ΒΙΒΛΙΟ

Ο «άγιος» των ανωνύμων

ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΣΕΛΙΔΟΔΕΙΚΤΕΣ

Μάκης Τσίτας
«Μάρτυς μου ο Θεός».
Εκδόσεις «Κίχλη», σελ. 269

Ερχεται η στιγμή να συναντηθείς με ένα βιβλίο, όπως και με μία ιδέα ή έναν άνθρωπο. Και η συνάντησή μου, αργοπορημένη, με το βιβλίο του Μάκη Τσίτα «Μάρτυς μου ο Θεός» υπήρξε η οδός για να κατανοήσω τον λόγο που αυτό το μυθιστόρημα έγινε, ήδη, μία ψηφίδα της ιστορίας της ελληνικής πεζογραφίας. Εμεινα με την αίσθηση ενός λογοτεχνικού επιτεύγματος, καθώς ο Μάκης Τσίτας επινόησε έναν ήρωα-αφηγητή έξω από τον εαυτό του συγγραφέα, και μας τον παρέδωσε ως μια ανατομία ενός οικουμενικού ανθρωπότυπου. Καθώς διάβαζα τις σκέψεις αυτού του απλού ανθρώπου που είναι ο «ήρωας» του «Μάρτυς μου ο Θεός», αναλογίστηκα ότι παρουσιαζόταν μπροστά μου ένας από τους πολλούς που έχω βρεθεί μαζί στο ίδιο λεωφορείο ή στην ίδια διάβαση. Ανάγλυφα εμφανιζόταν η πιο ισχυρή μηχανή της παγκόσμιας ιστορίας, αυτό που λέμε ο «μέσος άνθρωπος», που πείθει τον εαυτό του να προσλάβει ως πραγματικότητα τη δική του κατασκευή ζωής.

Εχει σαρκασμό και απόσταση η γραφή του Μάκη Τσίτα. Και χιούμορ, και οικονομία. Συγκρατημένο αίσθημα και τρυφερότητα μέσα από το φλέγμα και τη μετωπική αφήγηση. Η επιτομή του μικροαστικού νου γίνεται από περίκλειστος κόσμος ένας ωκεανός βεβαιοτήτων. Λίγες αμφιβολίες έχει ο αφηγητής για τη ζωή του. Ακολουθεί με πίστη τη ρότα. Φροντίζει τις αδελφές του. Επισκέπτεται πόρνες. Η σχέση του με το σεξ έχει μια πρωτόγονη ποιότητα, είναι μια αρχέτυπη εμμονή πριν από την εμφάνιση της πορνογραφίας – παρότι ζει στο σήμερα, ένα ξέσπασμα που μυρίζει χώμα, υγρασία, κλεισούρα και φαγητό.

Δεν υπάρχει δυσαρέσκεια. Ο κόσμος είναι κατασκευή μιας ορισμένης λογικής, μέσα στην οποία ο ήρωας-αφηγητής εγκολπώνει ακόμη και τα αναπάντητα ερωτήματά του σε ένα κανάλι αυτοκάθαρσης και αυτοπροστασίας.

Αυτός ο μονόλογος που είναι το «Μάρτυς μου ο Θεός» γίνεται ένας αχαρτογράφητος κανόνας φιλοσοφικής αυτοδιαχείρισης. Υπάρχουν φορές που η απλοϊκότητα προκαλεί φόβο, άλλοτε προκαλεί γέλιο, τις περισσότερες στοχαστική αδιαφορία. Αυτός ο ήρωας που ποτέ δεν θέλησε να είναι ήρωας, και που έχει σκέπη Ουρανού την οροφή του διαμερίσματός του και που θεωρεί ιερή την κανονιστική τελετουργία μιας άνευ βαρύτητας καθημερινότητας, γίνεται σταδιακά ένας «άγιος» της ανωνυμίας, ένας «ανώνυμος» του πλήθους στο «Δεκαήμερο» του Βοκακίου, στους πίνακες του Μπρίγκελ,στα βιβλία του Ντίκενς, στις ταινίες του Αϊζενστάιν. Είναι ένα γρανάζι που κινεί την Ιστορία, τη μικρο-Ιστορία που φτιάχνει το μεγάλο κάδρο.

Ο Μάκης Τσίτας έδωσε μια σπουδή πάνω στον αντι-διανοουμενισμό και στην αντι-επιστημοσύνη μέσα από το κυρίαρχο κανάλι του μικροαστισμού και της θαλπωρής που γεννά η αγάπη στην τρυφηλότητα και στον παθητικό ναρκισσισμό. Ενιωσα ότι διάβασα ένα σπουδαίο βιβλίο και ένα μεγάλο μυθιστόρημα, που πιστεύω ότι θα γίνει κλασικό. Και κλασικό μπορεί να γίνει αυτό που είναι γραμμένο με αλήθεια, με μόχθο και με αγάπη στην ίδια τη λογοτεχνία. Μέσα από μια φαινομενική απλή διήγηση, το «Μάρτυς μου ο Θεός» είναι μια αλληγορία του τραγικού και της αδυναμίας να δοθεί μια απάντηση στο γιατί ζούμε.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ