ΕΛΛΑΔΑ

Φωνή της Αμερικής, η τελευταία εκπομπή στα ελληνικά

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΩΚΟΥ

Οι τρεις δημοσιογράφοι της Υπηρεσίας την τελευταία ημέρα λειτουργίας της. Η επικεφαλής Αννα Καραγιαννοπούλου, ο Δημήτρης Μανής και η Ζωή Λεουδάκη.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΟΥΑΣΙΓΚΤΟΝ - ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ. Η Ελληνική Υπηρεσία της Φωνής της Αμερικής, του κρατικού διεθνούς ραδιοτηλεοπτικού δικτύου των ΗΠΑ, σίγησε την περασμένη Δευτέρα, ύστερα από 72 χρόνια στον αέρα. Η τελευταία ραδιοφωνική εκπομπή της ιστορικής υπηρεσίας αναμεταδόθηκε την Τρίτη από το ραδιόφωνο του ΣΚΑΪ, ο οποίος συνεργαζόταν μαζί της τα τελευταία 22 χρόνια.

Η Ελληνική Υπηρεσία έπεσε θύμα των περικοπών στη Φωνή της Αμερικής αλλά και των πιέσεων για οικονομία από το Κογκρέσο, που ζήτησε τη μείωση του προϋπολογισμού της και την ανακατεύθυνση πόρων για την προώθηση του Διαδικτύου στην Κίνα και άλλες χώρες της Ασίας. Η απόφαση για το κλείσιμο της Ελληνικής Υπηρεσίας ελήφθη από το Συμβούλιο Διεθνών Ραδιοτηλεοπτικών Εκπομπών BBG, όπου συμμετέχει και ο υπουργός Εξωτερικών Τζον Κέρι. Ο οργανισμός αυτός έχει επικριθεί ως «δυσλειτουργικός», ενώ ένα νομοσχέδιο που πέρασε πρόσφατα ομόφωνα από το Κογκρέσο περιορίζει τον ρόλο του σε συμβουλευτικό. Ανακοινώνοντας το κλείσιμο, ο πρόεδρος του συμβουλίου Τζεφ Σελ δήλωσε ότι η απόφαση ελήφθη λόγω του «δύσκολου περιβάλλοντος» για τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό.

Στην ελληνοαμερικανική κοινότητα η απόφαση έγινε δεκτή με απογοήτευση αλλά και θερμά λόγια για το έργο της Υπηρεσίας. «Η ΑΧΕΠΑ είναι βαθιά αποθαρρυμένη από την απόφαση του BBG, που βασίζεται σε λάθος εκτιμήσεις και κακή πληροφόρηση», δήλωσε στην «Κ» ο εκτελεστικός διευθυντής της ελληνοαμερικανικής οργάνωσης Βασίλης Μοσσαΐδης, τονίζοντας τον ρόλο της στην ενίσχυση των ελληνοαμερικανικών σχέσεων και τη σημασία της για την ελληνική κοινότητα της Αμερικής, στην οποία εκτίμησε ότι θα λείψει πολύ. Ο ίδιος πρόσθεσε πάντως ότι η απόφαση «δεν σηματοδοτεί μείωση της σημασίας της Ελλάδας για την αμερικανική εξωτερική πολιτική, αλλά είναι μία ατυχής απόφαση μυωπικών γραφειοκρατών που δεν αντιλαμβάνονται τη γεωστρατηγική σημασία της Ελλάδας».

Αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που προωθούνταν το κλείσιμο της Eλληνικής Yπηρεσίας. Το 2007, η έμφαση στον πόλεμο εναντίον της τρομοκρατίας είχε οδηγήσει στην απόφαση διακοπής της. Τότε, η αντίδραση της ελληνοαμερικανικής κοινότητας την είχε ανατρέψει. Το ίδιο επιχειρήθηκε και αυτήν τη φορά, σε συνεργασία με την «ελληνική ομάδα» του Καπιτωλίου, το Hellenic Caucus. Ωστόσο, η γλώσσα που τελικά υιοθέτησε το Κογκρέσο για να ζητήσει την επανεξέταση της απόφασης ήταν «χλιαρή». Ετσι, η διακοπή της Υπηρεσίας πέρασε τελικά μέσα σε ένα πολυνομοσχέδιο, παραμονές της αργίας της 4ης Ιουλίου, παρά το γεγονός ότι φέρεται να υπήρχε διαβεβαίωση ότι η απόφαση θα μετατίθετο για το επόμενο οικονομικό έτος.

Πάντως, ο πρόεδρος της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Γερουσίας Ρόμπερτ Μενέντεζ, ο οποίος είχε εκφράσει την έντονη διαφωνία του με το κλείσιμο στο BBG, δηλώνει ότι «θα κάνει ό,τι περνά από το χέρι του» για να αποκαταστήσει τη λειτουργία της Ελληνικής Υπηρεσίας. Οπως εκτίμησε, «με την Ελλάδα να εξέρχεται από μία οικονομική κρίση που είχε σοβαρές κοινωνικές και πολιτικές επιπτώσεις και με την αστάθεια να επεκτείνεται σε κοντινές περιοχές, είναι ξεκάθαρο ότι αυτή δεν είναι η κατάλληλη στιγμή για να σταματήσει» η Υπηρεσία. Ενα ακόμη επιχείρημα που τίθεται για τη συνέχιση της λειτουργίας της είναι η υποβάθμιση της Ελλάδας από τον οργανισμό Freedom House στις χώρες με «μερική ελευθερία» του Τύπου, λόγω της κρίσης. Η επικεφαλής της Ελληνικής Υπηρεσίας Αννα Καραγιαννοπούλου θεωρεί ότι το κλείσιμο της Υπηρεσίας «δημιουργεί πρόβλημα», διότι, όπως λέει χαρακτηριστικά, «η αμερικανική πολιτική επηρεάζει τον μέσο Eλληνα, και είναι καλό να ξέρει τι γίνεται».

Σύμφωνα με τον πρόεδρο του Hellenic Caucus, γερουσιαστή Γκας Μπιλιράκης, «η Ελληνική Υπηρεσία ήταν ένα μέσο για την προώθηση των πλεονεκτημάτων μίας ελεύθερης οικονομίας της αγοράς και των δημοκρατικών αξιών σε καιρούς δύσκολους για την Ελλάδα – από τον εμφύλιο πόλεμο στη χούντα και πρόσφατα στην οικονομική κρίση». Η Ελληνική Υπηρεσία ξεκίνησε τη λειτουργία της τον Νοέμβριο του 1942 ως μία από τις 22 πρώτες ξενόγλωσσες υπηρεσίες της Φωνής της Αμερικής, παρέχοντας ζωτικές πληροφορίες για τον συμμαχικό αγώνα στον ελληνικό λαό που βρισκόταν υπό ναζιστική κατοχή. Σημαντικές στιγμές της ιστορίας της ήταν η συνέντευξη του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου τον Ιούνιο του 1970, η αποκατάσταση της Δημοκρατίας στην Ελλάδα και η κάλυψη της εισόδου της Ελλάδας και της Κύπρου στην Ε.Ε.

Διακρίσεις

Μεταξύ των διακρίσεων που έχει λάβει είναι το Δημοσθένιο Βραβείο της ΑΧΕΠΑ, σε αναγνώριση, μεταξύ άλλων, «της χρησιμότητάς της ως γέφυρας μεταξύ της ελληνοαμερικανικής κοινότητας και των λαών της Ελλάδας και της Κύπρου». To 1991, της απενεμήθη, μαζί με την Τουρκική Υπηρεσία, το βραβείο Ειρήνης και Φιλίας Ipekci, «για την πολύπλευρη και ειλικρινή τους συνεργασία για την προσέγγιση Ελλάδας και Τουρκίας σε διεθνές επίπεδο».
 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ