ΤΑΣΟΣ ΓΙΑΝΝΙΤΣΗΣ*

Φόρος πετρελαίου και λαθρεμπόριο

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η εξίσωση, το 2011, του φόρου πετρελαίου θέρμανσης και κίνησης ανέδειξε ένα κοινωνικό και πολιτικό δίλημμα: Χαμηλότερο κόστος θέρμανσης και υψηλά κέρδη του λαθρεμπορίου ή το αντίστροφο. Η δεύτερη επιλογή, που άλλαξε τις ισορροπίες, αντιμετωπίστηκε με πολύ βαριά καρδιά. Κατ’ αρχάς από όσους είδαν μια βασική πηγή παράπλευρης χρηματοδότησής τους να πλήττεται, και, βέβαια, από τον κόσμο, που μέσα στη δίνη του 2011-12 βίωσε την εκτίναξη της τιμής ενός βασικού αγαθού.

Το επιχείρημα σήμερα όσων προτείνουν την επιστροφή στο παρελθόν είναι ότι το μέτρο «δεν απέδωσε». Το θέμα έχει τρεις πτυχές: κέρδη από λαθρεμπόριο σε μια φάση όπου η κοινωνία γονατίζει στους φόρους, το δημοσιονομικό αποτέλεσμα και το κοινωνικό κόστος.

Αν δει κανείς πιο προσεκτικά, και όχι επιλεκτικά, τις πραγματικές εξελίξεις (2011 με 2013/4, καθώς τα δεδομένα του 2010 έχουν προβλήματα), θα διαπιστώσει τα εξής:

Τα έσοδα από τον φόρο πετρελαίου θέρμανσης ήσαν το 2013 κατά 240 εκατ. ευρώ περίπου υψηλότερα από το 2011, ενώ θα ήσαν περίπου 25 εκατ. ευρώ χαμηλότερα αν οι φόροι είχαν μείνει αμετάβλητοι.

Τα φορολογικά έσοδα από το πετρέλαιο κίνησης ήσαν το 2013 κατά 260 εκατ. ευρώ περίπου χαμηλότερα από ό,τι το 2011, καθώς μειώθηκε ο φόρος πετρελαίου κίνησης, προκειμένου η εξίσωση των δύο φόρων να γίνει σε χαμηλότερο επίπεδο. Συνεπώς, για το Δημόσιο, τα έσοδα από τους δύο φόρους ήσαν σχεδόν σταθερά το 2011-13.

Η ζήτηση πετρελαίου κίνησης (2013 με 2011) εμφανίζεται σχεδόν ίδια, παρ’ όλο ότι λόγω μείωσης εισοδημάτων και ύφεσης μειώθηκε σημαντικά η κυκλοφορία αυτοκινήτων και οι μεταφορές - η ζήτηση βενζίνης μειώθηκε, αντίστοιχα, 20%. Στην πραγματικότητα, συρρικνώθηκε και η ζήτηση πετρελαίου κίνησης, απλώς αυτό δεν φαίνεται γιατί η εξίσωση του φόρου έκανε περιττή ή και ζημιογόνα την αγορά φθηνού πετρελαίου θέρμανσης και τη μετατροπή του σε ακριβό πετρέλαιο κίνησης και οδήγησε στην απευθείας αγορά πετρελαίου κίνησης.

Με το προηγούμενο φορολογικό καθεστώς και την υπόθεση ότι η ζήτηση πετρελαίου κίνησης και θέρμανσης θα είχαν, φυσιολογικά, επίσης μειωθεί κατά 20%, τα ετήσια έσοδα του Δημοσίου το 2013 θα ήσαν περίπου 275 εκατ. ευρώ χαμηλότερα. Αυτό είναι και το δημοσιονομικό όφελος και η λαθρεμπορική ζημιά από το μέτρο, και δείχνει ότι, τελικά, γύρω στο μισό με 2/3 του λαθρεμπορίου συρρικνώθηκε. Αυτό είναι επιπλέον και το ευρύτερο κοινωνικό όφελος. Σε καλύτερες εποχές, τα μεγέθη αυτά θα είναι σημαντικά αυξημένα. Αν γινόταν και λίγη δουλειά και στο λαθρεμπόριο ναυτιλιακού πετρελαίου, η εικόνα θα ήταν ακόμα καλύτερη.

Τα δεδομένα αυτά (και πολλές άλλες λεπτομέρειες) δείχνουν ότι το μέτρο πέτυχε αρκετά τους δύο στόχους της συρρίκνωσης του λαθρεμπορίου και τον δημοσιονομικό. Παραμένει ένα τεράστιο κοινωνικό κόστος: η υψηλή τιμή του πετρελαίου θέρμανσης.

Ο πολίτης θα αναλογιστεί, γιατί θα επιβαρυνόταν, αν μειωνόταν σήμερα ο φόρος του πετρελαίου θέρμανσης. Θα επιβαρυνόταν. Το παραπάνω δημοσιονομικό όφελος είναι ταυτόχρονα και κοινωνικό όφελος. Διαφορετικά, θα είχε κάνει αναγκαία είτε μια πρόσθετη επιβάρυνση μέσα από άλλους φόρους, που βέβαια δεν θα φαινόταν ότι συνδέονται με το πετρέλαιο θέρμανσης, είτε πρόσθετες μειώσεις δαπανών (συντάξεις, μισθοί, υγεία, επενδύσεις κ.ά.). Συνεπώς, όσοι σήμερα προτείνουν τη μείωση του φόρου στο πετρέλαιο θέρμανσης οφείλουν να γνωρίζουν ότι προτείνουν όχι ένα «δώρο» προς τον κόσμο, αλλά προς το λαθρεμπόριο. Το κόστος της επανάκαμψης του λαθρεμπορίου θα αυξήσει την επιβάρυνση των ίδιων των πολιτών, όπως αφανώς τους επιβάρυνε και στο παρελθόν. Σήμερα, μια τέτοια παλινδρόμηση θα εμπεδωνόταν για πολλά χρόνια. Ετσι, π.χ. για δεκαπέντε χρόνια η συνολική κοινωνική επιβάρυνση θα έφτανε τα έξι περίπου δισεκατομμύρια ευρώ. Εκεί που είμαστε, δεν είναι ντροπή να πούμε ότι έτσι θέλουμε ως χώρα. Αν το λαθρεμπόριο πετρελαίου αντιμετωπιζόταν με ουσιαστικό τρόπο από το κράτος, η τιμή του πετρελαίου θα μπορούσε και θα έπρεπε να μειωθεί. Τον Οκτώβριο του 2010, η διοίκηση των ΕΛΠΕ -για πολλοστή φορά- είχε παρέμβει δημόσια, κατέδειξε την έκταση του λαθρεμπορίου (απώλειες για το Δημόσιο της τάξης των 500 εκατ. ευρώ τον χρόνο, με πολύ μεγαλύτερη τότε κατανάλωση) και είχε επεξεργαστεί έναν ολόκληρο κατάλογο μέτρων, που η παράλληλη εφαρμογή τους θα είχε περιορίσει το πρόβλημα. Δεν υλοποιήθηκε τίποτα από αυτά.

Τελικά, το ότι οι τιμές βρίσκονται τόσο ψηλά δεν οφείλεται στο μέτρο. Ο φόρος έγινε αναγκαίος λόγω της απόλυτης έλλειψης πολιτικής βούλησης να ληφθούν μέτρα που θα έφερναν αντιμέτωπο το κράτος με το ίδιο το λαθρεμπόριο. Αυτό η πολιτική δεν το επιθυμεί και έτσι δεν το κάνει. Ολα θα μπορούσαν να είναι αλλιώς και η χώρα να πάρει επάνω της, αν γινόταν το ιστορικό βήμα: η σύγκρουση του κράτους και του πολιτικού συστήματος με το λαθρεμπόριο κάθε είδους, το trafficking, τα ναρκωτικά, τα πλαστά τιμολόγια, τη φοροδιαφυγή και την εισφοροδιαφυγή και τα πραγματικά κοινωνικά προβλήματα. Τότε, και η τιμή του πετρελαίου θα ήταν κοινωνικά αποδεκτή, η φορολογική επιβάρυνση θα μειωνόταν, οι συντάξεις δεν θα περικόπτονταν έτσι, τα επιδόματα απορίας ή κοινωνικής στήριξης θα μετρούσαν, η παιδική φτώχεια θα ήταν μικρότερη. Το κοινωνικό πρόβλημα είναι δημιούργημα ενδογενών πολιτικών αποφάσεων και όχι εξωγενών δυνάμεων.

* Ο κ. Τάσος Γιαννίτσης είναι πρώην υπουργός.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ