Στάθης Ν. Καλύβας* ΣΤΑΘΗΣ Ν. ΚΑΛΥΒΑΣ*

Ποιους και τι διδάσκει η κρίση;

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

«Ο ​​​​πόλεμος», λέει μια σοφή ρήση, «είναι ο τρόπος που επέλεξε ο Θεός για να διδάξει στους Αμερικανούς γεωγραφία». Αντίστοιχα, μπορούμε να δούμε την κρίση ως τον τρόπο που διάλεξε ο Θεός για να μάθει στην Ελλάδα οικονομικά. Αν μάλιστα θυμηθούμε την περιγραφή της Ελλάδας από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή ως «ένα απέραντο φρενοκομείο», θα λέγαμε πως η κρίση αποτελεί επιπλέον και μία μέθοδο διδασκαλίας της λογικής.

Η εισαγωγή αυτή έχει βέβαια αφορμή της τη θνησιγενή απόπειρα της κυβέρνησης να απεμπλακεί από το Μνημόνιο παρά τις έντονες επιφυλάξεις όλων των παραγόντων: αγορών, δανειστών, εταίρων και ΔΝΤ. Επιχειρώντας μια κίνηση πολιτικού εντυπωσιασμού, η κυβέρνηση κατάφερε να ενεργοποιήσει ξανά τα έως τώρα ναρκωμένα ένστικτα των αγορών. Κι έτσι, ενώ είχαμε καταφέρει με επίπονη προσπάθεια να ξαναβγούμε στις αγορές (κάτι που πολλοί απαξίωσαν, αλλά που είχε πολλαπλή και ουσιαστική σημασία), θυσιάσαμε το πλεονέκτημα αυτό δίχως λόγο. Αν η τρικυμία στο χρηματιστήριο υπήρξε αποτέλεσμα μιας διεθνούς αναταραχής, το ίδιο δεν ισχύει για το κόστος του δανεισμού, που δεν μεταβλήθηκε ούτε για την Πορτογαλία ούτε για άλλες χώρες της Νότιας Ευρώπης. Και αν το μάθημα αυτό ήταν ένα αναμενόμενο χαστούκι για την κυβέρνηση, θα πρέπει να υπήρξε για την αντιπολίτευση μια πρόγευση του τι την περιμένει εάν στο μέλλον παρασυρθεί από τη γοητεία των μονομερών αποφάσεων.

Το μάθημα αυτό έρχεται να προστεθεί σε μια σειρά άλλων μαθημάτων που μας δίδαξε η κρίση την τελευταία πενταετία. Ετσι, για παράδειγμα, μάθαμε πως υπάρχει σχέση ανάμεσα στα έσοδα και τα έξοδα του κράτους και πως δεν μπορεί το κράτος να δίνει σε όποιον ζητάει δίχως να εισπράττει κάτι αντίστοιχο. Πως υπηρεσίες όπως η υγεία και η παιδεία δεν μπορούν να παραχθούν δίχως φορολόγηση. Πως η βαριά φορολογία σήμερα είναι αναπόφευκτη συνέπεια της χαμηλής φορολογίας χθες. Πως όταν ξεχνάς τον κεϊνσιανισμό σε περίοδο παχιών αγελάδων και δεν μειώνεις τα ελλείμματα, δεν μπορείς να τον θυμάσαι σε περίοδο ισχνών αγελάδων, αυξάνοντάς τα. Και πως οι περίφημες (και αόρατες) «επόμενες γενεές» που θα επωμίζονταν το κόστος των κακών δημοσιονομικών επιλογών του παρελθόντος είναι υπαρκτές. Τα μάθαμε πραγματικά όλα αυτά όμως;

Η αλήθεια είναι πως οι περισσότεροι άνθρωποι βρίσκονται σε σύγχυση. Παραζαλισμένοι από τις καθημερινές δυσκολίες, ακόμα κάτω από το κράτος του σοκ μιας εξέλιξης που κανείς δεν φανταζόταν, πολλοί αδυνατούν να συλλογιστούν ορθολογικά. Μεταξύ των κραυγών αγανάκτησης και των ευσεβών πόθων, ανθούν οι πιο ακραίες συνωμοσιολογικές θεωρίες. Δεν είναι λίγοι π.χ. όσοι είχαν πιστέψει πως κάποιοι απίθανοι Ελληνοαμερικανοί είχαν όντως εντοπίσει τα χρήματα που μας έλειπαν και πως το ελληνικό κράτος δεν τα δεχόταν.

Τελικά, γινόμαστε σοφότεροι ή όχι; Στο επίπεδο των καθημερινών ανθρώπων είναι αναπόφευκτο και φυσιολογικό να κυριαρχεί η σύγχυση. Η απότομη δυσκολία είναι κακός οδηγός. Αλλά είναι εξίσου λάθος πως η κρίση δεν δίδαξε τίποτα σε κανένα. Η κρίση έσπειρε τον σπόρο. Οι άνθρωποι είναι πλέον περισσότερο υποψιασμένοι σε σχέση με το παρελθόν και δεν πείθονται τόσο εύκολα από τους δημαγωγούς. Αν όμως είναι έτσι, πώς εξηγείται η επιτυχία του ΣΥΡΙΖΑ; Παρά το προβάδισμά του, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν πως δεν πείθει. Εισπράττει διαμαρτυρία και απελπισία.

Και ως προς το επίπεδο των ηγεσιών – πολιτικών, μιντιακών, πανεπιστημιακών; Ακόμη και σε μια εποχή έντονης διάχυσης της πληροφορίας (και παράλληλης διάχυσης της ανορθολογικής σκέψης), ένα τεράστιο χάσμα χωρίζει τις χώρες όπου η δημόσια σφαίρα χαρακτηρίζεται από ελάχιστη αξιακή συνοχή και στις χώρες όπου κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Το πρόβλημα όμως της Ελλάδας καθόλου δεν οφείλεται στην κρίση. Η παρακμή των ελίτ σχετίζεται τόσο με την εμπειρία της χούντας τη δεκαετία του ’70 όσο και με την έκρηξη του λαϊκισμού τη δεκαετία του ’80. Σε αυτήν μπορεί να αποδοθεί η άνοδος του κυνισμού, η καταρράκωση του δημόσιου λόγου και η παρακμή της παιδείας. Σε αυτήν οφείλεται, σε μεγάλο βαθμό, η γενικευμένη σύγχυση και από εκεί ξεκινούν οι αλλαγές.

Παρά τα φαινόμενα, είναι λάθος να πιστέψουμε πως τίποτα δεν έχει αλλάξει στο μέτωπο αυτό. Για πρώτη φορά ίσως τις τελευταίες δεκαετίες έχει αρθρωθεί στη δημόσια σφαίρα ένας συστηματικός, γόνιμος και σοβαρός δημόσιος λόγος, που ξεφεύγει τόσο από την ιδεολογική ένδεια της Δεξιάς όσο και από την παρωχημένη συνθηματολογία της Αριστεράς. Συνεχίζοντας μια μεγάλη ελληνική παράδοση, δεκάδες αξιόλογοι άνθρωποι, πολλοί από τους οποίους εργάζονται και δημιουργούν έξω από τη διαπλοκή της Μεταπολίτευσης και που παλαιότερα απείχαν από τον δημόσιο διάλογο, επέλεξαν λόγω της κρίσης να συμμετάσχουν σε αυτόν. Ο ρόλος της «Καθημερινής» υπήρξε κομβικός σε σχέση με την εξέλιξη αυτή και σίγουρα όχι ο μόνος.

Ας μην ξεχνάμε πως οι μεγάλες αυτές αλλαγές είναι πάντοτε αργές και φθάνουν στην κοινωνία αφού πρώτα διαποτίσουν τις ελίτ. Εκείνο που έχει σημασία είναι πως δρομολογήθηκαν.

* Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Yale.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ