ΜΟΥΣΙΚΗ

Η ορμητική ανάκαμψη του βινυλίου

ΓΙΩΤΑ ΣΥΚΚΑ

Στo παζάρι του Vinyl is back στην Τεχνόπολη στο Γκάζι, εκτός από χιλιάδες βινύλια –ανάμεσά τους και πολλά συλλεκτικά– βρίσκει κανείς πικάπ, αφίσες, ακόμη και πλυντήρια... δίσκων.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Οταν πριν από λίγα χρόνια γίνονταν ρεπορτάζ για την πτώση των πωλήσεων των cd κανείς δεν φανταζόταν ότι θα φτάναμε σε μια εποχή που θα μιλούσαμε πάλι για το βινύλιο. Να όμως που όλα ξαναγυρίζουν, μαζί με τα πικάπ και τα δισκάδικα. Σαν εκείνα που τρέχαμε έφηβοι ανακαλύπτοντας τις νέες τάσεις που έφταναν από το εξωτερικό, έτσι και σήμερα όλο και περισσότερα ξεφυτρώνουν στην Αθήνα. Τότε βέβαια, η μοναδική έγκυρη ενημέρωση ήταν η εκπομπή του Γιάννη Πετρίδη στο κρατικό ραδιόφωνο. Και οι τσακωμοί στις παρέες. Αλλοι είχαν τις πολιτικές νεολαίες κι άλλοι το ροκ. Αλίμονο όμως αν ήσουν στην κατηγορία των «καρεκλάδων». Εκείνων που προτιμούσαν την ντίσκο.

Σήμερα, τα παζάρια δίσκων πήραν πάλι πάνω τους. Και το Vinyl is back στην Τεχνόπολη, όσες φορές δέχτηκε κόσμο, ξεπέρασε κάθε προσδοκία. Οπως αυτό που πραγματοποιήθηκε στις αρχές του μήνα. Οι διοργανωτές του ετοιμάζουν ήδη το επόμενο: 13 με 15 Μαρτίου 2015 στον ίδιο χώρο. Και εμείς να αναζητούμε μέσα από το βιβλίο «Βινύλιο, τα καλύτερά μας χρόνια» (εκδ. Φαρφουλάς) του δημοσιογράφου Γιάννη Αλεξίου, το μαγικό του κόσμο, τους παραγωγούς, τους συλλέκτες, τη συμπεριφορά τους.

Αλλωστε κι ο ίδιος είναι παθιασμένος συλλέκτης 9.000 δίσκων και περίπου 1.500 μικρών, τα λεγόμενα 45ρια. Με το βιβλίο του μας μεταφέρει στις δεκαετίες του ’70 και του ’80, στα κλαμπ της Αθήνας και τους dj, την πρώτη αγάπη με τους δίσκους βινυλίου εκεί όπου και ο ίδιος ξόδευε το χαρτζιλίκι του «λιώνοντας» στο πικάπ τους αγαπημένους δίσκους. «Αντί να πάρω τυρόπιτα στο σχολείο, μάζευα τα λεφτά, πηδούσα στο διάλειμμα τα κάγκελα της ΛΑΝΣ (Λύκειο Αρρένων Ν. Σμύρνης) και πήγαινα γραμμή στον Τσιάπη, στην Ομήρου (…) στο θρυλικό δισκάδικο La si Do…».

Με μεράκι γραμμένο και γερές δόσεις νοσταλγίας καταγράφει την εποχή, τους διαχωρισμούς, τις συμπεριφορές, το πάθος, τις προτιμήσεις. Αν το πιο ακριβό βινύλιο που αγόρασε πιτσιρικάς ήταν το «Freak Out» των Mothers of Invention του Φρανκ Ζάπα που είχε σταμπάρει στο δισκάδικο Happy Sad της οδού Ακαδημίας, έκτοτε έμελλε να ξοδέψει πολλά χρήματα για ένα καλό δίσκο.

Καταγράφει ακόμη και τη μακρινή εποχή της κασέτας και των εγγραφών της (η απλή αντιγραφή ενός άλμπουμ κόστιζε 100 δρχ. κι οι επιλογές τραγουδιών τα διπλά), ιστορικά δισκάδικα με καλές εισαγωγές όπως το «Jazz Rock» του Καραποστόλη, τα μουσικά ρεύματα που εναλλάσσονταν στις καρδιές μας (new wave, punk, reggae, ska, κ.ά.), τους ροκάδες και τους καρεκλάδες.

«Διαφορετικοί μουσικοί κόσμοι». Είχαν διαφορές στο ντύσιμο, στη νοοτροπία, στον χορό, στο περπάτημα, στα στέκια που σύχναζαν, λέει στην «Κ». «Ο διαχωρισμός τους ήταν φανερός ακόμη και στο γήπεδο στο οποίο η ομάδα ενώνει όλες τις κοινωνικές τάξεις. Εκεί όμως, τους χώριζε το μουσικό πάθος».

Αλλη αισθητική είχαν κι όσοι προτιμούσαν το new wave. «Οδηγούσαν “παπάκια” κι αυτόματα μηχανάκια, τα Dax, και θεωρούνταν οι “φλώροι” της εποχής. Το 1980 υπήρχε επίσης το κίνημα των “πάνκηδων” αλλά και εκείνο των “ροκαμπιλάδων”, οι οποίοι πίστευαν στην αναβίωση του ροκ εν ρολ. Μιμούνταν έναν αμερικάνικο τρόπο ζωής που δεν έζησαν, υποτιμούσαν τις γυναίκες, τους άρεσε η φασαρία και οι καβγάδες και τους ξεχώριζες από τα ρεβέρ στο παντελόνι και την μπριγιαντίνη στα μαλλιά».

Ο βασικός τους πυρήνας ήταν ο Κολωνός και η πλατεία Βικτωρίας, ενώ εκείνων που άκουγαν πανκ, τα Εξάρχεια. Οσο για τους χεβιμεταλάδες ξόδευαν ώρες και πολλά χρήματα «στα αξεσουάρ της εμφάνισής τους».

Ο εξοπλισμός για μια βραδιά σε ροκ κλαμπ απαιτούσε στενό «σωλήνα» παντελόνι και μπότες από το Μοναστηράκι. Ειδικά tex - mex σκαλιστές που αγόρασε και ο ίδιος αντί 17.000 δρχ. χάνοντας τη συναυλία του Τζέιμς Μπράουν.

Χρηματιστήριο βινυλίου

Στα χρόνια των 90s το cd έγινε πρωταγωνιστής. Ομως μια αποθήκη στον τρίτο όροφο πολυκατοικίας στην Καλλιθέα, ξέχειλη από αμερικάνικους δίσκους, ήταν η μυστική φωλιά κάθε λάτρη βινυλίου. Το άντρο βέβαια παρέμενε το Μοναστηράκι.

Τα παζάρια δίσκων ξεκίνησαν το 1993 από το West στη Βουλιαγμένης του πρωτοπόρου Μάκη Σαλιάρη. Ακολούθησε το «Ρόδον», έπειτα ο Κώστας Δαμίγος και ο Κώστας Χαϊκάλης που οργάνωσαν ένα τριήμερο στην Τεχνόπολη, το κλαμπ «Αν» κ.ά. Εποχές που έδιναν 450 ευρώ για το πρώτο άλμπουμ των «Αγάπανθος».

Το «Vinyl is back» του Δημήτρη Αντωνάκου που ξεκίνησε το 2013 με τη βοήθεια του Κώστα Δαμίγου και του Γιάννη Αλεξίου έμοιαζε με γιορτή: 10.000 άτομα έφτασαν τότε στο Γκάζι! Σήμερα η μεταστροφή είναι ολοφάνερη. Πολλές νέες εκδόσεις cd κυκλοφορούν και σε βινύλια. «Εχουμε περίπου 56-60 δισκάδικα βινυλίου στην Αθήνα, ενώ έκλεισαν εκείνα των cd». Η κοπή γίνεται σε Αγγλία, Γερμανία, Γαλλία, Αυστρία, όμως τα σχέδια για ελληνικό εργοστάσιο παραμένουν.

Μα κάνουν τζίρο τα δισκάδικα; «Η πώληση δίσκων βινυλίου των καταστημάτων αυτών ενισχύεται και από το ebay» λέει ο Γ. Αλεξίου, τονίζοντας πως οι περισσότεροι έχουν 20ετή ιστορία και το μεράκι του συλλέκτη.

Στα παζάρια οι τιμές αρχίζουν από 1 ευρώ ο δίσκος και φτάνουν έως 2.500 όπως πρόσφατα ένα βινύλιο του Μίμη Πλέσσα που είχε εκδοθεί σε 50 μόνο αντίτυπα στα μέσα της δεκαετίας του ’60. Τα πλυντήρια βινυλίου (κοστίζουν από 350 έως 700 η συσκευή) είναι μια ακόμη συνήθεια των παθιασμένων που θέλουν καλύτερη φροντίδα για τους δίσκους τους.

Οι εποχές αλλάζουν. Το ακροατήριο των cd πέρασε στο downloading, ενώ η μυσταγωγία του βινυλίου επανέκαμψε. «Είναι επιλογή ακρόασης» λένε όσοι επιμένουν.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ