Στέφανος Κασιμάτης ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ

Δεν θα γίνει Μαυρογιαλούρος

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ο παππούς του Αλεξ Σάλμοντ (δεξιά σε πρώτο πλάνο) του είχε δώσει μία συμβουλή, όπως ο ίδιος αποκάλυψε κάποτε σε μια συνέντευξή του: «Αν λες ριζοσπαστικά πράγματα, φρόντιζε τουλάχιστον να τα λες φορώντας κοστούμι και γραβάτα». Συμβουλή χρήσιμη για κάθε πολιτικό. Γι’ αυτό, όπως παρατήρησε ο φίλος Τ. Κ., και ο δικός μας ο Αβραμόπουλος φροντίζει να είναι πάντα κουστουμαρισμένος. (Μπάι δε γουαίη, που θα έλεγε και ο Κίμος, υπέροχη γραβάτα ο Σάλμοντ!)

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΦAΛHPEYΣ

Ο Αdρέας ο Loveρδος –το έχω πει και θα το επαναλάβω– είναι βασικά ένας γοητευτικός άνδρας, φανατικός ολυμπιακάκιας και φίλος του λαού γενικώς. Το ατυχές, ωστόσο, είναι ότι τυγχάνει και υπουργός Παιδείας. Η αναστάτωση που έχει προκαλέσει στον χώρο της ανωτάτης εκπαίδευσης, εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο χειρίσθηκε το ευαίσθητο θέμα των μετεγγραφών, τεκμηριώνει τον χαρακτηρισμό της υπουργίας του ως ατυχήματος. Να πάρουμε όμως την υπόθεση από την αρχή.

Το σύστημα των μετεγγραφών επανήλθε με νόμο που πέρασε από τη Βουλή ο προκάτοχός του στο υπουργείο Παιδείας, κατόπιν δικαστικής αποφάσεως, που έκρινε αντισυνταγματικές τις ρυθμίσεις για μια κατηγορία πολιτών (τρίτεκνοι, πολύτεκνοι, παιδιά μονογονεϊκών οικογενειών κ.λπ.), το σύνολο των οποίων αριθμεί τους 13.000 εισακτέους. Ομως ο Lοveρδος όφειλε (του το υπαγόρευε η φιλολαϊκή συνείδησή του...) να πλειοδοτήσει. Ετσι, με τροπολογία που εισήγαγε, θέσπισε το δικαίωμα της μετεγγραφής και για ένα επιπλέον ποσοστό 10% επί των 70.000 εισακτέων, με βάση οικονομικά κριτήρια (ετήσιο οικογενειακό εισόδημα 27.000 και κάτω), οπότε το σύνολο των δικαιούχων εκτοξεύθηκε στις 20.000.

Πώς θα αντιμετωπίσουν οι σχολές την πλημμυρίδα των μετεγγραφών που πρόκειται να τις πλήξει; Αυτό ποσώς απασχόλησε τον φίλο του λαού, διότι, εκτός από τα οικονομικά της Παιδείας, προφανώς δεν τον ενδιαφέρουν ούτε τα οργανωτικά της Παιδείας. Ομως το πρόβλημα του συνωστισμού θα είναι ζωτικής σημασίας ιδίως σε σχολές των θετικών επιστημών, όπου η διδασκαλία περιλαμβάνει και εργαστήρια. Πού θα χωρέσουν όλοι; Ο υπουργός δεν ξέρει. Βασίζεται όμως στην ικανότητά του να αυτοσχεδιάζει στα κουτουρού. Τις προάλλες, λ.χ., έλεγε σε συνομιλητές του ότι εξετάζει την εξής λύση για το πρόβλημα του συνωστισμού: να προηγούνται στα εργαστήρια όσοι πέρασαν στη σχολή αξιοκρατικά, βάσει της βαθμολογίας τους, και να έπονται οι προερχόμενοι εκ μετεγγραφής! (Στο σημείο αυτό, μένεις για λίγο άναυδος και, ύστερα, αναρωτιέσαι αν έχει και άλλο ξεφτέρι η μητέρα του σαν αυτόν...)

Αν ασχολούμαστε τώρα με τον απίθανο Lοveρδο και την αναστάτωση που προκάλεσε στα ΑΕΙ, είναι επειδή ο χειρισμός του συγκεκριμένου θέματος εκ μέρους του μας επιτρέπει να δούμε την πιο επιπόλαια εκδοχή του λαϊκισμού. Ο Lοveρδος πρώτα έκανε και μετά κάθισε να σκεφθεί τι έκανε. Πρώτα νομοθέτησε για να καταδείξει στο πανελλήνιο πόσο καλός άνθρωπος είναι και ύστερα άρχισε να σκέπτεται ποια μορφή θα έχει στην πράξη η καλοσύνη του. Ετσι, όμως, έπεσε στην παγίδα που έστησε ο ίδιος στον εαυτό του. Διότι το αποτέλεσμα της επιπολαιότητάς του ήταν ότι, προκειμένου να ικανοποιήσει τους λίγους που ευνοήθηκαν από την καλοσύνη του, δυσαρέστησε τους πολλούς που θα πληρώσουν το κόστος της. Απέδειξε τουλάχιστον ότι είναι γνήσιος αριστερός, με την έννοια ότι προέταξε τον βολονταρισμό του έναντι της πραγματικότητας. Ο Lοveρδος πρώτα νομοθετεί το απραγματοποίητο και έπειτα λέει για να δούμε τώρα πώς θα το κάνουμε πραγματικότητα. Ο άνθρωπος είναι εντελώς ΣΥΡΙΖΑ, με άλλα λόγια και, συνεπώς, είναι εντελώς ΠΑΣΟΚ.

Να του αναγνωρίσουμε, πάντως, μια σπάνια στιγμή αυτοκριτικής. Δήλωσε προχθές: «Εγώ δεν θα γίνω Μαυρογιαλούρος». Γενναία παραδοχή εκ μέρους του και του αξίζουν συγχαρητήρια, έστω και αν δεν κατάλαβε πλήρως τι είπε. Ναι, ποτέ δεν θα γίνει Μαυρογιαλούρος. Διότι ο φερώνυμος χαρακτήρας της υπέροχης ταινίας του Αλέκου Σακελλάριου, στο τέλος του έργου καταλαβαίνει τι έχει κάνει και μετανιώνει. Αν θυμάστε, στην τελευταία σκηνή της ταινίας, ο Κωνσταντάρας, που παίζει τον Μαυρογιαλούρο, αφού πρώτα συνετίζει τη βλαμμένη θυγατέρα του και την τρελοκαμπέρω γυναίκα του, αμέσως μετά κλείνει πίσω του τα παραθυρόφυλλα. Η ντροπή που νιώθει, δηλαδή, τον κάνει να αποσυρθεί από τον κόσμο. Ντροπές, τύψεις και λοιπές περιττές (και αστικές) πολυτέλειες ο Lοveρδος δε νομίζω να έχει. Είναι σοσιαλιστής και φίλος του λαού...
Ιστορίες του πιοτού.

Οι θαυμάστριές του (όσες δηλαδή έχουν απομείνει...) θα το εκτιμήσουν. Ο Ζεράρ Ντεπαρντιέ αποκάλυψε το μυστικό του. Σε συνέντευξη που έδωσε σε κινηματογραφικό περιοδικό περιέγραψε τη σχέση του με το ποτό. Κρατηθείτε: «ξεκινώ στο σπίτι με σαμπάνια ή κόκκινο κρασί πριν από τις 10 π.μ. Επειτα λίγη ακόμη σαμπάνια και μετά παστίς – ίσως μισό μπουκάλι. Μετά είναι το γεύμα, με δύο μπουκάλια κρασί. Το απόγευμα σαμπάνια, μπίρα και περισσότερο παστίς, για να τελειώσω το μπουκάλι. Αργότερα βότκα και ουίσκι». Αποκάλυψε, δε, ότι το ρεκόρ του είναι τα δεκατέσσερα μπουκάλια κρασί σε μία ημέρα! (Πώς να μην έχει γίνει λοιπόν τόφαλος;) Τέλος, έδωσε τη συνταγή του για την αντιμετώπιση της μέθης: «Δεκάλεπτο υπνάκι και μετά ένα ποτήρι ροζέ».

Για την ιστορία, να παραθέσω και την αφήγηση του Αλόνσο Φιλντς (μπάτλερ στον Λευκό Οίκο την περίοδο 1931-1952) σχετικά με τον Τσώρτσιλ και το ποτό. Στο βιβλίο που έγραψε μετά τη συνταξιοδότησή του, ο Φιλντς γράφει ότι την πρώτη μέρα που ξύπνησε ως φιλοξενούμενος του Ρούζβελτ στον Λευκό Οίκο, ο Τσώρτσιλ τον κάλεσε στο δωμάτιό του και του είπε: «Λοιπόν, Φιλντς, ήταν υπέροχο το δείπνο χθες το βράδυ, αλλά έχω να σου παραγγείλω μερικά πράγματα. Θέλουμε να χωρίσουμε σαν φίλοι, όταν θα φύγω από εδώ, σωστά; Πρέπει να έχω ένα τάμπλερ (σ.σ.: το ποτήρι του ουίσκι) με σέρι στο δωμάτιό μου πριν από το μπρέκφαστ, δύο ποτήρια σκοτς με σόδα πριν από το γεύμα, γαλλική σαμπάνια και μπράντι 90 ετών πριν πέσω για ύπνο». Φυσικά, το κρασί με τα γεύματα το θεωρούσε δεδομένο, οπότε ως αυτονόητο παρέλειψε να το αναφέρει...

Τα γυρίσματα της ζωής

Από τον Δήμο Αθηναίων ανακοινώθηκε ότι ο Αρης Σπηλιωτόπουλος (τον θυμάστε;) αναλαμβάνει... «εντεταλμένος σύμβουλος του Δήμου για θέματα Τουριστικής Προβολής της Αθήνας»! Ομολογώ ότι, παρά τη δεδηλωμένη εκτίμησή μου για τον Γιώργο Καμίνη, δεν τον είχα ικανό για τόσο σκληρά αστεία. (Υποκλίνομαι, δήμαρχε...) Οτι ο Σπηλιωτόπουλος αποδέχθηκε τον διορισμό ας μην το σχολιάσω. Απλώς, ανατριχιάζω σκεπτόμενος τα γυρίσματα της ζωής και τις δυσάρεστες εκπλήξεις που επιφυλάσσει στον καθένα μας...

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ