ΕΛΛΑΔΑ

Οι εκλογές του 1958

ΙΩΑΝΝΗΣ Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ*

Ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής εκφωνεί λόγο σε προεκλογική συγκέντρωση του 1958. Στην πολιτική κρίση, η οποία φαίνεται πως είχε μεγαλύτερες διαστάσεις από αυτές της εσωκομματικής αμφισβήτησης και των διαφωνιών για τον εκλογικό νόμο, ο Καραμανλής αιφνιδίασε το πολιτικό σύστημα: ζήτησε τη διάλυση της Βουλής και προκήρυξε εκλογές.

Η ιδιαιτερότητα των εκλογών της 11ης Μαΐου 1958 είναι πως το αποτέλεσμα της κάλπης διέρρηξε την κανονικότητα του μεταπολεμικού θεσμικού πλαισίου: η ΕΔΑ αναδείχτηκε αξιωματική αντιπολίτευση. Το φάντασμα της Αριστεράς θα πλανιόταν πλέον ξανά στον αέρα εννέα μόλις χρόνια μετά τη λήξη του Εμφυλίου, δίνοντας κατ’ αρχάς αυτοπεποίθηση στην ίδια την Αριστερά και εξάπτοντας τη φαντασία των εθνικοφρόνως σκεπτομένων για επαπειλούμενη κόκκινη κατάληψη της εξουσίας. Περνώντας από το πεδίο των φαντασιώσεων σε αυτό της πραγματικότητας της χρονικής στιγμής, ο μεγάλος νικητής των εκλογών ήταν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο οποίος εμπέδωσε την πολιτική σταθερότητα και σταθεροποίησε τη δική του θέση στην παράταξή του, ύστερα από την εκ των έσω αμφισβήτηση και ανατροπή του. Η τρίτη παράμετρος, που πρέπει να σχολιαστεί, ήταν ο μεγάλος χαμένος: η συντριβή του Κόμματος Φιλελευθέρων.

Το εκλογικό αποτέλεσμα ανέδειξε πρώτη την Εθνική Ριζοσπαστική Ενωση με 41,2% (είχε χάσει έξι ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με τις προηγούμενες εθνικές εκλογές του 1956) και απόλυτη κοινοβουλευτική πλειοψηφία 171 εδρών. Η ΕΔΑ κατέλαβε τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης με ποσοστό 24,4% και 79 βουλευτές, από τους οποίους οι 21 δήλωσαν συνεργαζόμενοι. Στην τρίτη θέση βρέθηκε το Κόμμα Φιλελευθέρων με 20,7% και ισχνή κοινοβουλευτική δύναμη 36 εδρών, ενώ στην τέταρτη η Προοδευτική Αγροτική Δημοκρατική Ενωση (ΠΑΔΕ), αποτελούμενη από το Κόμμα Προοδευτικών του Σπύρου Μαρκεζίνη, την Εθνική Προοδευτική Ενωση Κέντρου (ΕΠΕΚ) του Σάββα Παπαπολίτη, το Δημοκρατικό Κόμμα Εργαζόμενου Λαού (ΔΚΕΛ) του Στέλιου Αλλαμανή και το Κόμμα Αγροτών και Εργαζομένων του Αλέξανδρου Μπαλτατζή, με 10,6% και 10 έδρες. Τέλος, η Ενωση Λαϊκών Κομμάτων (ΕΛΚ), που απαρτιζόταν από το Λαϊκό Κόμμα, το Λαϊκό Κοινωνικό Κόμμα του Στέφανου Στεφανόπουλου και το Κόμμα Εθνικοφρόνων του Θεόδωρου Τουρκοβασίλη, απέσπασε το 2,9% και τέσσερις έδρες.

Ανατροπή Καραμανλή, ζυμώσεις στο Κέντρο

Ο χώρος του Κέντρου από το 1952 ώς το 1961 διήνυσε μια δεκαετία αποσύνθεσης και επανασύνθεσης. Στις εκλογές του 1956 τα κεντρώα πολιτικά κόμματα της κατακερματισμένης πια βενιζελικής παράταξης είχαν συμμαχήσει με την ΕΔΑ και με δεξιές πολιτικές δυνάμεις που δεν συνεργάστηκαν με την ΕΡΕ, σχηματίζοντας τη Δημοκρατική Ενωση. Οι ηγέτες του Κέντρου (Σ. Βενιζέλος, Γ. Παπανδρέου, Γ. Καρτάλης) δεν επέδειξαν καμία προσπάθεια να συνδιαμορφώσουν με την Αριστερά ένα μίνιμουμ προγραμματικών θέσεων, με αποτέλεσμα τα βραχυπρόθεσμα εκλογικά κίνητρα του συνασπισμού να τον οδηγήσουν σε διάλυση λίγο μετά τις εκλογές.

Στις αρχές του επόμενου χρόνου, το 1957, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης και ο Γεώργιος Καρτάλης ανέλαβαν την πρωτοβουλία να συνενωθούν οι κεντρώες δυνάμεις. Πράγματι, ο Σ. Βενιζέλος και ο Γ. Παπανδρέου συμφώνησαν να συγχωνευθούν η Φιλελεύθερη Δημοκρατική Ενωση και το Κόμμα Φιλελευθέρων σε ένα ενιαίο κόμμα με κοινή αρχηγία. Οι προσωπικές τους αντιθέσεις όμως υποθήκευαν το όλο εγχείρημα. Είναι χαρακτηριστικό ότι εφάρμοσαν μια διαφορετική στρατηγική απέναντι στον Καραμανλή, προκειμένου να υπερτερήσουν ο ένας έναντι του άλλου στην ενδοπαραταξιακή κούρσα ηγεσίας.

Ο Σ. Βενιζέλος απέβλεπε στην απομάκρυνση του Καραμανλή από την εξουσία μέσω της στήριξης κυβέρνησης της ΕΡΕ υπό άλλη ηγεσία. Αυτό το ενδεχόμενο φαίνεται πως το είχε συζητήσει με τον Π. Κανελλόπουλο (χωρίς ο ίδιος να το επιβεβαιώνει), ο οποίος τότε είχε πάρει αποστάσεις από τον Καραμανλή παρά τη στήριξη που του είχε παράσχει τόσο μετά τον θάνατο του Παπάγου όσο και κατά την ίδρυση της ΕΡΕ. Ο Σ. Βενιζέλος μάλιστα είχε προτείνει αυτό το σενάριο στον βασιλιά Παύλο με το υπόμνημα της 10ης Αυγούστου 1957 και πίεζε προς αυτήν την κατεύθυνση.

Ο Γ. Παπανδρέου αντίθετα επιζητούσε προσέγγιση Φιλελευθέρων-ΕΡΕ μέσω συμφωνίας στο νέο εκλογικό νομοσχέδιο. Ο Καραμανλής, ύστερα από τη μεσολάβηση του Στέμματος τον Νοέμβριο του 1957 να συνδιαλλαγεί με το Κόμμα Φιλελευθέρων για την αλλαγή του εκλογικού νόμου, ανέθεσε τη σχετική συζήτηση στον υπουργό Εσωτερικών Δημήτρη (Τάκο) Μακρή. Οι συζητήσεις Παπανδρέου-Μακρή διήρκεσαν αρκετές βδομάδες, ώσπου στις 27 Φεβρουαρίου 1958 επιτεύχθηκε η τελική συμφωνία. Αυτή αφορούσε ένα σχέδιο εκλογικού νόμου ενισχυμένης αναλογικής που μπορεί να θύμιζε το εκλογικό σύστημα του 1951, αλλά είχε σημαντικές διαφορές ιδίως στην παραχώρηση εδρών στη δεύτερη κατανομή.

Ο Καραμανλής κάλεσε εκτάκτως το Υπουργικό Συμβούλιο και ανακοίνωσε ότι ο υπουργός Εσωτερικών Δ. Μακρής θα κατέθετε τον νέο εκλογικό νόμο (Ν. 3822/1958) το απόγευμα της ίδιας ημέρας στη Βουλή. Ο νόμος αυτός προέβλεπε ότι το πρώτο κόμμα θα έπαιρνε ένα πριμ το οποίο θα αύξανε την κοινοβουλευτική του δύναμη έναντι του τρίτου κόμματος, το οποίο θα αποδυναμωνόταν. Το σκεπτικό του νόμου ήταν να εμποδίσει αφενός τη δημιουργία ενός συνασπισμού ανάλογου με αυτόν του 1956 και αφετέρου να περιθωριοποιήσει την ΕΔΑ, που ατυχώς εκτιμήθηκε ότι θα καταλάμβανε την τρίτη θέση.

Ο εκλογικός νόμος προκάλεσε την κριτική τόσο της ΕΔΑ όσο και κεντρώων στελεχών. Ο Κ. Μητσοτάκης σε συζήτησή του με τον Γ. Παπανδρέου επεσήμανε τους κινδύνους και τις παγίδες για το Κόμμα Φιλελευθέρων. Από την άλλη, ο Καραμανλής είδε να αμφισβητείται ο νόμος και εκ των έσω από προεξέχοντα στελέχη του κόμματος και της κυβέρνησής του. Ο Γεώργιος Ράλλης, υπουργός Συγκοινωνιών και Δημοσίων Εργων, ο οποίος είχε εναντιωθεί από τον Ιανουάριο του 1958 στην ενισχυμένη αναλογική, δήλωσε ότι δεν θα ψήφιζε τον νέο νόμο, γιατί αυτός ενίσχυε τη θέση της ΕΔΑ. Ο Παναγής Παπαληγούρας επίσης, υπουργός Εμπορίου και Βιομηχανίας, αρνήθηκε τη θετική του ψήφο και κατηγόρησε τον Καραμανλή για αυταρχική συμπεριφορά. Και οι δύο υπουργοί παραιτήθηκαν. Την οδό της παραίτησης ακολούθησαν δεκατρείς ακόμη βουλευτές της ΕΡΕ με συνέπεια η κυβέρνηση Καραμανλή να απολέσει την κοινοβουλευτική της πλειοψηφία. Στην πολιτική κρίση του 1958, η οποία φαίνεται πως είχε μεγαλύτερες διαστάσεις από αυτές της εσωκομματικής αμφισβήτησης και των διαφωνιών για τον εκλογικό νόμο, ο Καραμανλής αιφνιδίασε το πολιτικό σύστημα: ζήτησε τη διάλυση της Βουλής και προκήρυξε εκλογές.

Διαμορφώθηκαν ευρύτερες πολιτικές τάσεις

Ο Σ. Βενιζέλος, ο οποίος πίστευε ότι μια ρήξη εντός της ΕΡΕ θα τον ευνοούσε, γιατί ήταν πρόθυμος να στηρίξει μια κυβέρνηση της ΕΡΕ υπό άλλη ηγεσία, ζημιώθηκε γιατί δεν μπόρεσε να προβλέψει την αντίδραση του Καραμανλή. Στον αντίποδα, ο Γ. Παπανδρέου, ο οποίος είχε εφαρμόσει την πολιτική της συνεννόησης, βρέθηκε σε πιο ευνοϊκή θέση και τήρησε τη συμφωνία που είχε κάνει με τον Καραμανλή για τον εκλογικό νόμο. Ο Γ. Ράλλης δεν συμμετείχε στις εκλογές, ενώ ο Π. Παπαληγούρας ακολούθησε τον Π. Κανελλόπουλο, που κινούμενος εκείνη την περίοδο μεταξύ μείζονος κυβερνητικής κεντροδεξιάς και ήσσονος αντικυβερνητικής δεξιάς είχε προσχωρήσει στο Λαϊκό Κόμμα του Κωνσταντίνου Τσαλδάρη.

Ο κυπριακός αγώνας

Την ίδια περίοδο ο κυπριακός αγώνας εντάθηκε. Το ναυάγιο των διαπραγματεύσεων Μακαρίου-Χάρντινγκ, οι εκτελέσεις Κύπριων αγωνιστών από τους Αγγλους, τα συλλαλητήρια στην Αθήνα για την Κύπρο, η δράση της ΕΟΚΑ, η εξορία του Μακάριου στις Σεϋχέλλες (1956-1957) καλλιέργησαν μια κουλτούρα αντιδυτικισμού, ενώ ο ελληνικός αλυτρωτισμός σημείωσε έξαρση. Η κυβέρνηση κατηγορήθηκε από την αντιπολίτευση για διαιώνιση της αποικιοκρατίας και για την εφαρμογή μιας πολιτικής που ήταν ασύμπτωτη με το λαϊκό αίσθημα. Από τη σκοπιά της η Εκκλησία, με παραδοσιακή πρόσβαση στο συντηρητικό ακροατήριο, υιοθέτησε σκληρή γραμμή στο ζήτημα της ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα. Η ΕΔΑ, απευθυνόμενη σε τελείως διαφορετικό ακροατήριο, υιοθέτησε και αυτή τον αλυτρωτισμό χτίζοντας με αυτόν τον τρόπο ένα προφίλ «εθνικής αντιπολίτευσης», το οποίο θα πρέπει να συνεκτιμηθεί μαζί με την εκλογική της συνεργασία με τα κόμματα του Κέντρου και της Δεξιάς το 1956, με τις προγραμματικές της θέσεις και με την ανάπτυξη της κομματικής της οργάνωσης, για να ερμηνευθεί η εκλογική της άνοδος το 1958.

Τρίπτυχο εκσυγχρονισμού

Στο εσωτερικό πεδίο η ΕΡΕ ακολουθούσε μια φιλελεύθερη-κεϋνσιανή πολιτική εκσυγχρονισμού υπηρετώντας το τρίπτυχο «ασφάλεια, σταθερότητα, ανάπτυξη». Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο οι μεγάλες χώρες της Δύσης ασπάστηκαν την πολιτική της ανάπτυξης στην οποία η παρέμβαση του κράτους κατείχε κεντρικό ρόλο. Στην Ελλάδα, όπου στην πολιτική παράδοση του Εθνικού Διχασμού επικάθησαν τα πάθη και τα τραύματα του Εμφυλίου, τα κοινωνικά και πολιτικά διλήμματα περιστράφηκαν γύρω από τα αιτήματα της ανάπτυξης και του εκσυγχρονισμού του κράτους. Ο Καραμανλής ηγήθηκε ενός πολιτικού προσωπικού που θεωρούσε ότι η εθνική ταυτότητα και η εδαφική υπόσταση της χώρας βρισκόταν σε κίνδυνο. Σχηματικά, η απάντηση του Καραμανλή στην ενδημική φτώχεια της χώρας ήταν το κυκλικό σχήμα «άνοδος του βιοτικού επιπέδου, αύξηση του εθνικού εισοδήματος, ανάπτυξη, εδαφική ακεραιότητα».

Τη διετία 1956-1958 η αναπτυξιακή στρατηγική της ΕΡΕ αφορούσε τον εξηλεκτρισμό, τα έργα υποδομής, την εκβιομηχάνιση και τον προσανατολισμό προς τις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Σημαντικό σημείο σε όλο αυτό το εγχείρημα εκσυγχρονισμού ήταν πως οι κοινωνικές μεταλλαγές επέδρασαν στον αστικό χώρο: εντεινόμενη αστικοποίηση, μετανάστευση, περισσότερες ευκαιρίες για εργασία, υψηλότερη ποιότητα ζωής, δυνατότητες πρώιμου καταναλωτισμού. Για μια κινηματογραφική αφήγηση της διπολικής σχέσης πόλης-υπαίθρου ας θυμηθεί κανείς ενδεικτικά δύο ταινίες του Αλέκου Σακελλάριου: «Μακρυκωσταίοι και Κοντογιώργηδες» (1960) και «Πολυτεχνίτης και Ερημοσπίτης» (1963).

Συμπερασματικά, οι εκλογές του 1958 ήταν σημαντικές γιατί αποκρυσταλλώθηκαν ευρύτερες τάσεις, οι οποίες διαμόρφωσαν τους όρους ενός νέου πολιτικού παραδείγματος, η κυριαρχία του οποίου συνέχισε και κατά τη Μεταπολίτευση. Προς την κατεύθυνση της ασυνέχειας οδήγησε τις εξελίξεις ο Καραμανλής, ο οποίος αναμετρήθηκε με παλαιοκομματικές πρακτικές και αναχρονιστικές μορφές διακυβέρνησης. Η αγωνία για την ανάπτυξη και η ανάγκη επιβίωσης του ελληνικού κράτους στο ψυχροπολεμικό περιβάλλον απαιτούσε κατά τον Καραμανλή συγκρότηση μονοκομματικών κυβερνήσεων, ανάπτυξη ενός δικομματισμού με εναλλαγή στην εξουσία δύο «εθνικών κομμάτων» ελλείψει σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, κυβερνητική σταθερότητα, συμπαγή κόμματα και, τέλος, ισχυρούς ηγέτες.

* Ο κ. Ιωάννης Κ. Φίλανδρος είναι υποψήφιος διδάκτωρ Σύγχρονης Ιστορίας στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Φλωρεντίας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ