ΚΟΣΜΟΣ

Λιβίσι, ο οικισμός-φάντασμα που σβήνει από τον χάρτη

ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΑΛΙΟΣ

Λιβίσι: εγκαταλείφθηκε το 1922 και ουδέποτε επανακατοικήθηκε. Κινδυνεύει, αν δεν ληφθούν μέτρα, να καταστραφεί.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Αυτό στο οποίο όλες οι πλευρές συμφωνούν είναι ότι το Λιβίσι δεν μπορεί να μείνει άλλο αφημένο στην τύχη του. Το ελληνικό χωριό-φάντασμα στα νότια παράλια της Μικράς Ασίας, που εγκαταλείφθηκε το 1922 και ουδέποτε επανακατοικήθηκε, κινδυνεύει αν δεν ληφθούν μέτρα να μετατραπεί σε λίγα χρόνια σε ένα σωρό από ερείπια. Το ζητούμενο βέβαια παραμένει ο χαρακτήρας της λύσης. Ετσι, μετά τους προσφυγικούς συλλόγους, οι Ελληνες αρχιτέκτονες έρχονται και αυτοί με τη σειρά τους να εκφράσουν επιφυλάξεις για τη σχεδιαζόμενη μετατροπή τμήματος του Λιβισίου σε τουριστική εγκατάσταση.

Ο παραδοσιακός χαρακτήρας

Το σχεδιαζόμενο εγχείρημα, που έγινε γνωστό και στην ελληνική κοινή γνώμη μέσα από το οδοιπορικό της «Κ» (21.9.2014), προκάλεσε σχεδόν ανακλαστικά την ανησυχία.

Την προηγούμενη εβδομάδα, το ελληνικό τμήμα του ICOMOS έστειλε επιστολή στο αντίστοιχο τουρκικό, εκφράζοντας κατ’ αρχήν τη συμπαράσταση των Ελλήνων αρχιτεκτόνων. «Το Καγιάκιοϊ (Λιβίσι) είναι χαρακτηρισμένο αρχαιολογικός χώρος και βρίσκεται σε μια προστατευόμενη περιβαλλοντικά περιοχή. Ως εκ τούτου, θεωρούμε ότι είναι ύψιστης σημασίας κάθε παρέμβαση να μην αλλοιώσει τον παραδοσιακό χαρακτήρα του χωριού», αναφέρουν. «Η τουριστική ανάπτυξη που σχεδιάζεται πρέπει να σεβαστεί τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά του οικισμού και την ιστορική του αξία». Και καταλήγουν: «Συμφωνούμε με την πρόταση των συναδέλφων μας από το Επιμελητήριο Αρχιτεκτόνων των Μούγλων για τη συμμετοχή τοπικών φορέων και κατοίκων στην εξέταση του master plan που θα υποβληθεί από τους ενδιαφερόμενους».

«Το ελληνικό ICOMOS παρακολουθεί την υπόθεση του Λιβισίου εδώ και αρκετά χρόνια», λέει στην «Κ» ο κ. Κώστας Κατσιγιάννης, μέλος του διοικητικού του συμβουλίου. «Εχω επισκεφθεί το Λιβίσι επτά φορές, την τελευταία φορά τον περασμένο Μάιο, και διαπιστώνω σημαντική φθορά σε σχέση λ.χ. με το πώς ήταν πριν από μια δεκαετία. Αν δεν γίνει τίποτα, το χωριό απλά θα καταστραφεί. Εμείς ως Ελληνες έχουμε μια άλλη σχέση με την περιοχή, όμως δεν έχουμε τον πρώτο λόγο. Γι’ αυτό πιστεύουμε στην ενεργό συμμετοχή της τοπικής κοινωνίας στο εγχείρημα. Προσωπικά έχω κάποιες επιφυλάξεις, καθώς στην περιοχή του Φέτιγιε (Μάκρη) έχει ήδη 45-50.000 κλίνες και δεν ξέρω πόσο βιώσιμη θα είναι μια τουριστική επένδυση σε ένα μέρος που δεν είναι παραθαλάσσιο».

Ελληνες και Τούρκοι

Ανάλογη άποψη έχει και ο κ. Νίκος Αγριαντώνης, αρχιτέκτονας και τέως πρόεδρος του ελληνικού ICOMOS. «Η καταστροφή αυξάνεται πλέον με γεωμετρική ταχύτητα. Στις προμελέτες που είχαμε κάνει με τους Τούρκους συναδέλφους στο παρελθόν προτείναμε να αναστηλωθούν τα πιο αξιόλογα κτίρια, λ.χ. οι μεγάλες εκκλησίες και τα σχολεία και ο υπόλοιπος οικισμός να υποστυλωθεί και να συντηρηθεί, ώστε να παραμείνει ως έχει στο διηνεκές. Πάντως δεν μπορώ να πεισθώ ότι η επένδυση αυτή θα είναι αποδοτική οικονομικά. Χρειάζεται πολλούς πόρους, καθώς το χωριό δεν έχει καμία υποδομή».

Αξίζει να σημειωθεί ότι, στις προμελέτες που είχαν γίνει στο παρελθόν και δεν ολοκληρώθηκαν, οι αρχιτέκτονες είχαν «βάλει στον χάρτη» με τη βοήθεια προσφύγων από το Λιβίσι μέχρι και κάποια από τα ονόματα των παλαιών ιδιοκτητών των σπιτιών, μια κίνηση πολύτιμη για τη διατήρηση της μνήμης.

Το ζήτημα της διαχείρισης παραδοσιακών οικισμών έχει απασχολήσει και την Πανελλήνια Ενωση Αρχιτεκτόνων (ΣΑΔΑΣ-ΠΕΑ).

«Συμφωνώ με τις απόψεις των Τούρκων συναδέλφων μου (σ.σ. όπως εκφράστηκαν στο ρεπορτάζ της “Κ”). Προφανώς και δεν τάσσομαι υπέρ της ανάπτυξης μέσω μιας ανεξέλεγκτης αξιοποίησης από ιδιώτες. Οταν όμως υπάρχουν διαφανείς διαδικασίες, σεβασμός στους θεσμούς και τους αρμόδιους φορείς καθώς και επιστήμονες των απαραίτητων ειδικοτήτων, αυτή είναι θεμιτή», λέει η πρόεδρος της Ενωσης, Μυρτώ Δεσποτίδου. «Είναι λοιπόν απαραίτητος ο προβληματισμός ως προς τον τρόπο διαχείρισης της αρχιτεκτονικής και πολιτιστικής κληρονομιάς μιας χώρας, σε συνδυασμό με την πολιτική διαμόρφωσης και παραγωγής του σύγχρονου αρχιτεκτονικού έργου. Ανάλογους προβληματισμούς εκφράζουμε και για τη χώρα μας».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ