ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Κανένας θάνατος άλλου για τη ζωή μας

ΜΑΡΙΑΛΕΝΑ ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

Βαγγέλης Τάτσης, «Memories», 2010.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Σ​​ε μια σκηνή η ηρωίδα που υποδύεται η Μαριόν Κοτιγιάρ στην ταινία «Δύο μέρες, μία νύχτα» των αδελφών Νταρντέν δυναμώνει στο ραδιόφωνο του αυτοκινήτου μια κάπως θλιμμένη μελωδία. Ο σύζυγός της ωστόσο σπεύδει να την κλείσει, από φόβο ότι εκείνη θα καταπέσει ακόμα περισσότερο ψυχολογικά. Ακούγοντας το τραγούδι, η κάμερα την τραβάει από το πλάι να κοιτάζει ευθεία μπροστά, στη συνέχεια λίγο συνωμοτικά κοιτάζει τον σύζυγό της, με ένα μικρό χαμόγελο γλυκόπικρης, βαθιά μελαγχολικής νίκης. Η ταινία περιγράφει τη μάχη που δίνει η Σαντρά, μια νεαρή εργαζόμενη σε εργοστάσιο με φωτοβολταϊκά, μητέρα και σύζυγος, η οποία νοσεί από κατάθλιψη, να κρατήσει τη δουλειά της. Μέσα σε ένα Σαββατοκύριακο πρέπει να πείσει 16 συναδέλφους της να μη δεχτούν το μπόνους τους προκειμένου εκείνη να μην απολυθεί. Δεν έχει μόνο να αντιμετωπίσει το φάσμα της ανεργίας, αλλά και την κατάθλιψή της.

Στην έκθεση που εκτίθεται στο Μουσείο Μπενάκη με τίτλο «Depression era», οι καλλιτέχνες-φωτογράφοι εκθέτουν και εκτίθενται. Δεν είναι μόνον οι φωτογραφίες τους που συγκλονίζουν, αποκαλύπτοντας στον θεατή το σύμπαν μιας κοινωνικής θλίψης, μιας προσωπικής αποδόμησης, της εσωτερικής ήττας και διάψευσης μιας ολόκληρης εποχής, μιας ολόκληρης χώρας. Δεν είναι μόνον όσοι βρίσκονται στο κέντρο της φωτογραφίας. Είναι και οι ίδιοι οι φωτογράφοι. Εκεί στο πλάι γράφουν μικρά σημειώματα για τον εαυτό τους. Γράφουν για το πώς βίωσαν δύσκολες περιόδους της ζωής τους, πόσο πόνεσαν και από πού εμπνεύστηκαν. Γράφουν με έναν τρόπο για εκείνη τη μουσική της θλίψης που ακούστηκε κάποτε. Και τώρα με τον φακό βρήκαν τη δύναμη να τη δυναμώσουν.

Πώς να μιλήσει ένας δημιουργός για την κατάθλιψη; Ακόμα και ένας επιστήμονας της ψυχής πώς να τοποθετηθεί πάνω σε αυτό το αίσθημα του ανυπέρβλητου; Η ηρωίδα του κινηματογραφικού φιλμ των Νταρντέν, οι ήρωες που απαθανατίζονται στην έκθεση φωτογραφίας, οι φωτογράφοι οι ίδιοι αλλά και όλοι εμείς που παρακολουθούμε, ζούμε, βιώνουμε, φροντίζουμε, πάσχουμε και υποφέρουμε μέσα στην εποχή της κατάθλιψης, έχουμε να αντισταθούμε στην εποχή του ναρκισσισμού. Η εικόνα γίνεται αρωγός αλλά και δεσμωτήριο. Το εσωτερικό βίωμα χρειάζεται την αντανάκλασή του, αλλά καμιά φορά η ανάγκη του αντικατοπτρισμού γιγαντώνει το εσωτερικό βίωμα της ήττας. Ζούμε διαχρονικά την εποχή της εξουσίας. Την εποχή που ο άνθρωπος γίνεται λύκος και τρώει όποιο ζώο βρει στο πέρασμά του. Την εποχή που ο άνθρωπος ξεχνάει την ανθρωπιά του και γίνεται δυνάστης επί ζώντων και τεθνεώτων. Με την επίφαση της ανάγκης της επιβίωσης, της καλοπέρασης, των καθημερινών αναγκών, της ασφάλειας, του βολέματος και της φιλοδοξίας, συγκεκριμένοι ανθρωπότυποι –ολοένα και περισσότεροι– μεταμορφώνονται οβιδιακά, σαν τις φωτογραφίες από τα κοσμικά κέντρα του Κιάμου, που φιλοξενούνται στην έκθεση, σε πρόβατα, δήθεν επί σφαγή, σε λύκους, ακόμα και σε προβιές, μόνο και μόνο για να εξυπηρετήσουν τους στόχους και τους φόβους τους. Από αδύναμη εκκίνηση γίνονται κυνικοί εκτελεστές. Ιδίως σήμερα παλεύουμε με το φανταστικό. Εχοντας χάσει τη σχέση μας με τη γη, με το πρακτικό, γιγαντώνεται η ψευδαίσθηση της απειλής. Και δεν ξέρουμε ποιος είναι ο εχθρός μας.

Ποιοι είναι δυνατοί και ποιοι αδύναμοι στο όνομα της επιβίωσης; Δεν είναι μόνον ο εργοδότης που απειλεί τη Μαριόν Κοτιγιάρ, είναι και οι συνάδελφοί της που κοιτούν το μπόνους τους. Είμαστε εμείς. Αν και αδύναμοι, κρατάμε μια δύναμη στα χέρια μας, και αυτή δεν είναι το επιμίσθιο. Η κατάθλιψη, ακόμα και ως ενδογενής νόσος, εγκαθιδρύεται όταν ο δρόμος μοιάζει αδιέξοδος. Και δεν υπονοώ ότι η κατάθλιψη γεννιέται από το κοινωνικό. Η σχέση είναι αυτή που πάσχει. Σε όλα τα επίπεδα. Η μητρική σχέση, η σχέση αλληλεγγύης, το βαθύ ευθύ βλέμμα κατανόησης. Η κατάθλιψη έρχεται ως απάντηση απέναντι στην τυραννία της εικόνας.

Οποιας εικόνας παλεύουμε να συντηρήσουμε αδιαφορώντας για το μέσα. Το φιλμ των Νταρντέν, όπως και η έκθεση φωτογραφίας «Depression era», χρησιμοποιούν την εικόνα με θεραπευτικό τρόπο. Αφήνουν τη ρωγμή να υπάρξει. Ως βασική προϋπόθεση όχι μόνο ενός αξιόλογου καλλιτεχνικού έργου, αλλά ως βασική προϋπόθεση της ύπαρξης. Και μόνο αυτή γεννά δυνάμεις. Μέσα από τις στάχτες. Η Σαντρά νικάει όταν αδιαφορεί για την πρόταση του διευθυντή της να πάρει τη θέση κάποιου άλλου. Ο καλλιτέχνης νικάει όταν δεν σωπαίνει.

Η ζωή έχει χώρο αρκετό για να αναπνεύσουμε όλοι. Δεν χρειάζεται κανένας θάνατος άλλου για τη ζωή μας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ