ΒΙΒΛΙΟ

Η ένοχη απόλαυση της αφήγησης του ανθρώπινου δράματος

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΖΑΧΑΡΙΑΔΟΥ

Ο Γερμανός Φέρντιναντ φον Σίραχ, ως δικηγόρος υπεράσπισης στα γερμανικά δικαστήρια, έρχεται σε επαφή με ανθρώπους που είδαν την «κρούστα πάγου», όπως λέει στην εισαγωγή του βιβλίου του, «πάνω στην οποία χορεύουμε» να σπάει.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

FERDINAND VON SCHIRACH
Εγκλημα
μετ.: Γιώργος Δεπάστας
εκδ. Νεφέλη, 2014, σελ. 238

Ο κόσμος μας είναι φτιαγμένος από ιστορίες, αλλά οι ιστορίες υπάρχουν μόνο από τη στιγμή που θα βρεθεί κάποιος να τις διηγηθεί. Και πρέπει να τις διηγούμαστε καλά. Ευτυχώς, ο Γερμανός Φέρντιναντ φον Σίραχ, ο συγγραφέας του «Εγκλήματος», είναι ιδιαίτερα άξιος αφηγητής. Ασφαλώς, βρίσκεται σε προνομιακή θέση, αφού, ως δικηγόρος υπεράσπισης στα γερμανικά δικαστήρια, ο Σίραχ έρχεται εξ ορισμού σε επαφή με ανθρώπους που κάποια στιγμή είδαν την «κρούστα πάγου», όπως λέει στην εισαγωγή του βιβλίου του, «πάνω στην οποία χορεύουμε» να σπάει· ανθρώπους που βρέθηκαν σε ακραίες συνθήκες και πέρασαν στον αχανή εκείνο χώρο της παραβίασης του «σωστού». Και εγκλημάτησαν.

Ο συγκεκριμένος συγγραφέας εργάζεται μέσα σ’ ένα κανονικό ορυχείο δυνάμει ιστοριών.

Αλλά, βέβαια, υπάρχει μεγάλη απόσταση ανάμεσα σε μια δυνάμει ιστορία και σε μια ιστορία. Τέτοια πράγματα συμβαίνουν κάθε μέρα και απλώς παραμένουν καταγεγραμμένα σε φακέλους δικογραφιών, χωρίς να μεταμορφώνονται σε λογοτεχνική αφήγηση. Ιδιοφυώς, ο συγγραφέας κλείνει το βιβλίο του, σε μια ακρούλα στην τελευταία σελίδα, με τη φράση-τίτλο του έργου του Μαγκρίτ: «Ceci n’ est pas une pomme». Αυτό δεν είναι μήλο. Είναι η απεικόνιση ενός μήλου, κάτι εντελώς διαφορετικό από το ίδιο το αντικείμενο. Και εδώ ακριβώς έγκειται η ιδιαιτερότητα αυτού του βιβλίου: ο Σίραχ έχει επιλέξει έντεκα ιστορίες εγκλημάτων, όπου η έννοια της ενοχής παρουσιάζει μια υπέροχη (για μας τους αναγνώστες) όψη σχετικότητας. Οι ήρωες-πελάτες του προέρχονται από κάθε λογής περιβάλλον: αξιοσέβαστοι Γερμανοί αστοί, λούμπεν μετανάστες, άνθρωποι που τα είχαν όλα ή που δεν είχαν στον ήλιο μοίρα. Σε όλους μπορεί να συμβεί.

Ο συγγραφέας, με ένα ύφος κοφτό, που δεν συνηθίζουμε να συναντάμε στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία, αναψηλαφεί τις μικρές ή μεγάλες εκείνες κινήσεις που έκαναν την κρούστα του πάγου να σπάσει. Την ιστορία πίσω από την ιστορία. Τις επιλογές πίσω από την επιλογή. Και κάθε φορά, σε καθένα από τα μικρά του διηγήματα, θέτει σιωπηρά το ίδιο ερώτημα: είναι ενοχή αυτό;

Το βιβλίο είναι εξαιρετικά καλογραμμένο (αν και η παρούσα έκδοση θα σήκωνε ένα ξανακοίταγμα). Διαβάζοντας, πιάνει κανείς τον εαυτό του τυλιγμένο σε μια αίσθηση ένοχης απόλαυσης. Γιατί οι ιστορίες είναι αληθινές και όλες τους πάρα πολύ σκληρές, και σκέφτεσαι πως κανονικά ίσως θα έπρεπε να νιώθεις κάπως πιο συγκλονισμένος. Αλλά πρόθεση του συγγραφέα δεν είναι ο εντυπωσιασμός, ούτε να γαργαλήσει τον αποτροπιασμό του αναγνώστη, γι’ αυτό και η φυσικότητα στην αφήγησή του, ο σχεδόν χαλαρός ή και φλεγματικός ενίοτε τρόπος με τον οποίο αναφέρεται σε ανοιγμένα κεφάλια και τεμαχισμένα πτώματα, αντιπαρέρχεται ως δευτερεύοντα εκείνα τα στοιχεία και τις λεπτομέρειες που κάποιος άλλος θα σκότωνε (ούτως ειπείν) να έχει στην ιστορία του.

Ο αναγνώστης, λοιπόν, απολαμβάνει το δράμα και τον θάνατο και την ακραία βία όχι καθεαυτά, αλλά ως μια αποκαλυπτική ανατομία του βίου, της πολυπλοκότητας της ζωής. Αυτό, δηλαδή, που επιτελεί η λογοτεχνία.

Πού είναι το αγκάθι;

«Πήρε το άγαλμα και το εξέτασε. Δεν μπόρεσε να βρει το αγκάθι στο πόδι. Ο Φελντμάγιερ εκνευρίστηκε, ένα αίσθημα που από χρόνια πια δεν το γνώριζε. Οσο περισσότερο το παρατηρούσε τόσο πιο αβέβαιο του φαινόταν αν το γυμνό αγόρι είχε καταφέρει να πιάσει το αγκάθι. Εκείνη τη νύχτα ο Φελντμάγιερ κοιμήθηκε άσχημα. Το επόμενο πρωί παρέλειψε τη βόλτα στο πάρκο και έχυσε τον καφέ του. Εφτασε πολύ νωρίς στο μουσείο και αναγκάστηκε να περιμένει μισή ώρα ώσπου να ανοίξει η είσοδος του προσωπικού. Στην τσέπη του είχε ένα φακό. Ετρεξε σχεδόν στην αίθουσά του, εξέτασε με τον φακό το γλυπτό χιλιοστό προς χιλιοστό. Δεν βρήκε κανένα αγκάθι, ούτε ανάμεσα στον αντίχειρα και τον δείκτη του αγοριού, ούτε στο πόδι του. Ο Φελντμάγιερ σκέφτηκε μήπως το αγόρι είχε αφήσει το αγκάθι να του πέσει. Σύρθηκε γονατιστός γύρω από το άγαλμα και έψαξε το πάτωμα. Υστερα ανακατεύτηκε και έκανε εμετό στην τουαλέτα».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ