Κάθε μέρα είναι γεμάτο το θέατρο «Ροές» στο Γκάζι. Διαρκώς προστίθενται παραστάσεις. «Ο σωσίας» δεν είναι μόνο ένα σημαντικό κείμενο του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, είναι και μια από τις πιο καθηλωτικές παραστάσεις αυτής της χρονιάς. Με τον Αρη Σερβετάλη στον ρόλο του Γκολιάτκιν, ενός ανθρώπου που έχει φοβίες, εμμονές, μανίες, ακούει φωνές, έχει απόλυτη έλλειψη αυτοπεποίθησης και διαρκώς προσπαθεί να βρει μια θέση στον κόσμο. Ο «Σωσίας» είναι βεβαίως μια ιστορία του 19ου αιώνα, την ίδια στιγμή όμως σκιαγραφεί και μια κατάσταση στην οποία βρίσκονται πολλοί άνθρωποι του 21ου αιώνα. Ενα κλασικό, εμβληματικό κείμενο που θίγει πολλές, πάρα πολλές από τις παθήσεις της ψυχής πολλά χρόνια προτού ο Φρόιντ τις επισημάνει και τις ονοματίσει. Ενα έργο που θέτει ερωτήματα στον καθένα: για τις συμπεριφορές του εαυτού του ή των άλλων. Ο καταλληλότερος να ερμηνεύσει όσα θίγονται στον «Σωσία» δεν μπορεί παρά να είναι ένας ψυχαναλυτής. Είδαμε, λοιπόν, την παράσταση, με τον λογοτέχνη και ψυχίατρο - ψυχαναλυτή Θανάση Χατζόπουλο, που αμέσως μετά απάντησε στις ερωτήσεις μας.

– Πού και πώς εντοπίζεται το θέμα του Σωσία στον χώρο της λογοτεχνίας;

– Το θέμα του Σωσία επανέρχεται τόσο συχνά στην ιστορία της λογοτεχνίας και στους μύθους ώστε μόνον έχοντας διαβάσει την ομώνυμη μελέτη του Οτο Ρανκ μπορεί κανείς να αντιληφθεί την πολλαπλότητα των αναφορών του τόσο στη λογοτεχνία όσο και στο θέατρο. Από τον Μοπασάν ώς τον Αντερσεν κι από τον Πλαύτο ώς τον Σαίξπηρ, από τον Χόφμαν ώς τον Πόε, οι εκδοχές των άλλοτε φασματικών και άλλοτε πραγματικών μορφών που παίρνει ο Σωσίας φαίνεται να είναι πολλές και ποικίλες. Από τις πιο πρόσφατες εμφανίσεις του στην ελληνική σκηνή, αυτές που έπεσαν στην αντίληψή μου ήταν η παρουσίασή του με τη μορφή του Αμφιτρύωνα από τον Κλάιστ και τον Μολιέρο. Ο Ρανκ αναφέρεται όμως σε εκείνην του Ντοστογιέφσκι, που δεν είχε γραφτεί ωστόσο για τη σκηνή, θαυμάζοντάς τη για την «κλινική της ακρίβεια». Και έχει μάλλον δίκιο, γιατί το κείμενο του Ντοστογιέφσκι εστιάζει περισσότερο στην εσωτερική περιπέτεια των δυσκολιών του ήρωα μετατοπίζοντας τον φακό του διαδοχικά από το μέσα στο έξω και τανάπαλιν. Βεβαίως, χρειάζεται εδώ να υπενθυμίσουμε ότι δεν είναι ο λόγος το μοναδικό πεδίο όπου εμφανίζεται το θέμα, αν και ασφαλώς διατηρεί τα πρωτεία. Πρόχειρα μου έρχονται στον νου κάποιες εικόνες του Μαγκρίτ, που πραγματεύονται το ζήτημα, και ασφαλώς κάποιος περισσότερο ειδήμων θα μας θύμιζε και άλλες κλασικότερες μορφές και επεξεργασίες του θέματος στη ζωγραφική. Θεωρώ βεβαίως ότι η αναφορά στη ζωγραφική δεν είναι τυχαία, αφού η εικόνα και το εικονικό βρίσκονται σε πρώτο πλάνο στην προβληματική που μας απασχολεί.

– Τι θα μπορούσαμε να πούμε από τη σκοπιά της ψυχανάλυσης για τη θεματική του Σωσία;

– Πρόκειται για τις θεματικές του ναρκισσισμού και του εγώ και ο Σωσίας στις διάφορες εκδοχές του είναι μια σειρά από «παθογραφίες» τους, αν μου επιτρέπεται ο νεολογισμός. Είναι τα πάθη της δόμησης του ψυχισμού στα πρώτα του βήματα, στα πρώτα δύο χρόνια της ζωής, αν όχι στους πρώτους μήνες. Είτε μιλάμε για το στάδιο του καθρέφτη, σύμφωνα με τον Λακάν, είτε για το καθρέφτισμα στο βλέμμα της μητέρας, σύμφωνα με τον Γουίνικοτ, αναφερόμαστε στην πρώτη πρώτη δυνατότητα του ανθρώπινου υποκειμένου να συλλάβει συνολικά τον εαυτό του μέσα από τον άλλον, είτε αυτός είναι η μητέρα είτε κάποιος που την αντικαθιστά. Από αυτή τη σκοπιά, ακόμα και για να συλλάβει στον καθρέφτη το υποκείμενο τον εαυτό του, είναι απαραίτητη η παρουσία του άλλου, η οποία θα επισφραγίσει την εικόνα στον καθρέφτη, αναγνωρίζοντας σε αυτήν το υποκείμενο και μοιράζοντας την ταυτότητά του τόσο στη σαρκική της υπόσταση όσο και στην εικονική της αποτύπωση. Οταν αυτός ο άλλος λείπει, το υποκείμενο αφήνεται μόνο και έωλο απέναντι στη ρευστότητα αυτής της εικόνας, χωρίς να μπορεί να δομήσει αυτόν τον πρωταρχικό διχασμό, ο οποίος μπορεί τότε να μεταπέσει σε σχάση με ποικίλες συνέπειες, από την παράνοια ώς τις απλούστερες μορφές διάσχισης, ή να αποτελέσει ανοιχτή πύλη για πολλαπλές και επαναλαμβανόμενες αναζητήσεις ταυτισιακών στηριγμάτων. Οπως αντιλαμβάνεστε, αυτές οι πρώτες δυσκολίες αφορούν τη δόμηση της ταυτότητας του υποκειμένου. Θα έχετε παρατηρήσει, στα πολύ μικρά παιδιά που η ταυτότητά τους είναι υπό διαμόρφωση, πόσο έλκονται εισερχόμενα σε έναν καινούργιο χώρο από οποιοδήποτε άλλο παιδί υπάρχει εκεί, και έλκονται με αυξανόμενη ένταση προς συνομήλικά τους παιδιά και προς τους εφήβους, και λιγότερο προς τους ενηλίκους. Αυτή η παρατήρηση ακριβώς δείχνει, σε κανονική μορφή, το τι συμβαίνει με τον Σωσία σε παθολογική μορφή. Εδώ πρόκειται για την έλξη, που υπό κάποιες συνθήκες μπορεί να γίνει άπωση, προς τον άλλο (τον μικρό άλλο) του Λακάν, τον όμοιο, τον πλησίον. Ωστόσο η ομοιότητα ακόμη και σε επίπεδο εικόνας (μικρό παιδί προς μικρό παιδί) λειτουργεί ελκτικά.

– Στην παράσταση, ιδιαίτερο, σχεδόν πρωταγωνιστικό ρόλο παίζουν κάποιες, πολλές καρέκλες. Πώς αυτό το σκηνοθετική εύρημα στηρίζει τις ψυχαναλυτικές παραμέτρους της παράστασης;

– Νομίζω ότι υπήρξε μια ευφυής αποτύπωση, απλή και ευφάνταστη μαζί, της απουσίας θέσης του υποκειμένου, του Γκολιάτκιν, μέσα στον κόσμο. Μας το προοιωνίζεται και η πρώτη σκηνή με τη δυσκολία του να ντυθεί, να «τα βρει» μέσα στον χώρο με το σώμα του. Αυτό προεκτείνεται στη σχέση με τους άλλους. Ο ορυμαγδός από καρέκλες, η μετατόπισή τους μέσα στον σκηνικό χώρο είναι για μένα η δυσκολία του να βρει τη θέση του ανάμεσα σε όσους αποτελούν τον περίγυρό του, εδώ ή πιο πέρα. Ο ήρωας πάσχει από την έλλειψη θέσης είτε όταν είναι μόνος του με τον εαυτό του είτε όταν συναντάει τον άλλον. Χαρακτηριστική είναι η σκηνή όπου αναρωτιέται αν θα χαιρετίσει κάποιον στον δρόμο. Η παράσταση δείχνει πολύ καλά ότι πρόκειται για τη δική του δυσκολία να αποδώσει στον εαυτό του μια θέση από την οποία να μπορεί να χαιρετίσει τον άλλον, τον όμοιο.

– «Δεν υπάρχει τίποτα πια για να μιλήσω μαζί του», λέει ο ήρωας. Μοναξιά, περιθωριοποίηση;

– Αυτό το ερώτημα, που διατυπώνεται έτσι, στη θέση, για παράδειγμα, του «δεν υπάρχει κανείς πια για να μιλήσω μαζί του», δηλώνει κατά τη γνώμη μου, και αυτή είναι μία εκδοχή, τη δική του και πάλι θέση ανάμεσα στους άλλους, όχι ως υποκειμένου αλλά ως αντικειμένου. Και πρέπει να πούμε ότι, ειδικά στην εποχή μας, δεν είναι διόλου δύσκολο να εκπέσει κανείς σε θέση αντικειμένου, χωρίς να μπορεί να εκφέρει έστω αυτόν τον λόγο του ήρωα. Γιατί εκτός από το ότι προσδιορίζει τη θέση του ως αντικειμένου, ενός τίποτα, το γεγονός ότι εκφέρει αυτή τη θέση ενώπιόν μας διά του λόγου τον βγάζει, αν όχι αυτομάτως από αυτή τη θέση, τον ωθεί να κάνει ένα μικρό βήμα έξω από αυτό το τίποτα. Κι αυτό είναι το σημαντικό για τον σημερινό θεατή. Ακούγοντας τον λόγο αυτής της εκφοράς, μπορεί και ο ίδιος να γλιστράει λίγο έξω από τη θέση του τίποτα.

Το έγραψε σε ηλικία μόλις 24 ετών

Ο Ρώσος συγγραφέας Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι έγραψε τη νουβέλα «Ο σωσίας» πριν από τα κλασικά και ευρέως γνωστά μυθιστορήματά του («Εγκλημα και τιμωρία», «Δαιμονισμένοι», «Αδελφοί Καραμάζοφ»), σε ηλικία μόλις 24 ετών. Ενα κείμενο που αποτέλεσε σημείο αναφοράς. Ο Ναμπόκοφ, που ελάχιστα εκτιμούσε τον Ντοστογιέφσκι ως συγγραφέα, θεωρούσε ότι «Ο σωσίας» ήταν το καλύτερο κείμενο του Φ. Ντοστογιέφσκι.

Το πρωτότυπο κείμενο μπορείτε να βρείτε σε τέσσερις εκδόσεις: Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, «Ο σωσίας», μτφρ. Γιάννης Κότσικας, εκδ. Ηριδανός, σελ. 176, «Ο σωσίας. Ενα ποίημα της Αγίας Πετρούπολης», μτφρ. Βασίλης Τομανάς, εκδ. Νησίδες, σελ. 176, «Ο σωσίας», μτφρ. Αντρέας Ναΐρτος, εκδ. Γραφές, σελ. 128, και «Ο διπλός άνθρωπος», μτφρ. Γιάννης Λάμψας, πρόλογος Κωστής Παπαγιώργης, εκδ. Printa, σελ. 316. Τέλος, το 2013 ο «Σωσίας» έγινε και κινηματογραφική ταινία από τον Βρετανό Ρίτσαρντ Αγιοάντε.

Η σχέση του παθολογικού με το κανονικό

– Πώς εξηγείτε ότι σε ένα τόσο δύσκολο και σκληρό (για τον κάθε θεατή) κείμενο υπάρχει τόσο μεγάλη προσέλευση κοινού;

– Τα ζητήματα που υπάρχουν μέσα στη θεματική του Σωσία, σύμφωνα με όσα είπαμε σχηματικά, ενδεικτικά και τηλεγραφικά ώς τώρα, είναι ζητήματα που αφορούν τη δόμηση της ταυτότητας του καθενός. Και θα πρέπει εδώ να θυμίσουμε πως με ταυτότητα δεν εννοώ εδώ παρά κάτι δυναμικό και όχι κάτι στατικό.

Επομένως αυτό βρίσκεται σε εξέλιξη ή αναδιαμόρφωση σε όλη τη διάρκεια της ζωής του ανθρώπου, όταν δεν έχει κανείς παραιτηθεί από αυτό που σημαίνει για κείνον η ζωή, η ζωή του.

Δεν είναι να απορεί κανείς, λοιπόν, που μια καλά στημένη παράσταση όπως αυτή, με σκέψη που έχει μετασχηματιστεί σε εικόνα, καλά ρυθμισμένη, προσελκύει το κοινό, επειδή κυρίως καθιστά ελκυστικά τα ακανθώδη ζητήματα που θίγει καλά πλεγμένα σε μια στοιχειώδη ιστορία ο Ντοστογιέφσκι. Αλλωστε μην ξεχνάμε ότι το παθολογικό είναι πάντα εκείνο που μας οδηγεί να αναγνωρίσουμε τους μηχανισμούς του κανονικού, κυρίως εκείνους που μας αφορούν όλους, με τις στρεβλώσεις τους και τα ελλείμματά τους.

– Και για ποιο λόγο πιστεύετε ότι επιλέγουν οι σημερινοί θεατές να δουν ένα κείμενο που τους φέρνει αντιμέτωπους με στοιχεία του εαυτού τους;

– Νομίζω ότι εδώ ο αριστοτελικός ορισμός της τραγωδίας δίνει μια πλούσια σε αντηχήσεις απάντηση, ακόμα και όταν δεν πρόκειται για παραστάσεις τραγικών κειμένων.

Η αναπαράσταση στο θέατρο βοηθάει τον ψυχικό μεταβολισμό, μειώνει τη μοναξιά εκείνου που γίνεται θεατής της και πηγαίνει πιο πέρα τα ερωτήματά του. Οπότε, υπάρχει ένα στοιχείο συμμετοχής στα πάθη και πιθανώς μια αρχή κάθαρσης.

​​Την ιδιαίτερη σκηνοθεσία της παράστασης, τα σκηνικά και τα κοστούμια υπογράφει η Εφη Μπίρμπα.

Η μετάφραση είναι του Βασίλη Τομανά. Η μουσική του Vangelino Currentzis. Δίπλα στον Αρη Σερβετάλη παίζουν οι Γιώργος Συμεωνίδης, Δρόσος Σκότης, Συμεών Τσακίρης, Κωνσταντίνος Καρβουνιάρης.

Μπορείτε να δείτε την παράσταση τις εξής ημέρες και ώρες: από Τετάρτη ώς και Παρασκευή στις 9 μ.μ. Το Σάββατο και την Κυριακή, λόγω αυξημένης προσέλευσης του κοινού, υπάρχουν δύο παραστάσεις: στις 6.30 μ.μ. και στις 9.30 μ.μ.
Η παράσταση διαρκεί 90 λεπτά χωρίς διάλειμμα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ