ΕΛΛΑΔΑ

Οι Συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΓΙΑΓΚΟΥ*

Λονδίνο. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής με τον Βρετανό πρωθυπουργό Χάρολντ Μακμίλαν (αριστερά). Στις 17 Φεβρουαρίου του 1959 άρχισαν στο Lancaster House οι διαπραγματεύσεις για τη συμφωνία που είχαν υπογράψει στη Ζυρίχη ο Ελληνας και ο Τούρκος πρωθυπουργός Μεντερές μία εβδομάδα νωρίτερα.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ιστορία

Στις αρχές Δεκεμβρίου 1958 η κατάσταση στο Κυπριακό ζήτημα έμοιαζε αδιέξοδη. Είχαν προηγηθεί, ανάμεσα σε άλλα, η έκρηξη των διακοινοτικών ταραχών στην Κύπρο, η μονομερής εφαρμογή του βρετανικού διχοτομικού σχεδίου Μακμίλαν από την Τουρκία (ο Τούρκος κυβερνητικός εκπρόσωπος έφθασε στη Λευκωσία την 1η Οκτωβρίου σηματοδοτώντας την επιστροφή της τουρκικής κρατικής αρχής στην Κύπρο για πρώτη φορά από το 1878), η στροφή Μακαρίου υπέρ της ανεξαρτησίας και η συνεπακόλουθη κατάθεση αιτήματος από την Ελλάδα στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ για ανεξαρτησία, πλέον, της Κύπρου, που όμως δεν εγκρίθηκε έπειτα από παρέμβαση των ΗΠΑ. Ωστόσο τη χρονική αυτή στιγμή, δεν ήταν μόνο η ελληνική πλευρά που αντιμετώπιζε δυσκολίες σε σχέση με τους στρατηγικούς της στόχους. Παρά την αναβαθμισμένη θέση της στη Μέση Ανατολή και η ίδια η Αγκυρα είχε να αντιμετωπίσει σημαντικές προκλήσεις, με πιο σημαντική την κατάρρευση του ιρακινού καθεστώτος το καλοκαίρι του 1958, του μοναδικού της εταίρου στην κρίσιμη αυτή περιοχή και την επείγουσα ανάγκη εξεύρεσης τοπικών συμμάχων. Η Τουρκία και για άλλους λόγους δεν μπορούσε να διακινδυνεύσει περαιτέρω επιδείνωση των σχέσεών της με την Ελλάδα, αλλά αντίθετα προκειμένου να αποφύγει την απομόνωσή της στην περιοχή, αποφάσισε να επιζητήσει τη φιλία της Αθήνας και στο πλαίσιο αυτό να φανεί λιγότερο αδιάλλακτη στο θέμα της Κύπρου.

Η προσέγγιση Τουρκίας - Ελλάδας έλαβε χώρα αρχικά στη Νέα Υόρκη (κατά τη σύνοδο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ) και έπειτα στο Παρίσι όπου οι υπουργοί Εξωτερικών των δύο χωρών, Ευάγγελος Αβέρωφ και Φατίν Ζορλού, αντάλλαξαν απόψεις πάνω στο ζήτημα. Οι Βρετανοί στο μεταξύ είχαν διστακτικά συμφωνήσει ότι θα δέχονταν μια ελληνοτουρκική συμφωνία στο θέμα της Κύπρου. Στις αρχές Φεβρουαρίου, όταν διαφάνηκε ότι οι απόψεις των δύο πλευρών είχαν πλησιάσει τόσο ώστε το ενδεχόμενο μιας συμφωνίας να είναι ορατό, Αθήνα και Αγκυρα ανακοίνωσαν τη σύγκληση συνάντησης κορυφής στη Ζυρίχη. Η διάσκεψη, καθαρά ελληνοτουρκική, διήρκεσε από τις 5 μέχρι τις 11 Φεβρουαρίου 1959 και σε αυτήν μετείχαν ο Ελληνας πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής και ο Τούρκος ομόλογός του Αντνάν Μεντερές, καθώς επίσης και οι υπουργοί των Εξωτερικών των δύο χωρών.

Οι εγγυήτριες δυνάμεις και η «βασική διάρθρωση» του Συντάγματος

Παρά το γεγονός ότι σε διάστημα μόλις δύο εβδομάδων επήλθε τελική συμφωνία για την ανεξαρτησία της Κύπρου, εν τούτοις, ήδη στις ελληνοτουρκικές συζητήσεις που προηγήθηκαν της Ζυρίχης, διαφάνηκαν σημαντικά προβλήματα στη συνεννόηση μεταξύ των δύο πλευρών, καθώς η κάθε μια αντιλαμβανόταν διαφορετικά το θέμα του καθεστώτος του νησιού. Η τουρκική πλευρά κυρίως παρουσιάστηκε ανένδοτη σε σχέση με συγκεκριμένες εγγυήσεις για την τουρκοκυπριακή μειονότητα, πιέζοντας ιδιαίτερα για τη δημιουργία τουρκικής στρατιωτικής βάσης στο νησί. Τελικά, με παραχώρηση της Αθήνας, προκειμένου να αποσύρει η Τουρκία τη συγκεκριμένη απαίτησή της, συμφωνήθηκε στη Ζυρίχη μέσω της «Συνθήκης Συμμαχίας» η ίδρυση κοινού Στρατηγείου με ελληνικές και τουρκικές δυνάμεις (950 και 650 άνδρες αντίστοιχα). Οι διαπραγματεύσεις στη Ζυρίχη κατέληξαν σε συμφωνία για δημιουργία ανεξάρτητου κυπριακού κράτους - τόσο η ένωση όσο και η διχοτόμηση απαγορεύονταν στο διηνεκές. Μέσω της «Συνθήκης Εγγυήσεως», Βρετανία, Ελλάδα και Τουρκία εγγυώντο την ανεξαρτησία, την εδαφική ακεραιότητα και το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, η οποία επίσης θα ήταν συμβαλλόμενο μέρος στη Συνθήκης. Σε περίπτωση παραβίασης της Συνθήκης οι τρεις εγγυήτριες δυνάμεις θα έπρεπε να συμπράξουν για την αποκατάσταση του status quo και σε περίπτωση που η σύμπραξη ήταν αδύνατη, μπορούσαν να δράσουν μονομερώς για την αποκατάσταση, πάντα, των Συνθηκών. Τη διάταξη αυτή επικαλέστηκε η Τουρκία κατά την εισβολή το 1974. Πάντως, σύμφωνα με γνωμοδότηση του νομικού τμήματος του ΟΗΕ, η Συνθήκη δεν παρείχε δικαίωμα ένοπλης επέμβασης καθώς τα συμβαλλόμενα μέρη είναι μέλη του ΟΗΕ και δεσμεύονται από τον Καταστατικό του Χάρτη, ο οποίος αποτελεί αναγκαστικό Δίκαιο και δεν επιτρέπει τη χρήση βίας παρά μόνο για σκοπούς αυτοάμυνας. Ακόμη, υπογράφηκε η «συμφωνία κυρίων», ανάμεσα στους πρωθυπουργούς Καραμανλή και Μεντερές, η οποία δεν ανακοινώθηκε (ενημερώθηκαν όμως για αυτήν ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος και ο Τουρκοκύπριος ηγέτης Φαζίλ Κουτσιούκ). Η συμφωνία προέβλεπε ανάμεσα σε άλλα, ότι Ελλάδα και Τουρκία θα στήριζαν την προσχώρηση της Κύπρου στο ΝΑΤΟ και θα ζητούσαν από τον πρόεδρο και αντιπρόεδρο του νέου κράτους την απαγόρευση του κομμουνιστικού κόμματος.

Οι κύριες προβλέψεις

Στη Ζυρίχη συμφωνήθηκε επίσης η «Βασική Διάρθρωση», οι βασικές δηλαδή διατάξεις του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Σύμφωνα με αυτές, το νεοσύστατο κράτος αποκτούσε προεδρικό πολίτευμα με Ελληνοκύπριο πρόεδρο και Τουρκοκύπριο αντιπρόεδρο, εκλεγμένους από την ελληνική και την τουρκική κοινότητα αντίστοιχα, με θητεία πέντε ετών. Τόσο ο πρόεδρος όσο και ο αντιπρόεδρος είχαν δικαίωμα αρνησικυρίας σε ζητήματα εσωτερικής ασφάλειας, άμυνας και εξωτερικής πολιτικής. Το Σύνταγμα προέβλεπε τη δημιουργία δύο Κοινοτικών Συνελεύσεων (ελληνικής και τουρκικής), μιας ενιαίας Βουλής Αντιπροσώπων με ποσοστιαία αναλογία 70% Ελληνοκυπρίων και 30% Τουρκοκυπρίων. Οι αποφάσεις λαμβάνονται με απλή πλειοψηφία, ωστόσο αυτή η ρύθμιση δεν ίσχυε για θέματα νομοθεσίας δήμων και φορολογικών νομοσχεδίων για τα οποία ήταν απαραίτητη χωριστή πλειοψηφία. Η αντιδημοκρατική αυτή πρόνοια θα αποτελέσει μια από τις βασικότερες αδυναμίες του Συντάγματος. Η αναλογία 7:3 ίσχυε επίσης για το Υπουργικό Συμβούλιο (επτά Ελληνες, τρεις Τούρκοι), ενώ απαραίτητα ένα από τα υπουργεία Αμύνης, Εξωτερικών ή Οικονομικών θα έπρεπε πάντα να δίνεται σε Τουρκοκύπριο υπουργό. Ο δημόσιος τομέας επίσης θα απαρτιζόταν από 70% Ελληνες και 30% Τούρκους. Στον στρατό η αναλογία για τους Τουρκοκυπρίους ήταν 40% και 60% για τους Ελληνοκυπρίους. Σε σχέση με τη δικαστική εξουσία, συμφωνήθηκε η δημιουργία δύο δικαστηρίων: Του Ανωτάτου και του Συνταγματικού. Η συμφωνία προέβλεπε επίσης τη δημιουργία χωριστών δήμων (ελληνικών και τουρκικών) στις πέντε μεγάλες πόλεις της Κύπρου. Η πρόνοια για χωριστούς δήμους, πάγια απαίτηση της τουρκικής πλευράς, θα δημιουργούσε ιδιαίτερο πρόβλημα στη συνέχεια.

Παρά τους ενδοιασμούς του ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος υπέγραψε

Τα συμφωνηθέντα στη Ζυρίχη μονογραφήθηκαν από τους πρωθυπουργούς Καραμανλή και Μεντερές στις 11 Φεβρουαρίου 1959. Στη συνέχεια υποβλήθηκαν σε διαπραγμάτευση με τη Μεγάλη Βρετανία σε διάσκεψη στο Λονδίνο, στην οποία προσκλήθηκαν επίσης τόσο ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος εκ μέρους της ελληνοκυπριακής πλευράς όσο και ο Φαζίλ Κουτσιούκ εκ μέρους της αντίστοιχης τουρκοκυπριακής.Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος είχε ενημερωθεί λεπτομερώς στο διάστημα που προηγήθηκε, από τον πρωθυπουργό Καραμανλή για τις βασικές διατάξεις της Ζυρίχης με τις οποίες συμφώνησε. Ο Αρχιεπίσκοπος εξέφρασε την ελπίδα ότι θα είχε τη δυνατότητα να συζητήσει κάποια σημεία των συμφωνιών με τον ηγέτη των Τουρκοκυπρίων, Φαζίλ Κουτσιούκ. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής δεν διαφώνησε, ωστόσο ξεκαθάρισε ότι τέτοια συζήτηση θα μπορούσε να γίνει μόνο στο περιθώριο της διάσκεψης. Επανασυζητήσεις στα κείμενα της Ζυρίχης στο πλαίσιο της διάσκεψης αποκλείονταν, θέση με την οποία ο Μακάριος τελικά συμφώνησε, αν και όχι χωρίς δισταγμό.

Η διάσκεψη στο Lancaster House, στο Λονδίνο, ξεκίνησε στις 17 Φεβρουαρίου 1959. Εκεί η Μεγάλη Βρετανία αποδέχθηκε τις συμφωνίες της Ζυρίχης με τον όρο ότι θα διατηρούσε υπό την πλήρη κυριαρχία της τις δύο στρατιωτικές βάσεις στις περιοχές Ακρωτηρίου και Δεκέλειας. Οι υπουργοί Εξωτερικών της Ελλάδας και της Τουρκίας επίσης δήλωσαν ότι αποδέχονταν τις ρυθμίσεις της Ζυρίχης. Πράγματι, όπως σημειώνει ο François Crouzet οι αρχηγοί των τριών χωρών θεωρούσαν ότι η διάσκεψη στο Λονδίνο θα επικύρωνε τις συμφωνίες της Ζυρίχης και δεν υπολόγιζαν να τις επαναδιαπραγματευτούν με τους ηγέτες της ελληνοκυπριακής και της τουρκοκυπριακής πλευράς. Ωστόσο, σε κάποια στιγμή τα σχέδια φάνηκε ότι θα σκοντάψουν στην αντίθεση του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, ο οποίος δήλωσε ότι δέχεται τις συμφωνίες ως βάση συζήτησης, δεν ήταν όμως διατεθειμένος να υιοθετήσει χωρίς συζήτηση όλες τις διατάξεις της Ζυρίχης και σημείωσε ότι για κάποια σημεία ζητούσε αναθεώρηση. Ζήτησε μάλιστα να συζητήσει ιδιαιτέρως κάποια από τα σημεία με τους Τουρκοκυπρίους εκπροσώπους, αίτημα το οποίο δεν έγινε δεκτό. Τελικά σε συνθήκες δραματικές ο Μακάριος υπέγραψε τις συμφωνίες. Ο δισταγμός του Αρχιεπισκόπου τις κρίσιμες αυτές ώρες αποτελεί έκτοτε αντικείμενο συζητήσεων και εικασιών. Αφού όλα συμφωνήθηκαν, οι πρωθυπουργοί Καραμανλής και Μακμίλαν μετέβησαν σε νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν ο Τούρκος πρωθυπουργός Μεντερές έπειτα από σοβαρό αεροπορικό ατύχημα λόγω πυκνής ομίχλης κατά την προσγείωση του αεροπλάνου που τον μετέφερε στο Λονδίνο. Εκεί οι τρεις τους υπέγραψαν το τελικό κείμενο. Ετσι, όπως χαρακτηριστικά καταλήγει ο Ρόμπερτ Χόλαντ, «με μια προφητική ειρωνεία της τύχης, η ανεξάρτητη Δημοκρατία της Κύπρου γεννήθηκε τελικώς μέσα σε ένα νοσοκομείο».

Προϋπόθεση η αμοιβαία μετριοπάθεια

Οι Συμφωνίες Ζυρίχης - Λονδίνου οδήγησαν στη δημιουργία μιας ανεξάρτητης Κυπριακής Δημοκρατίας. Ο στόχος των Ελληνοκυπρίων για Ενωση με την Ελλάδα, για τον οποίο άλλωστε ξέσπασε και ο απελευθερωτικός αγώνας της ΕΟΚΑ το 1955, δεν επιτεύχθηκε. Δεν πρέπει όμως να λησμονούνται οι ιδιαίτερες συνθήκες, κυρίως η εφαρμογή του σχεδίου Μακμίλαν, οι οποίες οδήγησαν προς αυτή τη λύση. Στο σύνολό του το Σύνταγμα ήταν προϊόν αμοιβαίων συμβιβασμών, άκαμπτο, λεπτομερές και πολύπλοκο, το οποίο συντάχθηκε χωρίς τη συμμετοχή των Κυπρίων. Η τουρκοκυπριακή μειονότητα λάμβανε μερίδιο εξουσίας δυσανάλογο του μεγέθους της, με αποτέλεσμα η δημοκρατική αρχή να κάμπτεται. Από την άλλη όμως, όσο δυσλειτουργικό και να ήταν το Σύνταγμα, η δημιουργία μιας ανεξάρτητης, κυρίαρχης Κύπρου, απαλλαγμένης από τη βρετανική κυριαρχία, ελεύθερης έπειτα από αιώνες ξένης κυριαρχίας, ήταν γεγονός. Τα προβλήματα και οι προκλήσεις στην εφαρμογή του Συντάγματος θα διαφαίνονταν σύντομα. Η επίδειξη αμοιβαίας μετριοπάθειας θα ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για την ομαλή λειτουργία και ειρηνική πορεία της νεοσύστατης Κυπριακής Δημοκρατίας. Η Κύπρος έμπαινε τώρα σε μια νέα φάση της πολυτάραχης ιστορίας της.

* Η δρ Αναστασία Γιάγκου είναι ειδική επιστήμων στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ