ΒΙΒΛΙΟ

Ιδιωτικές αιματοχυσίες

ΛΙΝΑ ΠΑΝΤΑΛΕΩΝ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΠΑΠΑΜΑΡΚΟΣ
Γκιακ
εκδ. Αντίποδες

Σ​​το τέταρτο κιόλας βιβλίο του ο Δημοσθένης Παπαμάρκος (γεν. 1983) μιλάει για το αίμα. Για το αίμα που καταβρέχει τους εμπόλεμους καιρούς, για το αίμα που ξεπληρώνει χρέη της τιμής, καθώς και για το αίμα που αρδεύει ιερούς δεσμούς. Οι ήρωες των διηγημάτων αφήνουν τις κλειστές αρβανίτικες κοινότητες, που οριοθετούν τον μόνο κόσμο που γνωρίζουν, και πηγαίνουν στη Μικρά Ασία για να υπερασπίσουν άγνωστες πατρίδες. Ωστόσο, δεν βρίσκουν την καταστροφή στον πόλεμο, αλλά στα μετόπισθεν. Μες στον αλληλοσκοτωμό, αποδεσμευμένοι από νόμους, είχαν ξεχάσει την αξία και το βάρος του αίματος. Οταν, όμως, επιστρέφουν στα χωριά τους, έρχονται αντιμέτωποι με ανοιχτούς λογαριασμούς, τους οποίους υποχρεώνονται να κλείσουν χύνοντας το αίμα οικείων εχθρών. Οι απαράβατοι νόμοι του εθιμικού δικαίου θέλουν την εκδίκηση σε ρευστό, στο υγρό που διαρρέει τις ζωές των αδίκων.

Ο παλαίμαχος πολεμιστής του καταληκτικού διηγήματος ξέρει ότι η βρομιά του αίματος δεν φεύγει ποτέ. Επειτα από δεκάχρονη θητεία σε διαφορετικά μέτωπα, από την Κριμαία μέχρι τη Μικρασία, έφυγε μετανάστης στο Σικάγο για να δουλέψει σε σφαγείο. Καταλάβαινε πως όσο μακριά και αν πήγαινε, δεν θα γλίτωνε από τη μυρωδιά της σφαγμένης σάρκας. Η σχεδόν ισόβια άσκηση στον σκοτωμό τού έμαθε πως «το να σκοτώνεις έχει κι αυτό ομορφιά». «Αλλά είναι όμορφο μοναχά όταν είναι χρήσιμο». Ο ήρωας, βέβαια, που εκδικείται τον ατιμωτικό θάνατο της αδελφής του με τον πιο άγριο τρόπο, δεν βλέπει στην αυτοδικία καμία ομορφιά, μολονότι του χρησίμευσε για τη δικαίωση της οικογενειακής του τιμής. Στη μικρασιατική εκστρατεία σκότωσε τον μοναδικό του εχθρό, εκείνον που είχε αμαυρώσει το σπιτικό του.

Ενας άλλος, ο οποίος επιστρέφοντας από τον πόλεμο βρήκε την οικογένειά του αποδεκατισμένη εξαιτίας ενός σπασμένου αρραβώνα, αρνείται να εκδικηθεί το κακό, κάνοντάς το μεγαλύτερο. «Γιατί άμα πιάσουμε πάλι τα αίματα και τους σκοτωμούς, τελειωμό δεν θα ’χει το πράμα». Αλλος, ο οποίος είχε πατήσει τον λόγο που είχε δώσει σε μια νεαρή Σμυρνιά, βλέπει έπειτα από λίγο καιρό την τιμωρία του ενσαρκωμένη, όταν διακρίνει την προδομένη αρραβωνιαστικιά μεταξύ των προσφύγων που είχαν καταφύγει στο χωριό του.

Πέρα από φόνους, νεκρούς, προδοσίες και σχέδια εκδίκησης, ο Παπαμάρκος γράφει και για στιγμές ειρηνικές, στο περιθώριο των πεδίων μαχών, συλλογικών και ιδιωτικών. Ξεχωρίζω το διήγημα «Γυάλινο μάτι», όπου περιγράφεται ο σπαρακτικός έρωτας δύο στρατιωτών, από τους οποίους ο ένας έμεινε τελικά μοναχός του να αναθυμάται τον αμφίπλευρο πόθο τους, που είχε αναβλύσει εν μέσω πολέμου. Ο εραστής του από τότε τον είχε προειδοποιήσει πως έτσι είναι πάντα τα πράγματα, «μια με το γέλιο, μια με το μαχαίρ’».

Εκείνο που αναμφίβολα εντυπωσιάζει στο βιβλίο του Παπαμάρκου, γραμμένο εξ ολοκλήρου στο αρβανίτικο ιδίωμα, είναι η δουλειά που έχει καταβληθεί για την κατεργασία της γλώσσας. Στις σελίδες αποδίδεται πιστά ο ακανόνιστος ρυθμός του προφορικού λόγου, η αυθορμησία του, η ζωηρότητά του, η αφροντισιά του. Ωστόσο, η μέριμνα για τη γραφή υποσκέλισε το περιεχόμενο. Οι περισσότερες ιστορίες κατατρίβονται σε περιπέτειες της συγγένειας και υποθέσεις του σπιτιού, περιορισμένες έτσι σε έναν πολύ στενό χώρο, που δεν αφήνει το βλέμμα να κοιτάξει πέρα από το τοπικό και καθημερινό. Ενδεχομένως, ο συγγραφέας να θέλει να υποδείξει πως οι πόλεμοι που μας συντρίβουν είναι εκείνοι που μαίνονται μέσα μας και δίπλα μας. Οπως και αν έχει, καταδυόμενος στο παρελθόν δεν κατάφερε να επιστρέψει με κάτι σημερινό.

Η «Παραλογή», για παράδειγμα, όπου ο Χάρος ζητάει νερό από μια χαροκαμένη κόρη, είναι το πιο όμορφο πεζό του βιβλίου. Ωστόσο, τι νόημα έχει ένας νεαρός συγγραφέας, που ζει σε μια εύφορη για τη μυθοπλασία πραγματικότητα, να επιδεικνύει τη δεξιότητά του στο δημοτικό τραγούδι; Αλλωστε, το εν λόγω πεζό μοιάζει παρείσακτο στο βιβλίο. Η μόνη συγγένειά του με τις άλλες ιστορίες έγκειται στη γλωσσική του επιμέλεια. Ομως η γλώσσα δεν αρκεί.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ