ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ

Λεωνίδας Καβάκος: παγκόσμιος έλληνας

ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΣΙΡΟΣ

Ο Λεωνίδας, ετών 5, βρίσκει ένα βιολί κάτω απ’ το χριστουγεννιάτικο δέντρο, στο σαλόνι του μικρού διαμερίσματος στο Μεταξουργείο. Το περιεργάζεται σαν παιχνίδι, πιάνει το δοξάρι, μιμείται τις κινήσεις του πατέρα του - πόσο δύσκολο μπορεί να είναι για έναν γιο βιολιστή και πιανίστριας, με τη μουσική στο αίμα του; Τρομακτικά. «Βασανιστήριο η εκμάθηση εγχόρδου για ένα παιδί», θα έχει να θυμάται. «Τουλάχιστον με το πιάνο ή το πνευστό μπορείς απ’ την αρχή να βγάλεις κάποιον ήχο».

Και όμως, εκείνη τη στιγμή γεννιόταν ο τρίτος βιολιστής της οικογένειας Καβάκου. Οπου πρώτος βεβαίως ήταν ο παππούς, που είχε συγκρότημα δημοτικών και αγάπη στα ηπειρώτικα και δεύτερος ο πατέρας Κωνσταντίνος, τον οποίο όσοι είχαν ακούσει ακόμη θυμούνται πόσο σπουδαίος ήταν και πως, αν η εποχή και οι ανάγκες το επέτρεπαν και είχε τις «άκρες», θα έκανε λαμπρή διεθνή σταδιοδρομία. Επίσης, όπως εκ των υστέρων αποδείχθηκε, εκείνη τη χριστουγεννιάτικη στιγμή φυτευόταν ο σπόρος ώστε να ανθίσει ο σημαντικότερος σύγχρονος Ελληνας σολίστ και μνημειώδη έργα για βιολί, των Σιμπέλιους, Μπραμς, Μπετόβεν, Μότσαρτ, Σούμαν και άλλων γιγάντων, να βρουν έναν ερμηνευτή αντάξιό τους. «Πώς γίνεται ένας βιολιστής να βγάζει ήχο τόσο αψεγάδιαστο, με τέλεια άρθρωση και μουσικότητα, και την ίδια στιγμή να διατηρεί μια ακατέργαστη ανθρώπινη ποιότητα στο παίξιμό του;» αναρωτιόταν, πολλά χρόνια μετά, ένας από τους ξένους κριτικούς που υποκλίθηκαν στον Λεωνίδα Καβάκο.

Το πρόσφατο παγκόσμιο βραβείο του Καλλιτέχνη της Χρονιάς που κατέκτησε με την ψήφο των αναγνωστών του περιοδικού «Gramophon» («είναι ιδιαίτερη η χαρά όταν σε τιμά το κοινό», παραδέχεται, στην παρατήρησή μου ότι ουδέποτε έδινε υπερβολική σημασία στις βραβεύσεις) ήρθε να προστεθεί σε μια συλλογή διακρίσεων που ξεκίνησε από τα 18 του χρόνια, επιβεβαιώνοντας τη σταθερή του εξέλιξη. «Τι το μοναδικό έχει ο Καβάκος;» ρωτώ τον διευθυντή του «Gramophon» Τζέιμς Τζόλι. «Πιστεύω ότι χειρίστηκε την καριέρα του εξαιρετικά, ωριμάζοντας αργά. Ως νέος, σε άφηνε με το στόμα ανοικτό με τη βιρτουοζιτέ του και σήμερα μας προσφέρει ερμηνείες με αληθινό ανάστημα και κύρος. Οι εκτελέσεις του ποτέ δεν μοιάζουν υπερβολικά προβαρισμένες, πάντα βγάζουν έναν εξαιρετικά ελκυστικό αυθορμητισμό. Ο Καβάκος είναι στοχαστής μουσικός: εξερευνά τη μουσική από “μέσα”, κατανοεί το περιεχόμενο και την ιστορική της διάσταση και μετά τη ζωντανεύει στη σημερινή εποχή».

Ο αυθορμητισμός αυτός, μαζί και η ρυθμική ζωτικότητα που διακρίνει το πιο έμπειρο αυτί στο παίξιμό του, πηγάζει απ’ την κληρονομική αγάπη για τη δημοτική μουσική, που έχει τη ζωή, με τις χαρές και τις λύπες της, στο επίκεντρο. «Αυτό το χρειαζόμαστε περισσότερο από ποτέ», έχει πει. «Γιατί ο κόσμος μας αντιμετωπίζει τους ανθρώπους όλο και πιο πολύ σαν αριθμούς, σαν οικονομικά μεγέθη, που υπηρετούν ή όχι οικονομικές λειτουργίες. Απομακρυνόμαστε από το σεβασμό στην ανθρώπινη ζωή, που είναι το ύψιστο δώρο. Η δημοτική μουσική ποτέ δεν το ξεχνά, γιατί προέρχεται από αυτό. Είναι η ζωή, διυλισμένη μέσα από τη μουσική».

Τα άλλα έχουν να κάνουν με πάθος, μελέτη, απόλυτο δόσιμο. Ο Καβάκος νιώθει δέος και μόνο στην ιδέα ότι μια λευκή κόλλα χαρτί (σιωπή) μπορεί να γίνει παρτιτούρα (μουσική). Ποτέ δεν καταλάβαινε όσους μαθαίνουν μουσική για να κάνουν γρήγορα καριέρα - έχει δηλώσει πως θα ήταν τρισευτυχισμένος αν έβγαζε χρήματα απλώς και μόνο μελετώντας. Οκτώ, δέκα, δώδεκα ώρες, ποτέ δεν είχε σημασία - «κι όταν δεν παίζω, είμαι μέσα στους ήχους». Η αφοσίωσή του είναι μοναστική. «Επαιρνα επί εννέα χρόνια το αεροπλάνο κάθε Σάββατο πεντέμισι το πρωί για Βουδαπέστη και επέστρεφα 11 το βράδυ της Κυριακής, για να κάνω δύο δωδεκάωρα μαθήματα πιάνου μ’ έναν δάσκαλο (σ.σ. τον Φέρεντζ Ράντος) επειδή πίστευα στις μουσικές του γνώσεις», έλεγε στις «Συναντήσεις» του «Κ» με αφορμή τη φετινή υποψηφιότητά του για Γκράμι. Υπολογίζει κάθε λεπτό που τον κρατάει μακριά από τη μελέτη. «Προπονείται» με ένταση πρωταθλητή - και πολλαπλάσια διάρκεια, γιατί, όπως μου λέει, «ο αθλητής το κάνει αυτό για 10-15 χρόνια το πολύ, ο μουσικός για 40 ή και 50». Εξ ου και ο ιδιαίτερος ορισμός που έχει δώσει στην έννοια του ταλέντου. «Το ταλέντο δεν το αποκτάς. Το καλλιεργείς (...). Είναι ευθύνη και χάρισμα, με το οποίο μπορείς να κερδίσεις χρόνο. Κάτι που άλλος χρειάζεται 10 χρόνια να το μάθει εσύ χρειάζεσαι τα μισά».
Πίσω στο πατρικό διαμέρισμα. Με τον πατέρα Κωνσταντίνο σε ρόλο τελειομανούς, αυστηρού δασκάλου και τον Λεωνίδα να δυσανασχετεί, να κλείνεται στο δωμάτιό του απειλώντας ότι θα τα παρατήσει, να μοιράζεται ανάμεσα στις παρέες, τον Παναθηναϊκό, τις βόλτες, τα μαθήματα, να ακούει τα ποπ της εποχής («αλλά τα ξεπέρασα»), να φλερτάρει με την ιδέα να γίνει μπασκετμπολίστας (έχει και το μπόι, βλέπεις). Σήμερα, στα 47, τα θυμάται και χαμογελά. Τα έζησε και ως πατέρας, όταν η μεγάλη κόρη του παρέλαβε ένα οικογενειακό βιολί, το γρατζούνισε και το πέταξε επειδή «δεν ακούγεται σαν του παππού». «Ετσι πρέπει να ήμουν κι εγώ στην αρχή. Το παράτησα τρεις φορές». Ευτυχώς ο πατέρας του κατάλαβε ότι έπρεπε να δώσει τη σκυτάλη σε άλλους δασκάλους. Η φοίτηση του Λεωνίδα στο Ελληνικό Ωδείο με τον Στέλιο Καφαντάρη, «που έπαιρνε χρήματα μόνο από τους ατάλαντους μαθητές και θεωρούσε ιερό καθήκον του να μεταλαμπαδεύσει τη γνώση του», ήταν μια αποκάλυψη. «Για εκείνον, το να μαθαίνεις μουσική ήταν το ίδιο με το να μαθαίνεις να είσαι άνθρωπος. Ο πατέρας μου μου έδωσε τη δύναμη της θέλησης, αλλά εκείνος μου έδωσε χώρο να αναπνεύσω. Με έμαθε ότι η μουσική είναι αφοσίωση, ακρίβεια, αλλά επίσης να ξέρεις πώς και πότε να είσαι ελεύθερος». Ετερο κομβικό γεγονός, χρόνια μετά, ήταν η μαθητεία στο Πανεπιστήμιο της Ιντιάνα υπό τον θρυλικό Τζόζεφ Γκίνγκολντ - «το πιο πολύτιμο πράγμα που πήρα από αυτόν ήταν το απόλυτο πάθος και η αγάπη του για το βιολί και τη μουσική, ακόμη και σε προχωρημένη ηλικία».

Για τον Καβάκο η μουσική είναι το τι κάνεις, το πώς αγγίζεις έναν άλλο άνθρωπο, το πώς ζεις. Δεν είναι διασκέδαση ούτε ένα όμορφο κομμάτι της ζωής, ΕΙΝΑΙ η ζωή. Προ ετών, σε συναυλίες του στο Μέγαρο, είχε επιλέξει έργα που κατέληγαν όχι σε θριαμβευτικό κρεσέντο, αλλά στην απόλυτη σιωπή. Και έκανε το πείραμα να ζητήσει απ’ το κοινό να μη χειροκροτήσει. «Ηθελα να βοηθήσω τον κόσμο να νιώσει τη διάσταση της δημιουργίας όταν αυτή προέρχεται από τη σιωπή», μου λέει. «Οι αίθουσες συναυλιών είναι από τους τελευταίους χώρους όπου οι άνθρωποι, ανεξαρτήτως θρησκείας, φυλής, κοινωνικής - οικονομικής τάξης, πολιτικών απόψεων, μπορούν να επικοινωνήσουν αλλά και να κοινωνήσουν με σιωπή - αυτή απ’ την οποία γεννιέται η μουσική και στην οποία καταλήγει. Η συναυλία λοιπόν είχε σκοπό να αναδείξει την ύψιστη επικοινωνία μέσω της σιωπής, σε μια εποχή θορύβου. Και ήταν συγκλονιστική. Φεύγαμε εμείς από τη σκηνή και ο κόσμος από την αίθουσα παίρνοντας τη μουσική μαζί του, χωρίς να ακουστεί τίποτα».

Ο κανόνας, βέβαια, στην περίπτωσή του είναι το εκκωφαντικό χειροκρότημα. Κοιτάζω με δέος το πρόγραμμά του μετά τη sold-out εμφάνιση στην Αθήνα με την Κινέζα πιανίστρια Γιούτζα Ουάνγκ, την ερχόμενη Τρίτη. Λονδίνο, Μαδρίτη, Βαρκελώνη, Στοκχόλμη, Βιέννη, Τορόντο, Μόντρεαλ, Ντένβερ, Νέα Υόρκη, Βοστώνη... Πάνω από 25 συναυλίες πριν φύγει ο χρόνος. «Πάντοτε ήθελα να είμαι όσο καλύτερος και πιο τίμιος γίνεται απέναντι στη μουσική, στο έργο που παίζω», έχει πει. Αλήθεια, πώς φαντάζεται το μέλλον του; «Μου αρέσουν τα μικρά και σταθερά βήματα. Η ζωή είναι σαν το σκάκι, μία κίνηση τη φορά, όχι δέκα συγχρόνως. Η πρόκληση είναι να βρεις ισορροπία ανάμεσα στη φυσική κατάσταση, που φθίνει με τα χρόνια, και την πνευματική ωριμότητα που αντίστοιχα κατακτάται. Αλλά με την τέχνη δεν κινδυνεύω. Ξέρω πού βρίσκομαι, τι μπορώ να κάνω και πώς, και όσο μου επιτρέπει η υγεία μου θα προσπαθώ να το κάνω». Οι μουσικές προκλήσεις δεν σταματούν - έχει την παράλληλη καριέρα ως διευθυντής ορχήστρας και, όπως μου λέει ο Τζέιμς Τζόλι, υπάρχουν «εκκρεμότητες» μεγάλων κονσέρτων για να συμπληρωθεί το -ήδη τεράστιο- ρεπερτόριο του απόλυτου σολίστ. «Θα ήταν υπέροχο να τον ακούσουμε σε Μπετόβεν και Τσαϊκόφσκι, όπως και σε ελαφρώς πιο περιφερειακά έργα, όπως του Σικανόφσκι και του Νίλσεν». Εχει και τις πατρικές ευθύνες απέναντι στις δύο θυγατέρες - αισίως 20 και 17 ετών, η μεγάλη στην Καλών Τεχνών, η δεύτερη έχει περάσει στην Αρχιτεκτονική και θέλει να ασχοληθεί με τη φωτογραφία.

Και υπάρχει, βεβαίως, η μέγιστη εκκρεμότητα, ο μόνιμος πόνος, που λέγεται Ελλάδα. Που στα αρχαία χρόνια, όπως συχνά αναφέρει, είχε τη μουσική στο επίκεντρο της εκπαίδευσης και δίδασκε τη λογική, το μέτρο και το ήθος, και σήμερα... φλερτάρει με το χάος. Σταχυολογώ δηλώσεις του: «Κάθε φορά λέω πιάσαμε πάτο, και όμως έχει πάντα παρακάτω... Οσο οι κυβερνώντες είναι αμόρφωτοι, δεν θα αλλάξουν τα πράγματα... Ο σύγχρονος Ελληνας είναι απολίτιστος... Είμαστε ελίτ στα λάθος και τα ασήμαντα... Η Ελλάδα είναι η ατμομηχανή της Ευρώπης στα αρνητικά, μια χώρα που δεν ξέρει ποια είναι και έχει εναποθέσει τη σωτηρία της στους ίδιους που την έφεραν σε αυτό το χάλι...». Και πάει λέγοντας. «Ετοιμοι» τίτλοι για τα ΜΜΕ, αλλά τι κρύβεται από πίσω; Τόση απαισιοδοξία; Μου εξηγεί ότι δεν κινείται με όρους αισιοδοξίας και απαισιοδοξίας. Υπάρχει η πανέμορφη πραγματικότητα που ζει, της τέχνης, στην οποία εύκολα θα μπορούσε να απομονωθεί. Αλλά δεν τον ενδιαφέρει κάτι τέτοιο - κανείς δεν μπορεί να μένει σε απόσταση, «είναι σημαντικό να τοποθετεί την προσωπική του συνείδηση και ύπαρξη στον κόσμο που ζει - και η εποχή μας δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί, συναισθηματικά ή συγκινησιακά, εποχή αισιοδοξίας. Με αφήνει άναυδο η υποκρισία τού να αντιμετωπίζουμε όσα συμβαίνουν -θρησκευτικές ακρότητες, οικονομικό πόλεμο, ασύλληπτο κανιβαλισμό, μηδενισμό της αξίας της ζωής- με έκπληξη. Εμείς τα έχουμε σπείρει και καλλιεργήσει επί χρόνια. Οταν σταματήσουμε να υποκρινόμαστε και αναλάβουμε το μερίδιο ευθυνών που μας αναλογεί, τότε θα υπάρξει προοπτική για ένα καλύτερο μέλλον».

Και ο ίδιος; Θα έβαζε όνομα, κύρος, καριέρα, ικανότητες, «πλάτες» σε μια θέση ευθύνης; «Δεν με ενδιαφέρει να κάνω συναισθηματικές προσπάθειες. Το να μπορέσει κανείς να ενταχθεί ή να δημιουργήσει μια προσπάθεια που θα αφορά ευρύτερο κοινωνικό σύνολο είναι τεράστια ευθύνη, χρειάζεται όραμα, πρακτική εφαρμογή, κατάλληλους συνεργάτες και εργάτες. Δεν έχω πειστεί αυτήν τη στιγμή, ούτε με έχει πλησιάσει κανείς, ούτε έχω νιώσει ότι υπάρχει η δυνατότητα να δημιουργηθεί κάτι το οποίο θα μπορούσε να γίνει σπουδαίο για να το ξεκινήσω. Εως τότε, η ευθύνη μου είναι απέναντι σ’ αυτό που κάνω, στους ανθρώπους που έρχονται στις συναυλίες. Πρέπει να είμαι συνεπής σ’ αυτό που έχουν συνηθίσει να λαμβάνουν από εμένα».

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ