ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: Εκλογικά διλήμματα

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΑΓΙΑΝΟΣ*, ΝΙΚΟΣ ΒΕΤΤΑΣ*, ΚΩΣΤΑΣ ΜΕΓΗΡ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

O​​ι προεκλογικές συζητήσεις έχουν εστιαστεί σε μεγάλο βαθμό στο θέμα της διαπραγμάτευσης του χρέους με τους Ευρωπαίους εταίρους μας και τι είδους υποχωρήσεις θα μπορέσουμε να εξασφαλίσουμε από αυτούς. Το θέμα των αλλαγών που απαιτούνται στην οικονομία και στους θεσμούς συζητείται πολύ λιγότερο. Είναι όμως το βασικότερο κομμάτι της λύσης.

Παρά τις προσπάθειες από την αρχή της κρίσης, η απόσταση που μας χωρίζει από τις ανεπτυγμένες δυτικοευρωπαϊκές οικονομίες παραμένει μεγάλη. Για παράδειγμα, η παραγωγικότητα είναι 74% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ενωσης (Ε.Ε.). Ο χρόνος που απαιτείται για την επίλυση δικαστικών διαφορών είναι σχεδόν τριπλάσιος από τον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ, με την Ελλάδα να βρίσκεται τελευταία στη σχετική κατάταξη. Κανένα ελληνικό πανεπιστήμιο δεν βρίσκεται στα κορυφαία 300 στον κόσμο, με βάση την κατάταξη του Πανεπιστημίου της Σαγκάης, ενώ πληθυσμιακά παρόμοιες χώρες –όπως Ολλανδία, Νορβηγία, Σουηδία, Φινλανδία και Δανία– έχουν δύο ή περισσότερα στα κορυφαία 100. Το ασφαλιστικό σύστημα είναι από τα περισσότερο ακριβά στην Ε.Ε., αλλά συγχρόνως το ποσοστό φτώχειας στους ηλικιωμένους είναι από τα μεγαλύτερα.

Η ανάλυση όλων των δεδομένων δείχνει ότι οι απαιτούμενες αλλαγές στην οικονομία και στους θεσμούς πρέπει να είναι βαθιές και όχι οριακές βελτιώσεις του υπάρχοντος συστήματος. Το κοινό στοιχείο πολλών από τις αλλαγές είναι η μείωση του κρατικού παρεμβατισμού στην οικονομία, με ταυτόχρονη ενίσχυση της ανεξαρτησίας των κρατικών δομών από την εκάστοτε κυβέρνηση.

Τα θεσμικά αυτά προβλήματα εμφανίζονται σε όλους σχεδόν τους τομείς της οικονομικής δραστηριότητας. Για παράδειγμα, τα ρυθμιστικά βάρη και εμπόδια εισόδου στις ελληνικές αγορές προϊόντων παραμένουν τα μεγαλύτερα μεταξύ όλων των ευρωπαϊκών χωρών-μελών του ΟΟΣΑ. Οι απολύσεις προσωπικού από τις επιχειρήσεις πρέπει να εγκρίνονται από το υπουργείο Εργασίας αν ξεπερνούν κάποιο όριο, ενώ τέτοιοι περιορισμοί δεν υπάρχουν σε χώρες όπως η Γερμανία, η Δανία και η Σουηδία, οι οποίες έχουν υψηλή κοινωνική προστασία. Τα ελληνικά πανεπιστήμια εξαρτώνται ασφυκτικά από το υπουργείο Παιδείας, ενώ σε άλλες χώρες υπάρχει ανεξαρτησία των πανεπιστημίων και χρηματοδότησή τους από το κράτος με βάση δείκτες αριστείας.

Το πρόγραμμα προσαρμογής που η Ελλάδα ακολούθησε από την αρχή της κρίσης περιελάμβανε σημαντικά μεταρρυθμιστικά βήματα που δεν καρποφόρησαν, καθώς και οι ίδιες οι κυβερνήσεις δεν φάνηκε να πιστεύουν στην αναγκαιότητα βαθιών αλλαγών. Οι παλινδρομήσεις σε θέματα απελευθέρωσης αγορών προϊόντων, η διατήρηση της πολυπλοκότητας του φορολογικού συστήματος, η υπαναχώρηση της πανεπιστημιακής μεταρρύθμισης και οι απόπειρες παρεμβάσεων στο έργο της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής και της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων είναι πρόσφατα παραδείγματα.

Η αντιπολίτευση, από την άλλη πλευρά, όχι μόνο δεν πιστεύει στην αναγκαιότητα αλλαγών που θα φέρουν την ελληνική οικονομία κοντύτερα στα δυτικοευρωπαϊκά πρότυπα, αλλά τις αντιμάχεται, συχνά χωρίς επαρκή κατανόηση του πώς λειτουργούν οι σύγχρονες οικονομίες. Προτάσσει τη λιτότητα ως το βασικό πρόβλημα του προγράμματος προσαρμογής, ξεχνώντας ότι η δημοσιονομική προσαρμογή μέχρι πολύ πρόσφατα αντιστοιχούσε στην εξαφάνιση του πρωτογενούς ελλείμματος, ώστε να μη χρειαζόμαστε επιπλέον δανεικά από τους εταίρους μας, και όχι στην παραγωγή πλεονάσματος, ώστε να πληρώσουμε τα χρέη μας.

Η μείωση του κρατικού παρεμβατισμού στην οικονομία και η ενίσχυση της ανεξαρτησίας των κρατικών δομών από πολιτικές παρεμβάσεις θα αυξήσουν την παραγωγικότητα στην οικονομία, αλλάζοντας και τη συνολική δομή των κινήτρων. Το υπάρχον σύστημα δίνει υπερβολικές εξουσίες στους πολιτικούς και επομένως υψηλά οφέλη στους έχοντες πολιτικές διασυνδέσεις. Αυτό δημιουργεί εύφορο έδαφος για διαφθορά, στην οποία η Ελλάδα είναι τρίτη στην Ε.Ε. με βάση τον σχετικό δείκτη της Παγκόσμιας Τράπεζας, σε βάρος της αξιοκρατίας.

Το μέλλον της χώρας, μακροπρόθεσμα, θα κριθεί από το αν τα πολιτικά κόμματα και η κοινωνία κατανοήσουν το εύρος των αλλαγών που απαιτούνται. Αν η Ελλάδα πραγματοποιήσει τις αλλαγές αυτές, τότε θα δημιουργήσει μια ισχυρή σύγχρονη οικονομία. Στην άλλη περίπτωση, η οικονομία θα παραμείνει στάσιμη και είναι πολύ πιθανό η ίδια η Ελλάδα να αποφασίσει να εξέλθει από την Ευρωζώνη αφού δεν θα μπορέσει να παρακολουθήσει την αύξηση της παραγωγικότητας στις υπόλοιπες χώρες.

Το θέμα του χρέους, πάντως, θα λυθεί σε κάθε περίπτωση. Στην πρώτη περίπτωση, η Ελλάδα θα μπορέσει να διαπραγματευτεί συναινετικά μια σταδιακή μείωση χρέους με αντάλλαγμα την πραγματοποίηση των αλλαγών στην οικονομία της, καθώς και οι εταίροι έχουν να κερδίσουν από μια ισχυρή ελληνική οικονομία που θα συγκλίνει προς τις περισσότερο ανταγωνιστικές και ευημερούσες οικονομίες τους. Στη δεύτερη περίπτωση, η μείωση του χρέους θα επέλθει είτε μέσω μιας (πραγματικά καταστροφικής και για τις επόμενες γενεές) άτακτης χρεοκοπίας είτε ως αντάλλαγμα για μια συντεταγμένη αποχώρηση από την Ευρωζώνη, με αστάθμητες μακροπρόθεσμες συνέπειες για την πορεία της οικονομίας.

* Ο κ. Δημήτρης Βαγιανός είναι καθηγητής Χρηματοοικονομικών στο London School of Economics, ο κ. Νίκος Βέττας είναι γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ και καθηγητής Οικονομικών στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και ο κ. Κώστας Μεγήρ είναι καθηγητής Οικονομικών στο Yale.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ