενώ τον περασμένο Μάιο το υπόλοιπο δανείων μειώθηκε κατά 963 εκατ. ευρώ. Το ερώτημα που προκύπτει εύλογο: Γιατί, παρά το γεγονός ότι οι τράπεζες άντλησαν τους τελευταίους μήνες κεφάλαια και ρευστότητα άνω των 10 δισ. ευρώ, ο ρυθμός πιστωτικής επέκτασης παραμένει καθηλωμένος στο -3,5%;

Στελέχη τραπεζών επισημαίνουν στην «Κ» ότι η «χαμηλή πτήση» των χορηγήσεων δεν παρατηρείται μόνο στην Ελλάδα αλλά στις περισσότερες χώρες της Ευρωζώνης και σε μεγάλο βαθμό οφείλεται στην αβεβαιότητα που προκαλεί το υπό εξέλιξη νέο stress test της ΕΚΤ. «Οσο βρίσκεται σε εξέλιξη η νέα άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων και υπάρχει αβεβαιότητα για το ποια θα είναι τα αποτελέσματα και για το πού θα διαμορφωθούν οι νέες κεφαλαιακές ανάγκες, οι τράπεζες δεν έχουν άλλη επιλογή από το να διακρατούν πόρους και να κινούνται όσο πιο συντηρητικά γίνεται», επισημαίνει στέλεχος τράπεζας.

Οπως σημειώνουν, το πανευρωπαϊκό stress test ακύρωσε σε μεγάλο βαθμό τα μέτρα τόνωσης της ευρωπαϊκής οικονομίας που παρουσίασε η ΕΚΤ τον περασμένο Ιούνιο και τα οποία περιλάμβαναν για πρώτη φορά αρνητικό επιτόκιο, δηλαδή ποινή, στις τράπεζες που δεν διοχετεύουν τη ρευστότητά τους σε νέα δάνεια, αλλά την καταθέτουν στην ΕΚΤ. Μέχρι να ξεκαθαρίσει το τοπίο στο θέμα των κεφαλαιακών αναγκών, τονίζουν οι τράπεζες, δεν μπορούν να γίνουν πολλά. Σημειώνεται ότι τα αποτελέσματα του stress test και η κατανομή των κεφαλαιακών αναγκών των τραπεζών θα ανακοινωθούν στο δεύτερο δεκαπενθήμερο του Οκτωβρίου. Για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών αναγκών θα συνυπολογιστούν τρεις παράγοντες. Ο πρώτος είναι η κατάσταση του ενεργητικού, το Asset Quality Review, το οποίο θα εξετάσει την οικονομική κατάσταση των τραπεζών με βάση τους ισολογισμούς της χρήσης του 2013. Εν συνεχεία, θα εκτιμηθούν όλες οι ενέργειες (αυξήσεις κεφαλαίου, πωλήσεις περιουσιακών στοιχείων, θυγατρικών κ.ά.) που έχουν ολοκληρωθεί μέχρι 30 Σεπτεμβρίου 2014. Τέλος, θα συνεκτιμηθούν οι κεφαλαιακές ωφέλειες που θα πετύχουν οι τράπεζες τα επόμενα χρόνια βάση των σχεδίων αναδιάρθρωσης που έχουν εκπονήσει. Προϋπόθεση αποτελεί αυτά να έχουν εγκριθεί από την Κομισιόν. Ωστόσο, ακόμα δεν έχει ξεκαθαρίσει ο βαθμός και η βαρύτητα που θα δοθεί στα σχέδια αναδιάρθρωσης για τις ελληνικές τράπεζες, οι οποίες εξασφάλισαν μεν την απαραίτητα έγκριση της Κομισιόν, ωστόσο «έχασαν» τη σχετική χρονική προθεσμία που είχε θέσει η ΕΚΤ. Με τα σημερινά δεδομένα οι εγχώριες τράπεζες κινδυνεύουν να κριθούν με τη στατική μεθοδολογία, δηλαδή να μη ληφθούν υπόψη τα σχέδια αναδιάρθρωσης.

Ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής της συνολικής χρηματοδότησης του εγχώριου ιδιωτικού τομέα, τον Ιούνιο του 2014, διαμορφώθηκε στο -3,5%, αμετάβλητος σε σχέση με τον Μάιο και αντιστοιχεί σε αρνητική καθαρή ροή ύψους 324 εκατ. ευρώ. Η μείωση αυτή οφείλεται κυρίως στα δάνεια προς επιχειρήσεις, καθώς το υπόλοιπο των επιχειρηματικών δανείων μειώθηκε κατά 266 εκατ. ευρώ, ενώ ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής των δανείων προς επιχειρήσεις διαμορφώθηκε στο -4,7%. Αντίθετα, θετική ήταν η χρηματοδότηση των ελεύθερων επαγγελματιών, αγροτών και ατομικών επιχειρήσεων: τα δάνεια της κατηγορίας ενισχύθηκαν τον Ιούνιο κατά 71 εκατ. ευρώ και ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής της διαμορφώθηκε στο 1,5%, από 1,0% τον προηγούμενο μήνα. Τέλος, αρνητική ήταν η εικόνα για τα νοικοκυριά, καθώς τα υπόλοιπα δανείων μειώθηκαν κατά 128 εκατ. ευρώ που αντιστοιχεί σε ετήσια μείωση κατά 3%.

«Να επιταχυνθούν οι ιδιωτικοποιήσεις τραπεζών»

Σημαντικά οφέλη για το τραπεζικό σύστημα και ευρύτερα την οικονομία θα επιφέρει η επιτάχυνση της ιδιωτικοποίησης των τραπεζών. Σύμφωνα με το Εβδομαδιαίο Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων της Alpha Bank, η επιστροφή των τραπεζών στον ιδιωτικό τομέα «θα επιτρέψει στις τράπεζες να επικεντρώσουν περισσότερο την προσοχή τους στην κατεξοχήν τραπεζική τους δραστηριότητα, με αποτελεσματική υλοποίηση των εγκριθέντων επιχειρηματικών τους προγραμμάτων για την ενίσχυση της αποδοτικότητάς τους και για την αποτελεσματικότερη χρηματοδότηση της ελληνικής οικονομίας. Θα συμβάλει στην επίσπευση της ανάκαμψης και ανάπτυξης της οικονομίας και στην αύξηση της απασχόλησης, ταυτόχρονα με τη μεγιστοποίηση της αξίας των συμμετοχών του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας στο τραπεζικό σύστημα που πράγματι θα ανακτηθεί». Οι οικονομολόγοι της Alpha Bank, με αφορμή την έγκριση των σχεδίων αναδιάρθρωσης των συστημικών τραπεζών από την Κομισιόν, υπογραμμίζουν ότι αυτό θα συμβάλει στην αποκατάσταση της ομαλής λειτουργίας των τραπεζών. Οπως τονίζεται στο Δελτίο, ύστερα από αυτήν τη σημαντική εξέλιξη, είναι αναγκαίο να προχωρήσουμε στην περαιτέρω ενίσχυση της ανεξαρτησίας της λειτουργίας των ελληνικών τραπεζών με έγκαιρη αναβάθμιση του ιδιοκτησιακού τους ελέγχου από τον ιδιωτικό τομέα. Αυτό μπορεί τώρα να προωθηθεί έγκαιρα και προγραμματισμένα με εκμετάλλευση του ισχυρού επενδυτικού ενδιαφέροντος που ήδη εκδηλώνεται και απεικονίζεται στην αξία των δικαιωμάτων αγοράς (warrants) των μετοχών τους, που είναι σήμερα στην κατοχή του ΤΧΣ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ