ΘΕΑΤΡΟ

Ενας Ελληνας κατέκτησε το Λονδίνο

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΙΔΟΥ

Σκηνή από την όπερα του Σπύρου Σύρμου «The Blank Canvas», που παίζεται στο Λονδίνο

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Με «γαλόνια» τα τέσσερα αστέρια της κριτικής του Guardian και μία υποψηφιότητα για το Off West End Award, ξεκινά τη διαδρομή της η ελληνική όπερα «The Blank Canvas» (Ο κενός καμβάς) του Σπύρου Σύρμου, η οποία ανέβηκε πρώτη φορά στο Λονδίνο πριν από μερικές εβδομάδες, έχοντας αποσπάσει το πρώτο βραβείο στον διαγωνισμό «Flourish».

Το έργο επικεντρώνεται στην ιστορία μιας εικαστικής καλλιτέχνιδος, της Λούσι, η οποία προσπαθεί να αντιμετωπίσει τον πρόωρο χαμό του συζύγου της, το γεγονός πως τυφλώνεται, κάτι που βέβαια έχει αντίκτυπο στη δουλειά της, όμως η νέα ερωτική της σχέση με τον παλιό της φίλο, και ατζέντη, θα την οδηγήσει σε νέες συνειδητοποιήσεις. Οπως γράφει ο Guardian, «είναι μια απλή πλοκή, όχι όμως χωρίς τις αμφισημίες της».

Εχοντας διακριθεί σε διεθνή διαγωνισμό όπερας για νέους καλλιτέχνες, ο δημιουργός της όπερας, συνθέτης Σπύρος Σύρμος, δούλεψε πυρετωδώς για να αξιοποιήσει το «διαβατήριο» που του δόθηκε. Την επομένη της πρεμιέρας, ωστόσο, δεν πρόλαβε να διαβάσει τα «ευχάριστα» στον Τύπο καθώς πετούσε για Αθήνα – οι υποχρεώσεις στη δουλειά, δεν περιμένουν: εργάζεται στην οικογενειακή επιχείρηση με δεξαμενές ίνοξ για υγρά (λάδι, κρασί...) και τώρα είναι η εποχή του τρύγου!

Με e-mail

«Μέχρι τελευταία στιγμή, πάλευα την ενορχήστρωση – είχα ήδη στείλει την παρτιτούρα των τραγουδιστών ώστε να προχωρούν οι πρόβες», αρχίζει να λέει ο νέος συνθέτης, ο οποίος παρέμεινε στην Ελλάδα το καλοκαίρι μέχρι τα μέσα Αυγούστου, οπότε και πήγε στο Λονδίνο για τις τελευταίες δύο εβδομάδες των εντατικών –πολύωρων– προβών: «Με τους συνεργάτες ανταλλάσσαμε e-mail, όμως η παραγωγή (Opera UpClose) είχε τη συνολική ευθύνη.

Ημασταν διαρκώς σε επικοινωνία – λάμβανα βιογραφικά, δείγματα δουλειάς καλλιτεχνών, ενώ μου ζήτησαν πολύ λεπτομερείς περιγραφές για τις φωνές που αναζητούσα, καθώς και τους μουσικούς. “Μία φωνή καθαρή, αισθαντική, που να εκπέμπει δυναμισμό και εκφραστικότητα”, ήταν το φωνητικό “κοκτέιλ” που είχα οραματιστεί για την πρωταγωνίστρια και, ευτυχώς, η Μέλανι Σάντερς αποδείχθηκε ιδανική επιλογή. Εξίσου επιτυχημένη ήταν και η επιλογή των δύο ανδρών που την πλαισιώνουν –αυτά τα τρία άτομα είναι όλο το καστ– αν και η παραγωγή αιφνιδιάστηκε όταν ζήτησα δύο τενόρους: “Πώς θα το κάνουμε αυτό;”. Λογικό, αφού συνήθως πρέπει να διαφοροποιείται η έκταση των φωνών. Τους εξήγησα πως ήθελα να δείξω τη μεταξύ τους σύνδεση, καθώς τους αντιλαμβάνομαι ως τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Οχι μόνο το σεβάστηκαν, αλλά μετά την πρεμιέρα, η υπεύθυνη παραγωγής, Ρόμπιν Νόρτον Χέιλ, είπε πως “δικαιώθηκα”».

Πώς καταγράφει ο ίδιος ο συνθέτης την εμπειρία του από τη στιγμή της άφιξης στην Αγγλία; «Φτάνω μέσα Αυγούστου. Τις πρώτες δύο μέρες παρακολουθώ τις πρόβες με την τραγουδίστρια και τον πιανίστα - μουσικό διευθυντή Τσαντ Κέλι – περίμενα κάτι άλλο. “Γκρίνιαξα” ευγενικά, εκείνοι όμως με καθησύχασαν: “Ολα θα πάνε καλά!”. Προτιμούσα να μην επεμβαίνω, παρά μόνο αν ήταν απαραίτητο. Το να έχουν την ελευθερία να ενσωματώνουν δικά τους στοιχεία μέσα στην ερμηνεία, μόνο κέρδος είναι. Επιπλέον, όταν ο άλλος βάζει τη δική του οπτική, το αγαπάει πιο πολύ και δίνει περισσότερα».

Οι πρώτες πρόβες; «Στο πατάρι μιας παμπ – αυτό μας διέθεσαν. Βλέπαμε έξω έναν κεντρικό δρόμο στο Ισλτον: κόκκινα λεωφορεία, βροχές, τυπικό Λονδίνο. Σε μία μικρή παραγωγή όπως αυτή, επειδή δεν υπάρχει η πολυτέλεια του άπλετου χρόνου, πρέπει να προλάβεις να ολοκληρώσεις το έργο». Ξεχωρίζει κάποια στιγμή; «Μία από τις πρόβες με τα όργανα πραγματοποιήθηκε στη Royal Academy of Music στο Λονδίνο. Ακούγοντας τη μουσική μου σε μία από τις κεντρικές αίθουσες, ήταν από τις μεγαλύτερες εμπειρίες στη ζωή μου. Ακόμη έχω στα αυτιά μου τον ήχο εκείνης της πρόβας!».

«Το πρώτο πράγμα που διαβάζω τη μέρα της πρεμιέρας, ένα e-mail από τον Τσαντ, τον πιανίστα: “It’s f..... Show Day!”. Μεγάλος ενθουσιασμός. Ολοι οι συντελεστές της παραγωγής μού στέλνουν θερμές, χειρόγραφες κάρτες – “Σ’ ευχαριστούμε που μας εμπιστεύθηκες τη μουσική σου, ήταν μεγάλη μας τιμή που κάναμε αυτό το έργο”. Στη διάρκεια της παράστασης κοιτούσα τον κόσμο, φαινόταν ευχαριστημένος. Το έργο κύλησε ομαλά. Το παρατεταμένο χειροκρότημα στο τέλος, η ανταμοιβή. Ανταμοιβή για όλους, επειδή αυτό ήταν το αποτέλεσμα ομαδικής δουλειάς».

Στην Ελλάδα

Και το επόμενο πρωί, εφημερίδες; «Οχι! Ταξίδευα. Η δουλειά είναι στο ζενίθ αυτή την εποχή. Οταν έφτασα, ενημερώθηκα από τα μέιλ για την κριτική του Guardian και την υποψηφιότητα. Η κριτική του Guardian είναι εντελώς τεχνική ενώ σε ό,τι αφορά τη μουσική, αισθάνθηκα ότι με “πέρασε από κόσκινο” – είναι σαν ακτινογραφία».

Υπάρχει πρόβλεψη για συνέχεια στις παραστάσεις; «Με τη Φέι Ρίξον, τη λιμπρετίστα, προσανατολιζόμαστε να κάνουμε προτάσεις και σε άλλες χώρες, άλλωστε δεν είναι πολυδάπανη παραγωγή. Πολύ θα ήθελα να παρουσιαστεί και στην Ελλάδα – θα προσπαθήσω αν και δεν έχω προσβάσεις».

Είναι ένας άνθρωπος που ζει σε δύο παράλληλα «σύμπαντα» – από τη μία καλλιτέχνης, από την άλλη, επιχειρηματίας. Αυτό είναι καλό; «Μέχρι στιγμής, τα καταφέρνω. Αν και πρόκειται για δύο τελείως διαφορετικά πράγματα, πιστεύω ότι όλα συνδέονται: αφενός, αποκτώ εμπειρίες, οι οποίες “φιλτράρονται” μέσα μου. Αφετέρου, η δουλειά μου με κρατά προσγειωμένο. Δεν είμαι ο καλλιτέχνης ο “τρελάρας” – ξέρω πώς είναι η πραγματική ζωή».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ