ΒΙΒΛΙΟ

Αυτοβιογραφία μιας γενιάς

ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

Ο πρώτος συνοικισμός στην Καλαμαριά. Η φωτογραφία ανήκει στο αρχείο του Μουσείου Φωτογραφίας «Χρήστος Καλεμκερής» του Δήμου Καλαμαριάς.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ενας ποταμός ελληνικής ιστορίας, μία διαδρομή που κυκλώνει και πυκνώνει μία πορεία ευημερίας, εξόδου, μετεγκατάστασης, ταπείνωσης, ανόρθωσης και ζύμωσης, είναι «Η αυτοβιογραφία του πατέρα μου» της Ουρανίας Λαμψίδου, που θα κυκλοφορήσει στις αρχές Δεκεμβρίου από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη.

Ενα κείμενο σε ένα συρτάρι, ανάμεσα στα πολλά χαρτιά, υποθήκες ζωής, χρόνου και μνήμης, ήταν η αφορμή για την Ουρανία Λαμψίδου να καταδυθεί όχι μόνο στον αυτοβιογραφικό ιστό του πατέρα της Γιώργου Λαμψίδη, δημοσιογράφου, που πέθανε το 2007 στα 95 του χρόνια, αλλά να ξαναστήσει ένα κορμό διαλόγου ανάμεσα στην ανιούσα και την κατιούσα γενεά μέσα από τις λυτρωτικές φυγές της γραφής. Ηταν ένα πέρασμα.

Ο πατέρας είναι η επιτομή μιας «ξεχασμένης» γενιάς. Πόντιος από την πόλη Ερζινγκιάν (την αρχαία Αρσίγκη), μεγαλωμένος σε ένα κουκούλι ευημερίας, που διαρρηγνύεται βίαια σε πολύ νεαρή ηλικία, όταν γίνεται πρόσφυγας στη Μακεδονία. Η πορεία αυτού του ηρωικού ανθρώπου, που έζησε στοχαζόμενος και τελείωσε τον βίο του με μία σκληρή, σοφή και γαλήνια αποτίμηση κύκλων ζωής, αποκτά ανάστημα όχι μόνο γιατί εκπροσωπεί τον Πόντιο Ελληνα αλλά γιατί φέρει τον σπόρο ενός «τρόπου», ενός ηθικού κώδικα, μέσα από τα αιμοφόρα αγγεία της ελληνικής Πολιτείας και τη διαφυγή στον κόσμο των ιδανικών.

Αποσπάσματα

Το σπίτι μας είχε πάντα κόσμο, γείτονες και φίλους, έρχονταν τα βράδια για εκείνες τις βεγγέρες της εποχής (...). Συζητήσεις που συνόδευαν το τελετουργικό του ποντιακού δείπνου: τσάι από το σαμοβάρι και αμέτρητοι μεζέδες απλωμένοι στο τραπέζι (...) Οι γονείς μου πήγαιναν κάθε Κυριακή στην εκκλησία, αν και στο σπίτι μας δεν υπήρξε ποτέ θρησκευτικός ζήλος (...) Η κυριακάτικη επίσκεψη στην εκκλησία ήταν περισσότερο ένα κοινωνικό τελετουργικό, μια τακτική ευκαιρία για να δηλωθούν οι κοινοτικοί δεσμοί. Η μητέρα και η αδελφή μου ετοιμάζονταν από νωρίς το πρωί, φορούσαν ωραία φορέματα γαρνιρισμένα με δαντέλες, κοσμήματα και καπέλα από τσόχα ή βελούδο, συνδυασμένα με τις φορεσιές τους (...) Τα μεγαλύτερα αδέλφια μου πήγαιναν στο ελληνικό σχολείο της πόλης μας, που ήταν κοντά στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου. Τους πήγαινε κάθε πρωί το αμάξι μας με τα άλογα και εγώ ζήλευα και ανυπομονούσα να μεγαλώσω για να πηγαίνω κι εγώ με το αμάξι στο σχολείο.

(...) Ημουν πολύ μικρός για να υποψιαστώ ότι υπήρχαν κι άλλοι κόσμοι εκτός από αυτόν τον δικό μας, για να περάσει από το μυαλό μου ότι θα τον χάναμε απότομα και βίαια, ότι από τη μια μέρα στην άλλη, θα μπαίναμε σε μια περιπέτεια έκπτωσης, σε μια ανάποδη διαδρομή: από τη γη της επαγγελίας, στην ταπείνωση της προσφυγιάς.

Πατρίδα

Δεκαέξι μέρες κράτησε το ταξίδι από το Βατούμ έως τον Πειραιά. Ο Πειραιάς ήταν ο αρχικός προορισμός, αλλά δεν αποβιβαστήκαμε, συνεχίσαμε προς τα βόρεια και ύστερα από δυο μέρες, στις 29 Μαΐου του 1920, φτάσαμε στο Μικρό Καραμπουρνού, σε έναν ορμίσκο του Θερμαϊκού, έξω από τη Θεσσαλονίκη.

Ο Βενιζέλος, πρωθυπουργός και υπουργός Στρατιωτικών, μετά τη νίκη του στις εκλογές του 1917, είχε αποφασίσει να εγκατασταθούμε στη Μακεδονία, για να εποικίσουμε τις περιοχές που είχαν εκκενωθεί μετά την υποχώρηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τους Βαλκανικούς Πολέμους, περιοχές που είχαν ισχνούς ελληνικούς πληθυσμούς.

(...) Μετά το κούρεμα είχαν σειρά δυο μεγάλες παράγκες: η μία ήταν το «Λουτρό» και η άλλη το Απολυμαντήριο, για την απολύμανση των ρούχων και των οικοσκευών. Δεν ήξερα ότι ήμασταν ύποπτοι μεταδοτικών ασθενειών και χάρηκα που ύστερα από 20 μέρες θα πλενόμασταν. Μας υπέδειξαν να δώσουμε τα ρούχα μας στον κλίβανο και να μπούμε στο λουτρό. Κρύο νερό, χωρίς σαπούνι, μόνο ένα καφέ υγρό που μας ανάγκασαν να αλείψουμε στο κεφάλι μας (...) Οι φαντάροι των κλιβάνων γελούσαν και διασκέδαζαν με το θέαμα ενός κοπαδιού ζώων που είχαν αιφνιδιαστεί από τη βίαιη και ψυχρή συμπεριφορά τους.

Οι δυσκολίες στα υγρά κελιά και στο ΚΚΕ

Η 3η Αυγούστου. Από τη βάση της Μίκρας μάς μετέφεραν την επομένη στις φυλακές του Επταπυργίου, μας έκλεισαν σε βρώμικα και υγρά κελιά, στριμωγμένους ανά 15 και 20 και μας άφησαν να περιμένουμε χωρίς φαγητό και χωρίς καμιά εξήγηση, για πολλές ώρες (...) Είχα αποτραβηχτεί σε μια γωνιά, σκεφτόμουνα ότι αν αυτό που μας συνέβη, είχε συμβεί σε όλη την επικράτεια, αν είχαν συλληφθεί οι κομμουνιστές και οι αριστεροί πριν δηλωθεί επίσημα η δικτατορία, το καθεστώς ήταν καλά προετοιμασμένο και σε πολύ λίγο θα εξουδετέρωνε όλο το κίνημα. Μέσα στην οχλοβοή του κελιού, που σιγά σιγά, βυθισμένος στις σκέψεις μου, την άκουγα σαν μακρινό θόρυβο, συνειδητοποίησα ότι άρχιζε ένας μαρτυρικός ανήφορος, που θα μεταμόρφωνε και θα παραμόρφωνε τα πάντα.

Ακροναυπλία

Η γνωριμία μου με τον Δημήτρη Γληνό είχε γίνει από τα γυμνασιακά μου χρόνια, όταν ο φιλόλογός μας, Ανάργυρος Ραφαηλίδης, μας είχε υποδείξει τα άρθρα του στον «Νέο Δρόμο», το περιοδικό του Εκπαιδευτικού Ομίλου. Με είχαν εντυπωσιάσει με την τόλμη και τον ριζοσπαστισμό τους και επηρέασαν ανεξίτηλα τις απόψεις μου για το γλωσσικό ζήτημα (...)

Τα κείμενα αυτά έγιναν για μένα πηγή έμπνευσης για την εκστρατεία που έκανα αργότερα για τη δημοτική, το μονοτονικό, την απλούστευση της ορθογραφίας, με άρθρα μου στο «Βήμα», τα «Νέα» και τον Οικονομικό Ταχυδρόμο και με το βιβλίο μου, «Ανοίξτε τα παράθυρα» (1972).

Εκεί, στην Ακροναυπλία του μίλησα για όλα αυτά, συνδεθήκαμε στενά και με συμπεριέλαβε στην ομάδα που προετοίμαζε τα μαθήματα για τη γλώσσα, για το σχολείο των κρατουμένων.

Εξοδος

Η αποχή από τις εκλογές του 1946 ήταν η σταγόνα που με έκανε να εγκαταλείψω το ΚΚΕ και τη συντεταγμένη πολιτική δραστηριότητα. Είναι αστείο ότι έτσι πειθάρχησα στη γραμμή της Μόσχας, που είχε στείλει εντολή να πάρει μέρος η Αριστερά στις εκλογές, αλλά ο Ζαχαριάδης την αγνόησε, υποστηρίζοντας με άρθρο του στον «Ριζοσπάστη» ότι «θα γεμίσουν τα βουνά μπαρουτάδες».

Η καταγωγή μου, η προσφυγιά, το αριστερό κίνημα, η εξορία, η εμπιστοσύνη μου στη θετική όψη των πραγμάτων, συντέθηκαν σε μια στάση ζωής. Θυμόμουνα όλο και λιγότερο τον θόρυβο των γεγονότων, τις ωδίνες των περιπετειών μας, τις κακουχίες της καθημερινότητας, τα νομαδικά και ταραγμένα χρόνια. Οι δυσκολίες που πέρασα δημιούργησαν μια διαύγεια, λειτούργησαν σαν ξυπνητήρι. Η μνήμη σάρωνε τα μικρά και μου παρέδιδε σιγά σιγά τα σημαντικά στην ουσία τους (...) Αρχισα να ξαναχτίζομαι.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ