ΒΙΒΛΙΟ

Ποιητική αυτοβιογραφία

ΛΙΝΑ ΠΑΝΤΑΛΕΩΝ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΧΑΡΗΣ ΒΛΑΒΙΑΝΟΣ
Το αίμα νερό. Μυθιστόρημα
σε σαράντα πέντε πράξεις
εκδ. Πατάκη

Α​​πό τη θέαση του εαυτού ως άλλου και του βιώματος ως μύθου εκκινεί η ενδότατη συνομιλία, που διαμείβεται στο βιβλίο του Χάρη Βλαβιανού. Αφηγητής είναι το «εγώ», μεταμφιεσμένο στο δεύτερο πρόσωπο ενικού και το τέχνασμα αυτής της αποστασιοποίησης επιτρέπει την απεύθυνση εις εαυτόν ενός λόγου, που έχει χάσει την αυτοβιογραφική του ταυτότητα και εκφέρεται πλέον σαν μύθευμα. Το είδωλο τοποθετείται σε ένα πεδίο μάχης, όπου αντιμετριέται με ιστορίες, λέξεις και μνήμες, ενόσω αντιπαλεύει την ίδια την υποκειμενικότητά του. Αυτό το αφηγηματικό σχήμα προϋποθέτει τη διχοτόμηση εκείνου που ιστορεί, σε δύο υποστάσεις, εκ των οποίων η μία βρίσκεται σε κατάσταση πλήρους ενσυνειδησίας, ενώ η άλλη εμμένει στην απώθηση. Ο λόγος του ομιλούντος υποκειμένου τείνει να άρει την αφωνία και τη λήθη του έτερου, αποστομωμένου ημίσεός του.

Η εκφορά στο δεύτερο πρόσωπο ενικού δίνει στο κείμενο το ύφος μιας επίμονης υπενθύμισης, ενθαρρύνοντας την ανάκληση και ταυτόχρονα την αναδιάταξη των σημείων αναφοράς του εαυτού, στον βαθμό που η μνήμη, όπως η γραφή, νεύει περισσότερο προς την πλάνη παρά στην αποκάλυψη. Από το άλλο μέρος, ξέρουμε πως ο εαυτός, τόσο αυτός που προτείνουμε στους άλλους όσο και αυτός που δεχόμαστε να επωμιστούμε, είναι εν πολλοίς ένα σύμφυρμα αποσιωπήσεων, παραχαράξεων και αυταπατών. Συνεπώς, σε κάθε βιωματική εξιστόρηση και σε κάθε αναδρομή, ενεδρεύει η εξαπάτηση. Ο Βλαβιανός έχει επίγνωση της ανέφικτης ειλικρίνειας, γι’ αυτό προσδιορίζει στον υπότιτλο το βιβλίο του «μυθιστόρημα σε σαράντα πέντε πράξεις». Οι «πράξεις» παραπέμπουν άμεσα στο θεατρικό ιδιόλεκτο, υποδεικνύοντας την εσκεμμένη δραματοποίηση της αφήγησης. Θα ήταν άστοχο, λοιπόν, να δούμε τους επιμερισμούς του κειμένου σαν ενσταντανέ ενός οικογενειακού άλμπουμ, χωρίς να εστιάσουμε την προσοχή στη σκηνοθεσία των στιγμιοτύπων, που αιχμαλωτίζουν αδρές όψεις των δύο κεντρικών μορφών, της μητέρας και του πατέρα, μόνο για να υποδηλώσουν τη βαρύτητα όλων όσα αποκλείστηκαν από το καδράρισμα.

Τα πεζά κατάγονται πρόδηλα από την ποίηση, πυκνώνοντας σε κοφτές, σκληρές φράσεις ένα ψυχόδραμα, το ανάπτυγμα του οποίου εκτείνεται πέρα από τη σελίδα. Τα θραύσματα, που αποκολλώνται από το ραγισμένο οικογενειακό μωσαϊκό, εξεικονίζουν ψηφίδες από την παιδική και εφηβική ηλικία του αφηγητή, εκβάλλοντας σε πικρότατα συναισθήματα, από τα οποία δεν διυλίζεται παρά το ψυχικό τους αποτύπωμα. Ο Βλαβιανός δείχνει να εμπιστεύεται τη μνησικακία και την τιμωρητική δύναμη των λέξεων. Οι σπαραξικάρδιες επιστολές της μητέρας, τα λόγια, που ο πατέρας ποτέ δεν χαράμισε για τον γιο, καταφεύγοντας την ύστατη ώρα στην αλαλία του κώματος, καθώς και τα εξαγριωμένα ποιήματα στο Adieu, που κατευοδώνουν διά της γραφής τούς δύο αμετανόητους απόντες, συνιστούν γλωσσικές χειρονομίες απροσχημάτιστης βιαιότητας.

Δεν ξέρω αν ο Βλαβιανός τελεί πάνω στο χαρτί μια κηδεία, είναι, ωστόσο, εμφανές πως κήδεται του αποθησαυρισμένου πόνου με πνεύμα φλεγματικό, για να διαφυλάξει κληροδοτήματα αθέλητα στη ζωή, πολύτιμα όμως για τη γραφή. Με μια δόλια αλχημεία, που συντελείται στις σελίδες, το αίμα γίνεται νερό αίροντας την οφειλόμενη δικαίωση των νεκρών και το μελάνι των λέξεων ενσταλάζεται σαν καταλύτης στα δύο κατεξοχήν ζείδωρα υγρά. Με λογής τεχνάσματα ο Βλαβιανός αποδύεται στη μυθοπλασία του εαυτού, που την ίδια στιγμή κατατείνει στη διαφυγή από αυτόν. Στην εν κρυπτώ αυτοβιογραφία του δεσπόζει η αγωνία της μεταστοιχείωσης της ανάμνησης σε ποιητική πράξη ή, αλλιώς, σε ποίηση της ύπαρξης.

Ετσι συμβαίνει και στη ζωή, μας πλάθουν οι απώλειες και οι ματαιώσεις, όμως η γραφή κατορθώνει αναστάσεις και ταφές, που μόνο εκείνη έχει τη δικαιοδοσία να τελέσει. Και σε αυτή τη μυσταγωγία, που δεξιώνεται η σελίδα, το αίμα μπορεί να αραιώνει σε νερό, ο πόνος να πυκνώνει σε φράσεις κολοβές σαν πνιγμένες κραυγές και το εκλιπόν ρήμα του τίτλου να αφήνει ανοιχτά όλα τα ενδεχόμενα, γιατί στη λογοτεχνία καμία προδοσία δεν είναι αθέμιτη.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ